• 29 Νοεμβρίου, 2020

Απαγόρευση συναθροίσεων: Συνέντευξη του συνταγματολόγου Α. Καϊδατζή στο libre- Σημείο προς σημείο η άποψη περί αντισυνταγματικότητας

 Απαγόρευση συναθροίσεων:  Συνέντευξη του συνταγματολόγου  Α. Καϊδατζή στο libre- Σημείο προς σημείο η άποψη περί αντισυνταγματικότητας

Τη διαφωνία του με την απόφαση Ελληνικής Αστυνομίας και της κυβέρνησης για την απαγόρευση των συναθροίσεων, διατυπώνει με νομικά επιχειρήματα ο επίκουρος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, Ακρίτας Καϊδατζής. «Αυτό δεν είναι πια περιορισμός ενός δικαιώματος για να εξυπηρετήσω ένα δημόσιο σκοπό, είναι αναστολή, καθολική αναστολή. Προσωρινή μεν, αναστολή όμως», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Συνέντευξη στον Νίκο Παπαδημητρίου

«Τέσσερις άνθρωποι που θα είναι στο δρόμο σε απόσταση ασφαλείας, με τήρηση των υγειονομικών πρωτοκόλλων, δεν αποτελούν κανένα κίνδυνο, δεν προξενούν αύξηση του ιικού φορτίου», σημειώνει επί της ουσίας του ζητήματος ο Α. Καϊδατζής και μιλά για τραγελαφικές καταστάσεις του τύπου,  αστυνομικοί να σταματούν στο δρόμο μια τετραμελή οικογένεια γιατί θεωρούν ότι αποτελούν μια συνάθροιση…

Στον πυρήνα του θέματος, «οι πολίτες, εμείς οι ίδιοι αρχίζουμε να συνηθίζουμε σε παράλογες εκ πρώτης όψεως, απαγορεύσεις στην ελευθερία μας ώσπου μια μέρα μπορεί να ξυπνήσουμε και να δούμε ότι έχουμε χάσει την ελευθερία μας», σημειώνει εμφατικά και για αυτό και ζητά, μέσω του libre, δημοκρατική, διαφανή και με τεκμηρίωση διαδικασία, εν προκειμένω να δοθεί στη δημοσιότητα η εισήγηση των επιστημόνων στην οποία στηρίχθηκε η απαγόρευση της Ελληνικής Αστυνομίας.

Με την επισήμανση, τέλος, ότι τα ελληνικά δικαστήρια δεν έχουν κρίνει ακόμη τις επίμαχες αποφάσεις, υπογραμμίζει τη δυνατότητα των πολιτών να προσφύγουν σήμερα στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητώντας προσωρινή διαταγή.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του επίκουρου καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, Ακρίτα Καϊδατζή, στο libre:

-Έχουμε στην περίπτωση που συζητάμε, κύριε καθηγητά, σύγκρουση δύο δικαιωμάτων, αυτού της συνάθροισης και εκείνου της προστασίας της δημόσιας υγείας, και αν ναι, τι είναι υπέρτερο;

Οι περισσότερες δυσχερείς υποθέσεις στο Συνταγματικό Δίκαιο αφορούν μια κατάσταση στην οποία συγκρούονται δύο εξίσου συνταγματικά προστατευτέα, έννομα αγαθά.

Εδώ μπορούμε να το θέσουμε και με όρους δικαιωμάτων, από τη μια το δικαίωμα στην υγεία και από την άλλη το δικαίωμα της συνάθροισης, αλλά θα έλεγα ότι είναι σύγκρουση μεταξύ ενός συλλογικού δικαιώματος, αυτού της συνάθροισης, και ενός δημόσιου σκοπού συνταγματικής περιωπής, της προστασίας της δημόσιας υγείας.

