Το “αόρατο” εκλογικό σώμα θα κρίνει τις εκλογές και το μετεκλογικό τοπίο
✨Η συμμετοχή των ψηφοφόρων παρέμεινε κοντά στο 80% μέχρι το 2009, αλλά μετά την οικονομική κρίση και τα μνημόνια μειώθηκε δραματικά.
✨Από το 2019 έως το 2024, χάθηκαν 1.700.000 ψηφοφόροι, με σημαντική πτώση των ψήφων σε Ν.Δ και ΣΥΡΙΖΑ, ενώ μικρές αυξήσεις κατέγραψαν ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ και Ελληνική Λύση.
✨Η ίδρυση νέων κομμάτων δεν φαίνεται να αναζωπυρώνει τη συμμετοχή, καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν περιορισμένη δυναμική προσέλκυσης αποχαρακτηρισμένων ψηφοφόρων.
✨Η πολιτική σταθερότητα εξαρτάται από τη συμμετοχή των πολιτών και την εμπιστοσύνη τους, με αυξανόμενη αποχή να απειλεί τη δημοκρατική αντιπροσωπευτικότητα.
Από το 1974 μέχρι και το 2009 η συμμετοχή των ψηφοφόρων σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις κυμάνθηκε σταθερά κοντά στο 80%- το υψηλότερο ποσοστό σημειώθηκε στη διπλή κάλπη του 1989 (Ιούνιος και Νοέμβριος). Όλα άλλαξαν μετά την χρεοκοπία και την υπαγωγή στα μνημόνια. Δεν κατέρρευσε μόνο το ΑΕΠ, δεν πτωχοποιήθηκαν βίαια οι περισσότεροι, άλλαξε άρδην και η εκλογική συμπεριφορά των πολιτών. Αποδομήθηκε η σχέση εμπιστοσύνης με το πολιτικό σύστημα, εκδηλώθηκαν φαινόμενα παραίτησης και απαξίωσης της πολιτικής και εμφιλοχώρησε ο θυμός στον τρόπο με τον οποίο οι ψηφοφόροι αντιμετώπιζαν τα κόμματα.
Κομβική εκλογική αναμέτρηση ήταν αυτή του 2012. Από το 29%, τρία χρόνια νωρίτερα (νίκη του ΠΑΣΟΚ με τον Γ. Παπανδρέου), η αποχή αυξήθηκε στο 35%, τον Σεπτέμβριο του 2015 (μετά την υπαγωγή στο 3ο μνημόνιο επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) εκτινάχθηκε στο 44%, και στις δεύτερες εκλογές του 2023 σημειώθηκε ιστορικό ρεκόρ αποχής με 47%. Ένα χρόνο αργότερα, στις ευρωεκλογές του 2024 η αποχή άγγιξε το 59%!
Από τις εκλογές του 2019 μέχρι τις ευρωεκλογές του 2024 “χάθηκαν” από το εκλογικό σώμα 1.700.000 ψηφοφόροι, έχει, μάλιστα, ιδιαίτερη σημασία να δει κανείς πόσο μειώθηκε το εκλογικό ακροατήριο των κομμάτων.
Για παράδειγμα, στις εκλογές του 2019 η Ν.Δ έλαβε 2.251.426 ψήφους, ενώ στις ευρωεκλογές του 2024 μόνο 1.125.602. Γενικά, από τους “χαμένους ψηφοφόρους” σε αυτή την πενταετία, το 65% “αφαιρέθηκε” από το τμήμα εκείνο του εκλογικού σώματος που επέλεγε παραδοσιακά το κυβερνών κόμμα. Αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ, στο ίδιο διάστημα, έχασε περίπου 1.188.000 ψήφους, τα 2/3 της εκλογικής του δύναμης. Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ κέρδισε περίπου 50.000 ψηφοφόρους, το ΚΚΕ 68.000 και η Ελληνική Λύση 160.000.
