• 28 Σεπτεμβρίου, 2021

Η απάντηση του ξενοδοχείου σκύλων της Βαρυμπόμπης για τις καταγγελίες ότι άφησε αβοήθητα τα ζώα μέσα στις φλόγες

 Η απάντηση του ξενοδοχείου σκύλων της Βαρυμπόμπης για τις καταγγελίες ότι άφησε αβοήθητα τα ζώα μέσα στις φλόγες

Το “ξενοδοχείο” σκύλων στην Βαρυμπόμπη που βρέθηκε στην κόλαση της πυρκαγιάς, με απάντησή του προς το libre, ενημερώνει σχετικά με όσα συνέβησαν, κατά την δική του, πάντως, άποψη.

Το libre είχε δημοσιεύσει ρεπορτάζ με τίτλο “Οργή για τον ιδιοκτήτη ξενοδοχείου σκύλων στη Βαρυμπόμπη που άφησε τα ζώα μέσα στις φλόγες- Σώθηκαν από εθελοντές- Μεγάλη κινητοποίηση μέσω social media- Σοβαρές καταγγελίες”

Δημοσιεύουμε την απάντηση:

Κατόπιν της επιτυχούς επανένωσης των ζώων με τους ιδιοκτήτες τους (που ήταν εξαρχής το κύριο μέλημά μας), ως ξενοδοχείο, προς αποκατάσταση της αληθείας, σημειώνουμε τα εξής:

Αρχικά, το ξενοδοχείο μας διατηρεί υπερσύγχρονο σύστημα πυρασφάλειας, το οποίο έχει διατηρήσει τις εγκαταστάσεις μας ανέπαφες σε τρία διαφορετικά περιστατικά πυρκαγιάς, το πρώτο εκ των οποίων ήταν αυτό του 2007 (που κατέκαυσε την Πάρνηθα).
Ειδικότερα: α) περιμετρικά των εγκαταστάσεών μας, εμβαδού 12 στρεμμάτων, ο χώρος είναι ξεχερσωμένος και έχει τεθεί, με την χρήση μπουλντόζας, αντιπυρική ζώνη μήκους έξι με δεκατεσσάρων μέτρων. Η όμορη με εμάς επιχείρηση είναι πλήρως αποψιλωμένη, ενώ δέντρα εντοπίζονται μόνο στην είσοδο των εγκαταστάσεών μας, καθώς, παρά τα συνεχή αιτήματά μας, οι αρμόδιες αρχές δεν συναινούν στην αποψίλωσή τους. β) Πέραν της πρώτης αντιπυρικής ζώνης, έχουν εγκατασταθεί τρεις (3) πρόσθετες ζώνες πυρασφαλείας με οκτώ αυτόματα κανόνια (με διάμετρο 70 μέτρα και ακτίνα πυρός 35 μέτρα ακτίνα). γ) Πέραν των προναφερθέντων, έχουν εγκατασταθεί σε όλους τους χώρους των εγκαταστάσεών μας τριάντα (30) ψεκαστικά που λειτουργούν με γεώτρηση και γεννήτριες. ε) Περαιτέρω, έχουν εγκατασταθεί οκτώ (8) ειδικές χειροκίνητες, βενζινοκίνητες επαγγελματικές πυροσβεστικές μηχανές που ενώνονται με 2 πυροσβεστικές μάνικες ( μήκους 20μ. με 200 μ.) η κάθε μία. Ο δε βενζινοκίνητος μηχανισμός τους επελέγη ειδικά, ώστε να εξασφαλισθεί η δυνατότητα πυρόσβεσης ακόμη και σε περίπτωση βλάβης του ρεύματος ή των γεννητριών. στ) Ακόμη, στις εγκαταστάσεις μας υπάρχουν οκτώ μεγάλες δεξαμενές νερού, συνολικής χωρητικότητας 400 τόνων, την στιγμή που η χωρητικότητα του μέσου πυροσβεστικού οχήματος ανέρχεται σε μόλις 8-10 τόνους νερού. ζ) Τέλος, το προσωπικό πυρασφάλειάς μας αποτελείται από 18 άτομα, πλέον των 6 υπαλλήλων μας. Άπαντες είναι πλήρως εκπαιδευμένοι σε συνθήκες πυρκαγιάς και στον καθένα έχουν ανατεθεί εκ των προτέρων συγκεκριμένα καθήκοντα. Ειδικότερα, δέκα οκτώ άτομα είναι επιφορτισμένα με την πυρασφάλεια, δύο άτομα εκτελούν χρέη αγγελιαφόρου, τέσσερα άτομα είναι η βοηθητική πυρασφάλεια. Σε αυτά προστίθεται και ο ιδιοκτήτης με τον αγγελιαφόρο του. Διατίθεται επίσης πλήρης εξοπλισμός για τα μέλη (πυρίμαχες στολές, μάσκες κλπ).
Σε περίπτωση πυρκαγιάς, το «σχέδιο εκκένωσης» αποτελείται πρωτίστως, από την συγκέντρωση όλων των ζώων σε συγκεκριμένο σημείο, απομονωμένο από καύσιμη ύλη, που περιβάλλεται από δεξαμενές νερού, ψεκαστικά και τις ειδικές πυροσβεστικές μηχανές. Για να πλησιάσει η πυρκαγιά στον χώρο από αυτόν θα πρέπει α) να «περάσει» την πρώτη αντιπυρική ζώνη, δέκα τεσσάρων μέτρων, β) να «περάσει» κατά σειρά ΚΑΙ τις τρεις αυτόματες αντιπυρικές ζώνες (τα «κανόνια»), γ) να «περάσει» το σύνολο των ψεκαστικών και των βενζινοκίνητων πυροσβεστικών μηχανών και δ) να εξαπλωθεί σε όλο το μήκος του χώρου συγκέντρωσης. Ιδίως το τελευταίο είναι απίθανο, αφενός διότι στον χώρο αυτόν δεν υπάρχει καύσιμη ύλη ώστε να εξαπλωθεί η φωτιά, αφετέρου διότι ο χώρος περιβάλλεται, σε κάθε σημείο του, από ψεκαστήρες, πυροσβεστικές μηχανές, πισίνες και 400 τόνους νερό.