Η θεμελιώδης απάντηση που δίνει η επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου σε συνθήκες σύγκρουσης έννομων αγαθών, είναι η πρακτική εναρμόνιση, δηλαδή να μπορέσουμε να διασφαλίσουμε όσο γίνεται περισσότερο κι από το ένα κι από το άλλο, χωρίς ποτέ να φθάνουμε στην απόλυτη επικράτηση του ενός απέναντι στο άλλο.

-Και στο συγκεκριμένο για την απόφαση της Ελληνικής Αστυνομίας;

Εδώ, το πρόβλημα που δημιουργείται με την απόφαση του αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας είναι ότι επιβάλλει μια καθολική απαγόρευση, όλων, των κάθε είδους υπεύθυνων συναθροίσεων σε ολόκληρη την επικράτεια για τέσσερις ολόκληρες ημέρες. Αυτό δεν είναι πια περιορισμός ενός δικαιώματος για να εξυπηρετήσω ένα δημόσιο σκοπό, είναι αναστολή, καθολική αναστολή. Προσωρινή μεν, αναστολή όμως.    

-Από την πλευρά της ηγεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας ή της κυβέρνησης φαντάζομαι πως θα έλεγαν πως είναι καθολικό γιατί καθολικό είναι και το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε με την πανδημία…

Ακριβώς. Το κύριο εργαλείο που έχουμε, για να πετύχουμε το σκοπό της πρακτικής εναρμόνισης αντικρουόμενων συνταγματικών αγαθών, είναι η αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή μόνο τόσο και μόνο τότε θα περιοριστεί ένα δικαίωμα, τόσο ακριβώς όσο είναι αναγκαίο για να πετύχουμε το σκοπό του δημοσίου συμφέροντος που θέλουμε.

Τι θέλουμε να πετύχουμε με την απαγόρευση;

Τι μας λέει η ίδια η απόφαση του αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας;

Θέλουμε να πετύχουμε αποτροπή της διασποράς του κοροναϊού. Απολύτως σωστός, νόμιμος κι επιτρεπτός ο σκοπός αυτός, κι επιβεβλημένος, θα έλεγα, στις συνθήκες της πανδημίας που ζούμε. Τι σημαίνει αυτό;

Ότι θέλουμε να απαγορεύσουμε τη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων, μεγάλου πλήθους και άρα, να απαγορεύσουμε πολυάριθμες συγκεντρώσεις που κατά τεκμήριο συμβαίνουν στις μεγάλες πόλεις.

Αντ’ αυτού τι γίνεται;

Απαγορεύεται το σύνολο των συναθροίσεων σε ολόκληρη την επικράτεια, οπουδήποτε, για πάνω από τρεις ανθρώπους.

Τέσσερις άνθρωποι που θα είναι στο δρόμο σε απόσταση ασφαλείας, με τήρηση των υγειονομικών πρωτοκόλλων, δεν αποτελούν κανένα κίνδυνο, δεν προξενούν αύξηση του ιικού φορτίου.

Αν ήθελε πραγματικά να πετύχει το σκοπό της μείωσης του ιικού φορτίου από συγκέντρωση πλήθους, θα μπορούσε να το κάνει αφενός μεν επιλέγοντας ποιες συναθροίσεις και πού θα τις απαγορεύσει π.χ. σε μεγάλες πόλεις, για το Πολυτεχνείο και μόνο για εκείνη τη μέρα και πάνω από ένα ορισμένο κρίσιμο αριθμό ανθρώπων -αυτό είναι θέμα εισήγησης της επιτροπής του ΕΟΔΥ.

Η απαγόρευση κάθε συνάθροισης τεσσάρων και μόνο ανθρώπων είναι εξωφρενική και για έναν ακόμη λόγο:

  • αυτοί οι οποίοι θα κληθούν πρώτοι να εφαρμόσουν αυτήν την απαγόρευση, είναι το προσωπικό της αστυνομίας. Ξέρουμε όλοι πολύ καλά ότι το προσωπικό της αστυνομίας τείνει, όποτε μπορεί, να καταχράται ή να υπερμηνεύει τις αρμοδιότητές της. Μπορεί να φθάσουμε σε τραγελαφικά αποτελέσματα του τύπου, αστυνομικοί να σταματούν στο δρόμο μια τετραμελή οικογένεια γιατί θεωρούν ότι αποτελούν μια συνάθροιση.

