Η “μετάφραση” από τα γαλλικά στο Μαξίμου…

 Η “μετάφραση” από τα γαλλικά στο Μαξίμου…

Αν δείτε τι γίνεται σήμερα στην Γαλλία θα διαπιστώσετε ότι ουσιαστικά η μάχη μεταξύ του Προέδρου Μακρόν και της Μαρίν Λεπέν δεν είναι μια ιδεολογική μάχη. Είναι μια μάχη μεταξύ δύο διαφορετικών αντιλήψεων περί προόδου και συντήρησης.”, είπε από το Χαλάνδρι ο πρωθυπουργός, σε μία εκδήλωση με σαφές προεκλογικό χρώμα.

του ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ

Και συμπλήρωσε: “Πείτε μου εσείς αν όλα αυτά τα ωραία πράγματα που κάνουμε στο gov.gr έχουν κομματικό χρώμα. Αν είναι Δεξιά, αν είναι Κεντρώα, αν είναι Αριστερά. Δεν είναι ούτε Δεξιά, ούτε Κεντρώα, ούτε Αριστερά. Είναι σωστά και προοδευτικά. Είναι μέτρα που σέβονται τον πολίτη και είναι μέτρα που αποδεικνύουν ότι αυτή η παράταξη βάζει πάντα τον πολίτη στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός της. Αυτές, λοιπόν, οι νέες διαχωριστικές γραμμές θα διαμορφώσουν το πολιτικό τοπίο και καθώς θα πηγαίνουμε και προς τις επόμενες εθνικές εκλογές, που θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας, το ΄23.”

Να με συγχωρέσουν στο Μέγαρο Μαξίμου αλλά εάν αυτή είναι η ανάλυση που κάνουν σχετικά με το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου των Γαλλικών εκλογών, μάλλον έχουν χαθεί στην μετάφραση.

Ο Τομά Πικετί, ο κορυφαίος διανοούμενος και αρθρογράφος της Le Monde, έγραφε λίγο πριν ανοίξουν οι κάλπες πώς “εάν ο Macron δεν κάνει επειγόντως μια ισχυρή κοινωνική χειρονομία, τότε η αλαζονεία του μπορεί να τον κάνει να χάσει στον δεύτερο γύρο από τη Le Pen”. Το στοιχείο σε αυτή προσέγγιση είναι η…αλαζονεία του νικητή της πρώτης Κυριακής και όχι κάποιος διαχωρισμός μεταξύ ακροδεξιάς και του “ρεύματος της λογικής” που ανέδειξε τον Μακρόν πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας το 2017. Ούτε μεταξύ προοδευτικών και λαϊκιστών, όπως επιμόνως μεταδίδουν οι κυβερνητικές πηγές.

Η κυβερνητική ανάλυση σχετικά με το αποτέλεσμα, λοιπόν, πάσχει διότι υιοθετεί ότι το γαλλικό εκλογικό σώμα διακατέχεται σε αφθονία από λαϊκισμό, και εν τέλει ταυτίζει τον λαϊκισμό με το πάνδημο αίτημα των Γάλλων να αναταχθεί η καταβύθιση του επιπέδου ζωής, ως αποτέλεσμα της ακρίβειας. Είναι, όμως, λαϊκισμός το ζητούμενο του “pouvoir d’ achat” (αγοραστική δύναμη) που κυριάρχησε ως σύνθημα όχι μόνο στις τάξεις της Μαρίν Λεπέν, αλλά και σε εκείνες του Ζαν Λικ Μελανσόν, και των άλλων μικρότερων πολιτικών δυνάμεων;

Εάν, κατά την κυβερνητική ανάλυση, αυτό είναι λαϊκισμός, τότε ο πρωθυπουργός κινδυνεύει να πέσει στο ίδιο σφάλμα της αλαζονείας που χρεώνει ο Πικετί στον Εμανουέλ Μακρόν.

Η “ακτινογραφία” της έγκυρης Ipsos για το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου των γαλλικών εκλογών ανέδειξε ότι μεταξύ εκείνων που είναι ικανοποιημένοι από το οικονομικό στάτους τους ο απερχόμενος πρόεδρος συγκεντρώνει το 43% και η αντίπαλός του το 21%. Μεταξύ, όμως, εκείνων που πλήττονται από την οικονομική κρίση -πριν και μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία- η Μαρίν Λεπέν συγκεντρώνει το 46% και ο Μακρόν μόλις το 4%!

Θα ήταν, ως εκ τούτου, τραγικό πολιτικό λάθος να θεωρηθεί πως ο Μακρόν εκπροσωπεί την λογική και την υπευθυνότητα και όσοι ψήφισαν Λεπέν, Μελανσόν, ή τα άλλα μικρότερα κόμματα τον λαϊκισμό. Φυσικά και η ηγέτης της “Εθνικής Συσπείρωσης” (RN) προέρχεται από την άβυσσο της ακροδεξιάς, και είναι αναμφίβολο πως δεν έπαψε να είναι η ενσάρκωση του φασισμού και του ρατσισμού. Στην θέση της, αντιμέτωπη με τον Γάλλο πρόεδρο στον δεύτερο γύρο, θα μπορούσε, ωστόσο, να βρίσκεται ο αριστερός Μελανσόν (για περίπου μία μονάδα δεν το κατόρθωσε). Θα ήταν, πάλι, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των λογικών/προοδευτικών και των λαϊκιστών; Κατά την τρέχουσα “μακρονική” αντίληψη που υιοθετείται στο Μαξίμου, πιθανότατα.