Για να καταστεί σαφές πόσο αποτελεσματικό είναι το παραπάνω σύστημα προστασίας, δηλώνουμε ρητά ότι, μολονότι η πυρκαγιά της Πέμπτης κατέκαψε τα πάντα στον περιβάλλοντα χώρο, δεν κάηκε ούτε «φύλλο» των εγκαταστάσεών μας. Και τούτο μόνον με την χρήση της πρώτης αντιπυρικής μας ζώνης και της πρώτης ζώνης των αυτόματων «κανονιών» (!!!), καθώς, όπως αναφέρουμε στη συνέχεια, εξαναγκασθήκαμε να απομακρύνουμε τα ζώα από τις εγκαταστάσεις μας και να αποχωρήσουμε και οι ίδιοι. Δεν χρειάστηκε, δηλαδή για την αντιμετώπιση της πυρκαγιάς να χρησιμοποιηθούν, ούτε οι λοιπές τρεις ζώνες των αυτόματων κανονιών, ούτε τα τριάντα ψεκαστικά, ούτε οι οκτώ χειροκίνητες πυροσβεστικές μηχανές.
Ομοίως, και στις δύο προηγούμενες πυρκαγιές, όχι μόνο δεν κάηκε «φύλλο» από τις εγκαταστάσεις μας, αλλά το αντιπυρικό μας σύστημα (που τότε ήταν και ασφαλώς ελλιπέστερο) χρησιμοποιήθηκε από τις πυροσβεστικές δυνάμεις για να καταπολεμηθούν με επιτυχία οι φλόγες των όμορων περιοχών.