-Είπατε νωρίτερα, «αν ήθελε πραγματικά να πετύχει το σκοπό της μείωσης του ιικού φορτίου από συγκέντρωση πλήθους». Υπονοείτε κάτι;

Δεν υπονοώ τίποτε, θεωρώ ότι υποκρύπτεται σε αυτήν την κραυγαλέα ρύθμιση μια σκοπιμότητα που υπερβαίνει το δηλούμενο σκοπό, της αποτροπής της διασποράς του ιού.

H ένταση, το εύρος και η καθολικότητα του περιορισμού που επιβάλλεται για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού, μοιάζει να μη συνάδει, να μην υπάρχει αντιστοιχία μέσου και σκοπού. Άρα, μπορεί να σκεφθεί κάποιος ότι μπορεί να κρύβεται κάποιου άλλου είδους σκοπιμότητα.

Δεν είμαι εγώ αυτός που θα πει ποια είναι η σκοπιμότητα αυτή αλλά πρέπει να το σκεφθούμε σοβαρά αν υπάρχει κάποια πολιτική ή άλλη σκοπιμότητα πίσω από αυτό.

Αυτό είναι που κυρίως με προβληματίζει ότι αυτού του τύπου οι απαγορεύσεις, είναι ότι, αν δεν υπάρχει αντίδραση απέναντί τους έγκαιρα, συλλογικά και μαζικά, δημιουργούν ένα είδος μιθριδατισμού στην κοινωνία. Οι πολίτες, εμείς οι ίδιοι αρχίζουμε να συνηθίζουμε σε παράλογες εκ πρώτης όψεως, απαγορεύσεις στην ελευθερία μας ώσπου μια μέρα μπορεί να ξυπνήσουμε και να δούμε ότι έχουμε χάσει την ελευθερία μας.

Είναι μικρό βήμα θα πει κάποιος. Μπορεί να είναι ένα μικρό βήμα που μαζί με άλλα, μικρά βήματα, να μας οδηγήσει σε λογικές αυταρχισμού και εκτροπές από τη δημοκρατική ομαλότητα.

-Εσείς, κύριε καθηγητά, από το πρώτο ακόμη, κύμα της πανδημίας είχατε υπογραμμίσει τον κίνδυνο περιστολής των δημοκρατικών ελευθεριών, με αφορμή το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ολόκληρη η υφήλιος…

Και τότε, τον Μάρτιο, αυτό που έλεγα και έγραφα, και το επαναλαμβάνω και τώρα, είναι ότι κανένας λογικός άνθρωπος δεν αντιτίθεται στα μέτρα, που είναι επιβεβλημένα. Αυτό που είχα τότε επισημάνει, είναι ο τρόπος λήψης των μέτρων, που πρέπει να γίνεται με δημοκρατική διαδικασία, διαφανής, με τεκμηρίωση.

Να σας φέρω ένα παράδειγμα;

  • Η απόφαση του αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας πρέπει να ληφθεί μετά από εισήγηση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων του ΕΟΔΥ. Στην απόφαση υπάρχει επίκληση μιας εισήγησης της επιτροπής του ΕΟΔΥ από τις 4 Νοεμβρίου. Αυτή γιατί δεν δόθηκε στη δημοσιότητα, για να ξέρουμε τι ακριβώς εισηγήθηκαν οι ειδικοί, οι επιστήμονες, οι εμπειρογνώμονες, και αν πράγματι εισηγήθηκαν αυτό το μέτρο; Γιατί αυτό είναι στοιχείο ελέγχου της νομιμότητας της απόφασης. Εάν ελήφθη η απόφαση μετά από πρόταση εμπειρογνωμόνων ή προσχηματικά υπάρχει επίκληση μιας εισήγησης. Όλα αυτά είναι στο σκοτάδι, όλα αυτά είναι έλλειμμα δημοκρατικής διαφάνειας.

