• 28 Ιανουαρίου, 2022

Επαρχιώτης στην (ευρωπαϊκή) Ομόνοια…

 Επαρχιώτης στην (ευρωπαϊκή) Ομόνοια…

Φωτογραφία του Θανάση Μουτσόπουλου- Από το ough

Η εγχώρια πολιτική σκηνή συνηθίζει να επικαλείται συχνά το “πολιτικό υπόδειγμα” άλλων ευρωπαϊκών κρατών. “Επαρχιώτης στην Ομόνοια, τι να ζητάει”, θα απαντούσε κανείς μέσω των στίχων στον “Τσάμικο” του Σαββόπουλου (1983). ‘Εχει, όντως, αυτή η επίκληση κάτι από το έκπληκτο βλέμμα του αμαθούς και άπειρου επισκέπτη της πρωτευουσιάνικης αίγλης.

του ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΟΤΡΩΤΣΟΥ

Το κακό είναι, βεβαίως, πως τα πολιτικά μας κόμματα επικαλούνται την κουλτούρα συνεργασιών στη Γερμανία, την Ισπανία, την Ιταλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, την ώρα που την ξορκίζουν, ή, ακόμα χειρότερα, την υπονομεύουν στα καθ’ ημάς.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, για παράδειγμα, επιμένει σχεδόν εκβιαστικά στις κυβερνήσεις ισχυρής αυτοδυναμίας και θέτει το σχετικό δίλημμα ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Ενώ ο Αλέξης Τσίπρας ομνύει σε μια “προοδευτική διακυβέρνηση”, με μετέωρο τον προσδιορισμό του “προοδευτικού”, η οποία –για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους– δεν βρίσκει ικανοποιητική ανταπόκριση. Το αφήγημα, δε, εξειδικεύεται ως μέτωπο απέναντι στη Δεξιά, αν και ίσως θα έπρεπε να περιλαμβάνει κάτι ευρύτερο: το μέτωπο απέναντι στον ανορθολογισμό και τον κάθε προελεύσεως λαϊκισμό.

Το ζήτημα, ωστόσο, δεν εξαντλείται, ούτε στις περιορισμένου βεληνεκούς και ολίγον αόριστες προτάσεις συνεργασίας, ούτε στην προσπάθεια πειθαναγκασμού του εκλογικού σώματος πως οτιδήποτε δεν είναι αυτοδύναμο και πανίσχυρα συγκεντρωτικό δεν μπορεί να αποδώσει πολιτικά, οικονομικά και, κυρίως, κοινωνικά αποτελέσματα.

Η απλή αναλογική θα δημιουργήσει μία εντελώς νέα συνθήκη.

Η Ν.Δ επιθυμεί να την προσπεράσει καθώς την θεωρεί βρόγχο, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ επιδιώκει να την φέρει στα δικά του μέτρα και την αξιοποιεί ως επίδειξη ηγεμονίας στον χώρο της ευρύτερης κεντροαριστεράς. Η εκλογική αριθμητική, όμως, μπορεί να έχει άλλα σχέδια. Αφενός γιατί τα πιθανά “μηνύματα” μπορεί να μην αφορούν μόνο ένα εκ των δύο μεγαλύτερων κομμάτων αλλά και τα δύο (…), αφετέρου διότι είναι πιθανό να προκύψει αναβαθμισμένος ρυθμιστής μετά την εσωκομματική εκλογή στο ΚΙΝΑΛ. Τίποτε δεν είναι βέβαιο, κανένας σοβαρός σχεδιασμός, ωστόσο, δεν μπορεί να παραβλέψει κάποια -ή και όλες- από τις παραπάνω πιθανότητες.

Τι κάνουν, λοιπόν, τα κομματικά επιτελεία που εκδίδουν ανακοινώσεις …ενθουσιασμού για την πολιτική σωφροσύνη που επικρατεί σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες; Παράδειγμα πρόσφατο ο σχηματισμός της γερμανικής κυβέρνησης από τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD), τους Φιλελεύθερους (FDP) και τους Πράσινους. Μαξίμου, Κουμουνδούρου και Χαριλάου Τρικούπη ευαρεστήθηκαν για την εξέλιξη -για διαφορετικούς λόγους-, προσπερνούν, όμως, την κουλτούρα που αναδεικνύεται από την συνύπαρξη.

Σοσιαλδημοκράτες και Φιλελεύθεροι, και ακόμα περισσότερο οι δεύτεροι με τους Πράσινους, είναι σχήματα συνεργασιών που απορρίπτονταν από τα κομματικά στρατηγεία μέχρι πριν μερικά χρόνια, παρά την παράδοση των “μεγάλων συνασπισμών”. Η ετυμηγορία των γερμανών ψηφοφόρων και η εκλογική αριθμητική οδήγησαν, ωστόσο, σε μια συγκυβέρνηση “ανάγκης”. Επί περίπου δύο μήνες τα στελέχη των τριών κομμάτων έλιωσαν παπούτσια μέχρις ότου καταλήξουν σε μία προγραμματική διακήρυξη 115 σελίδων επί της ουσίας συμφωνήθηκε ο σχηματισμός της κυβέρνησης του Όλαφ Σολτς. Ουδείς διανοήθηκε μία νέα προσφυγή στις κάλπες.