Αναφορικά με τα γεγονότα της Τρίτης (3/8) και της Παρασκευή (6/8), αυτά έχουν ως εξής: Την Τρίτη 3/8 ήταν πασίδηλο σε εμάς ότι η φωτιά δεν πλησίαζε καν τις εγκαταστάσεις μας. Σκέψη περί απομάκρυνσης των 140 ζώων από αυτές δεν υπήρξε, αφενός διότι δεν κινδυνεύαμε από τις φλόγες, αφετέρου επειδή το αντιπυρικό μας σύστημα μας καθιστούσε το πιο ασφαλές σημείο της περιοχής. Γνωρίζαμε δε πως ενδεχόμενη απομάκρυνση των ζώων από τις εγκαταστάσεις μας, μόνο χάος και κίνδυνο για τις ζωές τους θα προκαλούσε, όπως άλλωστε συνέβη με τους όμορους ομίλους, τα ζώα των οποίων έτρεχαν ελεύθερα στους δρόμους. Όταν έφτασαν στελέχη της αστυνομίας στις εγκαταστάσεις μας, τους ενημερώσαμε για το σύστημα πυρόσβεσής μας και τους διαβεβαιώσαμε ότι δεν υπάρχει κανένας απολύτως κίνδυνος και ότι θα μείνουμε όλοι με τα ζώα. Οι αστυνομικοί συμφώνησαν πλήρως μαζί μας, αλλά μας δήλωσαν πως είχαν άνωθεν εντολές να μην μείνει άνθρωπος στην Βαρυμπόμπη, καθώς θα είχαν «μεγάλο πρόβλημα αν κινδυνεύσει άνθρωπος».

Όταν τους δηλώσαμε ότι δεν αφήσουμε τα ζώα μόνα τους μας είπαν να ανοίξουμε τα σπιτάκια τους και να τα αφήσουμε ελεύθερα, επιλογή που απορρίψαμε αμέσως. Έτσι, με την απειλή συλλήψεων, μας συνόδευσαν στα σύνορα της Βαρυμπόμπης. Φυσικά, εμείς δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσουμε τα ζώα δίχως επιτήρηση (μολονότι δεν κινδύνευαν) και επιστρέψαμε αμέσως στις εγκαταστάσεις μας. Όπως, μάλιστα, αποδείχθηκε, είχαμε απόλυτο δίκιο εξαρχής και η φωτιά δεν πλησίασε καν τις εγκαταστάσεις μας. Δύο μέρες μετά, η φωτιά της Βαρυμπόμπης είχε αντιμετωπισθεί, οι κάτοικοι είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους και φυσικά, ουδείς περίμενε να ξεσπάσει νέα φωτιά και να απειλήσει εκ νέου την ίδια περιοχή. Συνεπώς, και πάλι, δεν υπήρχε λόγος για απομάκρυνση των ζώων την Τετάρτη και την Πέμπτη. Τονίζουμε μάλιστα ότι ήδη την Τρίτη απευθυνθήκαμε και στην ΓΑΔΑ και στον Δήμο Αχαρνών και στην Περιφέρεια και στην Πυροσβεστική και στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη , ζητώντας να μην ξαναεπιχειρήσουν να μας απομακρύνουν από την επιχείρησή μας στο μέλλον, καθώς δεν υπήρχε περίπτωση να εγκαταλείψουμε τα σκυλιά.