Πριν ληφθεί μια τέτοια απόφαση θα έπρεπε να είχαν δοθεί στη δημοσιότητα όλα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν την αναγκαιότητά της. Αν είχε γίνει αυτό  πιθανώς οι αντιδράσεις να ήταν μικρότερες, να κατανοούσαμε ότι είμαστε υπερβολικοί ή ότι κάνουμε λάθος.

Όσο όμως αποκρύπτονται από τη δημοκρατική δημοσιότητα οι πραγματικοί λόγοι και η τεκμηρίωση, παραμένουμε κι εμείς καχύποπτοι.

-Συνάδελφοί σας πάντως όπως οι κ. Αλιβιζάτος και Μανιτάκης έχουν δηλώσει ότι έχουμε Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου από τον περασμένο Μάρτιο -η οποία επικυρώθηκε μετά από τη Βουλή- συνεπώς υπάρχει το νομοθετικό πλαίσιο το οποίο επιτρέπει αυτού του είδους τις απαγορεύσεις. Ποια η δική σας προσέγγιση;

Ναι, βεβαίως υπάρχει η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου και προφανώς αυτό ισχύει. Η διαφορά είναι ότι η Πράξη αυτή έχει, κατά τη γνώμη μου, σοβαρότατο πρόβλημα αντισυνταγματικότητας.

Γιατί το άρθρο 11 του Συντάγματος που ρυθμίζει τις υπαίθριες συναθροίσεις, επιτρέπει απαγόρευση συναθροίσεων μόνο για σοβαρούς λόγους δημόσιας ασφάλειας. Και οι λόγοι δημόσιας υγείας δεν ανήκουν στους επιτρεπτούς λόγους για την απαγόρευση συναθροίσεων.

Με αυτή τη διάταξη της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου προστίθεται δηλαδή ένας λόγος απαγόρευσης συναθροίσεων που δεν προβλέπεται στο Σύνταγμα. Ο κ. Αλιβιζάτος, στη δήλωσή του είπε ότι αυτό δεν έχει κριθεί αντισυνταγματικό από κανένα δικαστήριο. Δεν μας είπε όμως ότι δεν έχει εφαρμοσθεί ακόμη, ότι αυτή ήταν η πρώτη εφαρμογή της διάταξης, άρα πώς να κρίνουν τα δικαστήρια; Τώρα θα κρίνουν τα δικαστήρια, ως τώρα δεν έχει εφαρμοσθεί. Συνεπώς δεν υπάρχει κάποια έμμεση δικαστική επιδοκιμασία. Αντιθέτως, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων εξέδωσε μια αρκετά σκληρή ανακοίνωση. Επομένως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι υπάρχει ένα ζήτημα, μπορούμε να έχουμε διαφορετικές εκτιμήσεις, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε σαν να μην υπάρχει πρόβλημα. Αυτό είναι εθελοτυφλία.

-Μπορούν δηλαδή πολίτες να προσφύγουν κατά της απόφαση του αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας;

-Ναι, βεβαίως. Δεν ξέρω αν έχει ήδη υπάρξει κάποια τέτοια πρωτοβουλία (σ.σ. η συνέντευξη με τον Α. Καϊδατζή έγινε το βράδυ της Κυριακής), αλλά και αύριο κιόλας (σ.σ. σήμερα δηλαδή) μπορούν να προσφύγουν με αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Μπορούν να ζητήσουν από την πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας προσωρινή διαταγή. Αυτό ισχύει γενικά, αλλά προβλέπεται ειδικά και στο νόμο Χρυσοχοΐδη (ν. 4703/2020).