Ενεοί οι εγχώριοι κομματικοί “επαρχιώτες” εκδήλωσαν την συμπάθειά τους για το γερμανικό “φανάρι”, ουδείς, όμως, σκέφτηκε οιαδήποτε προσαρμογή αυτής της κουλτούρας στα καθ΄ημάς. Όχι απαραίτητα ως πρόθεση, έστω ως ανάγκη και αποτέλεσμα της λαϊκής βούλησης. Έχουν κάνει κάποια συμφωνία με τον Θεό, ή βασίζονται τόσο πολύ στην τοξικότητα που δημιουργεί διχασμούς και στρατόπεδα εχθροπάθειας;

Στην Ιταλία, από την άλλη, ο Μάριο Ντράγκι -μεγαλοστέλεχος της Goldman Sachs και πρόεδρος της ΕΚΤ- ηγείται μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας που απαρτίζουν οι λαϊκιστές των “5 Αστέρων”, οι υπερδεξιοί, εθνικιστές και ακροδεξιοί της Λέγκας, το κεντροαριστερό Δημοκρατικό κόμμα, κεντρώοι και αριστεροί. Έτσι, προφανώς, το θέλησαν οι Ιταλοί ψηφοφόροι, το εκλογικό σύστημα και οι ανάγκες της χώρας να κυβερνηθεί. Κάποτε αυτό το ονομάζαμε “ιταλοποίηση” και το ξορκίζαμε. Τώρα;

Υπάρχουν κι άλλα τέτοια παραδείγματα. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, ο σοσιαλιστής Σάντσεθ συγκυβερνά με τους ριζοσπάστες Podemos και είναι η λαϊκιστική εκδοχή της Δεξιάς (Λαϊκό κόμμα) που τους αντιπολιτεύεται. Στην Πορτογαλία συγκυβέρνησαν (υπό καθεστώς ανοχής) επί έξι χρόνια οι Σοσιαλιστές με τους αριστερούς και τους κομμουνιστές.

Παντού, ωστόσο, στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης, οι συνεργασίες, ακόμα και οι πιο “περίπλοκες”, δοκιμάστηκαν και δοκιμάζονται, πουθενά δεν υπάρχει η απολυτότητα της αυτοδυναμίας, ή οι αποκλεισμοί.

Ουτοπικά ενδεχομένως όλα αυτά για την εγχώρια “Ομόνοια”. Η απλή αναλογική, ωστόσο, ίσως προκαλέσει μικρές ή μεγαλύτερες εκπλήξεις. Τι θα σηματοδοτήσει, για παράδειγμα, μια σχετικά μικρή διαφορά μεταξύ των δύο μεγαλύτερων κομμάτων; Θα εκληφθεί ως σήμα για να στηθούν οι επόμενες κάλπες και να εισέλθει η χώρα σε περίοδο αβεβαιότητας υπό τον εκβιασμό της ακυβερνησίας, ή θα μεταφραστεί ως αίτημα για συνεργασίες;

Το ΚΙΝΑΛ οδηγείται στην εκλογή νέας ηγεσίας με όρους αμετροέπειας. Και οι δύο διεκδικητές της οραματίζονται υψηλά διψήφια ποσοστά χωρίς να εξηγούν ποιος θα είναι ο ρόλος του κινήματος όταν έρθει αυτή η στιγμή. Η Ν.Δ επιμένει πως μόνο εκείνη μπορεί να κυβερνά και θεωρεί πως ο αντίπαλός της μόνο καταστροφή μπορεί να επιφέρει. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αναζητά τα ίχνη μιας προοδευτικής διακυβέρνησης, αδυνατεί, ωστόσο, να εξηγήσει πως το γερμανικό υπόδειγμα δεν μπορεί να υιοθετηθεί -σε κάποια εκδοχή του- στα καθ΄ημάς, ή γιατί το αριστερό Die Linke προτείνει, παραδείγματος χάριν, υποχρεωτικότητα στους εμβολιασμούς, ενώ ο ίδιος περιφέρεται μεταξύ αμφισημίας και αμηχανίας.

Όμως, ο Πάπας έφυγε. Και πήρε μαζί του το “αλάθητο”. Κι όσο ο δημόσιος λόγος βυθίζεται στο δηλητήριο και τους διχασμούς, τόσο δυσκολότερο γίνεται να προσαρμοστούμε στο “κεκτημένο” των συνεργασιών άλλων χωρών, στο οποίο ονμύουμε υποκριτικά.

Φωτό επάνω από το ough

Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο libre.gr είναι προσωπικές και εκφράζουν μόνο τον συγγραφέα.