• 17 Μαΐου, 2021

Διαρροή emails στο Guardian που ανεβάζουν έως και στο 62% τα ψευδώς θετικά self tests – Τι απαντά ο Γκίκας Μαγιορκίνης

 Διαρροή emails στο Guardian που ανεβάζουν έως και στο 62% τα ψευδώς θετικά self tests – Τι απαντά ο Γκίκας Μαγιορκίνης

Μέσω της εφημερίδας Guardian, διέρρευσαν emails κορυφαίων αξιωματούχων της βρετανικής κυβέρνησης που αυξάνουν τις αμφιβολίες για την εγκυρότητα των γρήγορων τεστ αντιγόνων και το κατά πόσο αυτά θα αποτελέσουν το βασικό κλειδί για την επιστροφή στην κανονικότητα.

Της Ρούλας Σκουρογιάννη

Μία παρόμοια συζήτηση έγινε και το απόγευμα κατά την ενημέρωση από το υπουργείο Υγείας, με τον Επίκουρο Καθηγητή Επιδημιολογίας και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνώμων Γκίκα Μαγιορκίνη, να δίνει τις σχετικές εξηγήσεις.

Όπως προκύπτει από τα δημοσιεύματα, το βρετανικό υπουργείο Υγείας παρακολουθεί διαρκώς τα δεδομένα και ήδη κάποια στελέχη εκφράζουν σκέψεις να περιοριστεί ο ρόλος των self tests στον σχεδιασμό της κυβέρνησης και αυτό βασίζεται στο γεγονός ότι τα γρήγορα τεστ αντιγόνων έχουν την προδιάθεση να εμφανίζουν θετικά αποτελέσματα ακόμα και σε εκείνους που τελικά δεν έχουν προσβληθεί από τον ιό.

  • Είναι χαρακτηριστικό ότι -σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία και με βάση το επίπεδο του τρέχοντος επιδημιολογικού φορτίου στην Αγγλία-εκτιμάται ότι το ποσοστό των λανθασμένα θετικών αποτελεσμάτων αγγίζει το 62%.

Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα της εφημερίδας Guardian, «από ό,τι φαίνεται στην πράξη τα self tests εμφανίζουν ένα σχετικά σταθερό ποσοστό θετικών αποτελεσμάτων. Αυτό σημαίνει ότι σε περιόδους έξαρσης του ιού «τυχαία» το αποτέλεσμα θα είναι σωστά θετικό, ενώ σε περιόδους ύφεσης του ιού η πλειονότητα των θετικών αποτελεσμάτων θα είναι λανθασμένη».

Στο πλαίσιο αυτό, σχετική ήταν ερώτηση που κλήθηκε να σχολιάσει ο καθηγητής κ. Γκ. Μαγιορκίνης: 

«Υποστηρίξατε ότι τα ψευδώς αρνητικά self tests είναι λιγότερα από 1 στα 1.000, που σημαίνει ότι η ευαισθησία τους φτάνει στο 99,9%. Όμως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και το ECDC, δηλώνουν ότι τα ψευδώς αρνητικά self tests μπορεί να είναι έως και 60 και για αυτό άλλωστε δεν συστήνονται. Τελικά τι ισχύει; Και μήπως δίνοντας έμφαση στα self-tests χάσουμε την αξιόπιστη επιτήρηση;».

Το «μπέρδεμα γύρω από αυτούς τους αριθμούς», προσπάθησε να εξηγήσει με την απάντησή του ο Επίκουρο Καθηγητή Επιδημιολογίας.

«Η ευαισθησία των self-test, όπως έχει μπει στις προδιαγραφές, είναι πάνω από 80% και στην πραγματικότητα είναι αρκετά υψηλότερη, διότι τα περισσότερα άτομα έχουν υψηλό ιικό φορτίο.

Όταν λέμε για τον αριθμό των ψευδώς αρνητικών, μιλάμε στο γενικό πληθυσμό. Αυτή τη στιγμή, πάμε και «τρέχουμε» 100 τεστ και βγαίνουν 100 αρνητικά. Δεν μπορεί να είναι τα 60 ψευδώς αρνητικά. Προφανώς στο γενικό πληθυσμό δεν έχουμε 60% επιπολασμό. Αν είχαμε 60% επιπολασμό, θα ήμασταν σε ανοσία της αγέλης ήδη.

Άρα, λοιπόν, δεν υπάρχουν αυτά τα νούμερα. Θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όταν λέμε ότι τα self-test 60% δίνουν ψευδός αρνητικά, διότι αυτό δεν συμβαίνει. Είναι λιγότερο από 1 στα 1.000. Οι αριθμοί μπορούν να μπούνε κάτω, το βγάζουν πολλές μελέτες και είναι δεδομένο αυτό, είναι ξεκαθαρισμένο.

Η ειδικότητα των μεθόδων στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως προκύπτουν από πληθυσμιακές μελέτες, είναι πολύ υψηλότερες από αυτές που υπάρχουν στα pre-marketing επίπεδα, δηλαδή στις μικρές μελέτες. Όταν πάμε σε μεγάλες μελέτες, φαίνεται ότι η ειδικότητά τους ξεπερνάει και το 99,9%».