Γιατί παραθέτουμε αυτά τα στοιχεία. Διότι οι επόμενες εκλογές, που δικαίως χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερα κρίσιμες, θα διεξαχθούν με ένα άγνωστο εκλογικό σώμα. Θα σημειωθεί αναστροφή ώστε ένα μέρος των “χαμένων ψηφοφόρων” να επιστρέψει στις κάλπες, ή θα βαθύνει το χάσμα εμπιστοσύνης και θα βρεθούμε μπροστά σε μία ακόμα “ιστορική” αποχή;
Η ίδρυση νέων κομμάτων, πρωτίστως η ΕΛ.Α.Σ του Αλέξη Τσίπρα, και μετά η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού, αλλά και το υπό ίδρυση κόμμα του Αντώνη Σαμαρά, θεωρήθηκε ότι είναι πιθανό να φέρουν στις κάλπες ένα μέρος από αυτό το απωλεσθέν εκλογικό σώμα. Ως προς τα δύο πρώτα δεν φαίνεται να προκύπτει κάτι τέτοιο.
Η Καρυστιανού βρίσκεται, πλέον, μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, με κατακρήμνιση των δημοσκοπικών ποσοστών της, μόλις τέσσερις μήνες από την ίδρυση του νέου φορέα, και είναι άδηλο ακόμα και το εάν θα κατορθώσει να εκπροσωπηθεί στην επόμενη Βουλή (γι’ αυτό και η ίδια από την βεβαιότητα ότι θα κυβερνήσει τη χώρα, έφτασε στο σημείο να δηλώνει πώς εάν δεν υπερβεί το όριο του 3%… μάλλον θα φύγει από τη χώρα!).
Ο Τσίπρας πέτυχε να συγκεντρώσει το μεγαλύτερο τμήμα της κατακερματισμένης κεντροαριστεράς και να πλησιάσει (δημοσκοπικά) το ποσοστό που έλαβε, ως πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, στις εκλογές του 2023. Δεν διαπιστώνεται ακόμα δυναμική προσέλκυσης παραιτημένων ψηφοφόρων, κάτι που θα βοηθούσε σημαντικά να φθάσει ή και να υπερβεί το 20% και να αναδειχθεί λογικά διεκδικητής της εξουσίας.
Ως προς το κόμμα Σαμαρά, αναμένουμε, φυσικά, την ίδρυσή του και την τοποθέτησή του στο πολιτικό στερέωμα, ώστε να μετρηθεί κανονικά στις δημοσκοπήσεις. Και πάλι θεωρητικά, ίσως έχει την δυνατότητα να προσεταιρισθεί τμήμα των “χαμένων ψηφοφόρων” της Ν.Δ.
Εκείνο, όμως, που έχει ακόμα μεγαλύτερη αξία είναι εάν το πολιτικό σύστημα -σε κάθε εκδοχή του- μπορεί να αποκαταστήσει τη σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες, ή εάν το αόρατο (στις μετρήσεις) εκλογικό σώμα έχει αποφασίσει να “εκβιάσει” έμμεσα, είτε με την ψήφο του, είτε δια της αποχής, για αλλαγή των συσχετισμών. Στην τελευταία δημοσκόπηση της Metron Analysis (Mega), για παράδειγμα, η άποψη υπέρ των μονοκομματικών κυβερνήσεων κερδίζει το 51% των πολιτών (αυξήθηκε μερικές μονάδες), ενώ όσοι προτιμούν τις κυβερνήσεις συνεργασίας φτάνουν το 49%. Σε πρώτη ματιά, αυτό ευνοεί τη Ν.Δ με το σκληρό δίλημμα περί ακυβερνησίας που βάζει ο πρωθυπουργός, δεν είναι, όμως, καθόλου βέβαιο πώς αυτό θα προβληθεί και στις επόμενες κάλπες.
Εν κατακλείδι, η πολιτική σταθερότητα δεν αφορά τα εκλογικά ποσοστά των κομμάτων και το εάν θα προκύψει αυτοδύναμη πλειοψηφία, αλλά εξαρτάται από τον βαθμό συμμετοχής των πολιτών στην πολιτική καθημερινότητα και στις κάλπες. Καμία κυβέρνηση, αυτοδύναμης ή συνεργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί στέρεη όταν δεν είναι αντιπροσωπευτική. Εάν στις εκλογές προσέλθουν οι μισοί ή και λιγότεροι από το ενεργό εκλογικό σώμα, η αναντιστοιχία είναι σοβαρή και ρίχνει νερό στον μύλο του αντισυστημισμού.