Αργά το βράδυ της Παρασκευής μας εστάλη μήνυμα περί εκκένωσης. Αυτή την φορά η φωτιά πλησίαζε τις εγκαταστάσεις μας, ωστόσο και πάλι, ήμασταν απολύτως σίγουροι ότι δεν υπήρχε κανένα κίνδυνο για εμάς και τα ζώα μας. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι κανείς από εμάς δεν απομακρύνθηκε από το σημείο για να σώσει την ζωή του. Σημειωτέον ότι, την ίδια στιγμή, καίγονταν τα σπίτια τριών ατόμων από το προσωπικό της πυρασφάλειάς μας, στην Βαρυμπόμπη, ωστόσο, προς τιμήν τους, παρέμεναν στο σημείο για να βοηθήσουν. Ωστόσο, και πάλι η αστυνομία μετέβη στις εγκαταστάσεις μας και υψηλόβαθμο στέλεχος αυτής δήλωσε στον ιδιοκτήτη μας ότι πρέπει να αποχωρήσουμε γιατί θα έχει τεράστιο πρόβλημα εάν κινδυνεύσει ανθρώπινη ζωή. Εμείς επιχειρήσαμε να πράξουμε όπως πράξαμε και την Τρίτη, δηλαδή να απομακρυνθούμε και αμέσως έπειτα να επιστρέψουμε στις εγκαταστάσεις μας. Ωστόσο, αυτή την φορά οι αστυνομικοί δεν μας άφησαν από τα μάτια τους και αποπειράθηκαν να μας συλλάβουν καθώς επιστρέφαμε στις εγκαταστάσεις μας. Μας σύστησαν να ανοίξουμε τα σπίτια των σκυλιών, να τα αφήσουμε να τρέχουν ελεύθερα και να απομακρυνθούμε. Φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να κάνουμε κάτι τέτοιο, όχι μόνο επειδή έχουμε νόμιμη υποχρέωση να μεριμνούμε για την σωματική ακεραιότητα των σκυλιών, αλλά και επειδή είμαστε βαθιά φιλόζωοι και οι ίδιοι. Στο ξενοδοχείο μας μάλιστα υπήρχαν την Παρασκευή και 40 αδέσποτα σκυλιά που σώσαμε την Τρίτη. Κατά το χρονικό αυτό σημείο είχαμε δύο επιλογές: ή να υπακούσουμε στις συστάσεις των αρχών και να θέσουμε σε κίνδυνο τα σκυλιά ή να μεριμνήσουμε για την μεταφορά των ζώων από τις εγκαταστάσεις μας. Φυσικά, επιλέξαμε το δεύτερο. Έτσι, επικοινωνήσαμε αμέσως με τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης «Smart Dogs», ο οποίος αφενός δέχθηκε να μεταφέρουμε τα σκυλιά στον χώρο του, αφετέρου (δεδομένου ότι ασχολείται με τα κοινά) μας προμήθευσε με ειδικό φορτηγό του Δήμου για την μεταφορά των ζώων.

Πέραν του ως άνω φορτηγού και των δικών μας μέσων (των 18 μελών της πυρασφάλειάς μας και των 6 υπαλλήλων μας), για λόγους ταχύτητας, ζητήσαμε και την συνδρομή εθελοντών για την μεταφορά των ζώων. Φυσικά, η άτακτη και βιαστική εκκένωση δημιούργησε στη συνέχεια τεράστια σύγχυση και προβλήματα στην επανένωση των ζώων με τους κηδεμόνες τους. Τονίζουμε, ωστόσο, πως μείναμε άπαντες στις εγκαταστάσεις μέχρι να απομακρυνθεί και το τελευταίο ζώο και, στη συνέχεια, αποχωρήσαμε και εμείς. Η φωτιά δεν έκαψε ούτε σπιθαμή από τις εγκαταστάσεις μας, δίχως μάλιστα να χρειαστεί να επιστρατευτούν καν τα χειροκίνητα μέσα πυρόσβεσης. Συνεπώς, για άλλη μία φορά αποδείχθηκε ότι, ούτε τα ζώα, ούτε εμείς, διατρέχαμε οποιονδήποτε κίνδυνο. Αντιθέτως, οι εγκαταστάσεις μας ήταν το πιο ασφαλές σημείο για όλους μας.

Σημειώνουμε δε ότι, αν και το χάος που προκλήθηκε ήταν αποτέλεσμα των διαταγών των αστυνομικών οργάνων, δεν επιρρίπτουμε οποιαδήποτε ευθύνη σε αυτούς, καθώς και αυτοί με την σειρά τους, εκτελούσαν εντολές, από πρόσωπα που δεν είχαν καμία γνώση των πυροσβεστικών μας μέσων. Δηλώνουμε ρητά πως κανένας από εμάς δεν εγκατέλειψε τις εγκαταστάσεις μας, μέχρι να αποχωρήσει και το τελευταίο ζώο. Τέλος, θα θέλαμε να απολογηθούμε για την ελλιπή ενημέρωση και για το γεγονός ότι δεν ήταν εφικτή η επικοινωνία μας με τους κηδεμόνες, κατά τη διάρκεια των παραπάνω περιστατικών. Τούτο συνέβη, όχι μόνο επειδή υπήρχε πρόβλημα στην ηλεκτροδότηση και στο δίκτυο επικοινωνιών, αλλά κυρίως επειδή όλο το προσωπικό μας προετοιμαζόταν πυρετωδώς για την πυρκαγιά, μεταφέροντας τα ζώα στον χώρο εκκένωσης και προετοιμάζοντας τα χειροκίνητα μέσα πυρόσβεσης.