Από τη στιγμή, όμως, που προσπαθεί κανείς να ξεμπλέξει με την απόγνωση, την οργή και την δυσφορία των ανθρώπων που βλέπουν τις ζωές τους να καταστρέφονται από την οικονομική κρίση, βάζοντας την ταμπέλα “λαϊκιστές” χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Και, το έχει αυτό η πραγματικότητα, συνήθως εκδικείται…

Επί της ουσίας, όμως, ο πρωθυπουργός μάλλον άλλο αντιλαμβάνεται και άλλο δηλώνει. Μιλά για τον διαχωρισμό μεταξύ προόδου και συντήρησης για να τοποθετήσει τους πολιτικούς αντιπάλους του στην πλευρά της δεύτερης, όμως είναι βέβαιο πως νοιώθει ότι πρόοδος δεν είναι η απόσταση από την καθημερινότητα των ανθρώπων. Γι αυτό, άλλωστε, ενώ μέχρι πριν μερικές μέρες έλεγε πως η κρίση είναι διεθνής και ευρωπαϊκή, άρα απαιτείται ευρωπαϊκή λύση, τώρα αρχίζει να σκέπτεται να ανακοινώσει εθνική ατζέντα έκτακτων παρεμβάσεων, με επιδόματα, ακόμα και με πλαφόν στην χονδρεμπορική αγορά του ηλεκτρικού ρεύματος. Έρχεται, δηλαδή, σταδιακά να υιοθετήσει κάποια από τα μέτρα που έχουν εισηγηθεί ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και ΚΙΝΑΛ (ίσως πιό κοντά στο δεύτερο), τα οποία απέρριπτε.

Μπορεί, λοιπόν, η Λεπέν να είναι λαϊκίστρια και δημαγωγός, όμως τα θέματα που έβαλε κατά την προεκλογική εκστρατεία αποτελούν αίτημα που υπερβαίνει τις διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος. Και εν τέλει δεν τα εκπροσώπησε μόνο η Λεπέν, αλλά λιγότερο ή περισσότερο και τα άλλα γαλλικά κόμματα.

Συμπερασματικά, το δίπολο πρόοδος-συντήρηση μπορεί να χρησιμοποιείται κατά κόρον στην κυβερνητική ρητορική, ωστόσο δεν είναι καθόλου αντιπροσωπευτικό το παράδειγμα του gov.gr που χρησιμοποίησε ο πρωθυπουργός. Άξιος και αποτελεσματικός ο Πιερακκάκης αλλά δεν μπορεί να πιστεύει κανείς στο Μαξίμου πως οι επόμενες εκλογές θα κερδηθούν επειδή οι πολίτες εκδίδουν άμεσα τα αναγκαία πιστοποιητικά μέσω πλατφόρμας. Από τις τιμές στα σούπερ μάρκετ και στα βενζινάδικα, και από τους εξωφρενικούς λογαριασμούς ρεύματος και φυσικού αερίου θα κριθούν. Για, δε, τις κρυφές αυξήσεις της ΔΕΗ, ακόμα και στο νυχτερινό τιμολόγιο, τις ληστρικές συμφωνίες των ιδιωτών παρόχων που καταστρατηγούνται μονομερώς, και τη “ρήτρα αναπροσαρμογής”, οι πολίτες δεν θα ψηφίσουν επιβραβεύοντας τις μικρές σωστές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης. Θα αναζητήσουν υπευθύνους για την μεγάλη απομείωση των εισοδημάτων τους και, κυρίως, επειδή θα αισθανθούν -εάν αυτό δεν αλλάξει- ότι η κυβέρνηση δεν νοιάζεται.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης διαθέτει ακόμα χρόνο -ελάχιστο, όμως- να αντιληφθεί πως ο Μακρόν πλήρωσε μέχρι τώρα την αλαζονεία του, όπως γράφει ο Πικετί. Ίσως και την επιμονή του να εκπροσωπεί ένα μόνο τμήμα της κοινωνικής Γαλλίας (αυτό που βιώνει με μικρότερες συνέπειες την κρίση) και όχι το σύνολό της. Και εφόσον κερδίσει -που φαίνεται πιθανότερο- τον δεύτερο γύρο των εκλογών, δεν θα είναι επειδή θα επιβραβευτεί για το ίδιο πράγμα (αλαζονεία) που τιμωρήθηκε μέχρι τώρα, αλλά διότι θα έχει “δανειστεί” την αντι-ακροδεξιά ψήφο των ψηφοφόρων των άλλων κομμάτων. Ίσως, δηλαδή, κερδίσει λίγη ακόμα ανοχή επειδή η σκιά του Λεπενικού παρελθόντος είναι ακόμα πολύ βαριά.

Στα καθ΄ ημάς, εν κατακλείδι, δεν υπάρχουν τέτοιες αναλογίες. Ο κ. Μητσοτάκης δεν χρειάζεται να δει την οργή των πολιτών να κατευθύνεται προς τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ή τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης-κάτι το οποίο είναι πιθανό να συμβεί σε κάποιο βαθμό. Αρκεί, ένας σημαντικός αριθμός ψηφοφόρων της Ν.Δ που έχουν απογοητευτεί να πάνε στο σπίτι τους. Η έμμεση ομολογία του, άλλωστε, ότι η αυτοδυναμία είναι μάλλον ανέφικτη επιβεβαιώνει τα παραπάνω…

Σεραφείμ Κοτρώτσος