Γιατί οι νέες συσκευές χαλάνε πιο γρήγορα από τις παλιές; Η πραγματικότητα πίσω από τον μύθο
✨Η μέση διάρκεια ζωής των οικιακών συσκευών στην Ευρώπη αυξήθηκε ελαφρά από 2019 έως 2023, με μεγάλες συσκευές να φτάνουν τα 12,5 χρόνια.
✨Πολλές σύγχρονες συσκευές γίνονται μη επισκευάσιμες ή οικονομικά ασύμφορες λόγω σύνθετων τεχνολογιών και υψηλού κόστους ανταλλακτικών και επισκευών.
✨Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προωθεί κανόνες για ανθεκτικά, επισκευάσιμα προϊόντα, καταπολεμώντας αβάσιμους ισχυρισμούς για τη διάρκεια ζωής και επισκευασιμότητα.
✨Οι καταναλωτές καλούνται να ζυγίζουν το κόστος επισκευής έναντι αντικατάστασης, καθώς πολλές βλάβες είναι οικονομικά επιλύσιμες, ενώ άλλες καθιστούν την αγορά νέας συσκευής προτιμότερη.
Ερώτημα: Έχετε και εσείς την αίσθηση ότι πιο καινούργιες ηλεκτρικές συσκευές σας χαλούν πιο γρήγορα σε σχέση με τις παλαιότερες; Απάντηση: Η αίσθηση έχει να κάνει περισσότερο με μύθο και λιγότερο με απτή πραγματικότητα, ωστόσο έχει μερικά ψήγματα αλήθειας. Να εξηγηθούμε με στοιχεία: Σύμφωνα με τον European Environmene Agency (ΕΕΑ) που προχώρησε σε σχετική μελέτη, η μέση διάρκεια ζωής των οικιακών συσκευών αυξήθηκε ελαφρά — κατά περίπου 2% την περίοδο 2019-2023. Για τις μεγάλες οικιακές συσκευές, μάλιστα, η μέση διάρκεια ζωής αυξήθηκε από 11,6 χρόνια το 2019 σε 12,5 χρόνια το 2023.
Ομως, και εδώ απαιτείται η προσοχή σάς, παλαιότερες ευρωπαϊκές μελέτες είχαν εντοπίσει φαινόμενα πρόωρης απαξίωσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα πλυντήρια: στοιχεία που χρησιμοποίησε το EEA έδειχναν πραγματική διάρκεια ζωής περίπου 8,3 χρόνια, έναντι σχεδιαζόμενης διάρκειας περίπου 10 ετών και διάρκειας που οι καταναλωτές θεωρούσαν επιθυμητή περίπου 12,7 χρόνια.
Οι σύγχρονες συσκευές παραμένουν τεχνικά λειτουργικές αλλά τεχνολογικά ξεπερνιώνται πιο γρήγορα με ότι αυτό συνεπάγεται για την αντικατάστασή τους. Ας το πούμε και διαφορετικά. Βγαίνουν εκτός “μόδας”, δεν είναι πια in (και αυτό το βλέπουμε, ας πούμε, στα κινητά τηλέφωνα).
Ξεπερασμένο hardware
Ειδικοί επισημαίνουν ότι ειδικά στις συσκευές υψηλής τεχνολογίας, ένας συχνός λόγος αντικατάστασης δεν είναι η βλάβη του hardware αλλά το ξεπερασμένο λογισμικό. Παράλληλα, οι καταναλωτές συχνά προτιμούν την αντικατάσταση αντί της επισκευής επειδή η επισκευή θεωρείται ακριβή.
Αν πράγματι δεν υπάρχουν πολλά ανταλλακτικά στην αγορά, το κόστος της επισκευής είναι συχνά δυσθεώρητο, τόσο ώστε η αγορά νέας συσκευής να θεωρείται πιο συμφέρουσα.
Παράδειγμα: Σας χαλά ένα παλιό πλυντήριο. Σας ενημερώνουν ότι η επισκευή θα κοστίσει 200 ευρώ. Ξέρετε ότι με 300-350 ευρώ μπορείτε να αγοράσετε ένα καινούργιο πλυντήριο. Λογικά καταλήγετε στην επιλογή αγοράς νέας συσκευής και μάλλον πράττετε ορθά.
Υπάρχει αυτό που ονομάζουμε “προγραμματισμένη απαξίωση” μίας συσκευής; Εδώ τα πράγματα είναι περισσότερο σύνθετα.
Με το ζήτημα έχει ασχοληθεί επισταμένως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήδη από το 2017. Ο θεσμός ζητούσε μέτρα για προϊόντα που είναι ανθεκτικά, επισκευάσιμα και αναβαθμίσιμα, ενώ αναγνώριζε προβλήματα όπως η δυσκολία επισκευής, η έλλειψη ανταλλακτικών και το υψηλό κόστος επισκευής.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί πως οι κατασκευαστές σχεδιάζουν συστηματικά τις σύγχρονες συσκευές ώστε να χαλούν επίτηδες νωρίτερα. Η «προγραμματισμένη απαξίωση» είναι υπαρκτό αντικείμενο έρευνας, αλλά η απόδειξη ότι αποτελεί γενικευμένη πρακτική για όλες τις κατηγορίες συσκευών είναι πολύ πιο δύσκολη.
Θα πρέπει να σημειώσουμε παράλληλα ότι οι παλιές συσκευές ήταν συχνά μηχανικά απλούστερες, κατά συνέπεια και ευκολότερες στην επισκευή. Μια βλάβη σε έναν μηχανικό διακόπτη μπορούσε να διορθωθεί σχετικά απλά. Σε μια σύγχρονη συσκευή, η αντίστοιχη βλάβη μπορεί να αφορά πλακέτα, αισθητήρα ή λογισμικό και να καθιστά την επισκευή οικονομικά ασύμφορη.
Αρα, δεν είναι απαραίτητο ότι οι νέες συσκευές χαλούν γρηγορότερα. Είναι όμως πιθανότερο μια σύγχρονη συσκευή να γίνει μη επισκευάσιμη ή οικονομικά ασύμφορη νωρίτερα. Και αυτό το γεγονός να γεννά τελικά την αίσθηση ότι οι νέες συσκευές χαλούν τελικά νωρίτερα.
Σε κάθε περίπτωση, μόλις το 2024 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε νέους κανόνες που αντιμετωπίζουν ως προβληματικές πρακτικές, μεταξύ άλλων, τους αβάσιμους ισχυρισμούς για τη διάρκεια ζωής ενός προϊόντος και την παρουσίαση προϊόντων ως επισκευάσιμων όταν στην πράξη δεν είναι.
Η ανθεκτικότητα και η επισκευασιμότητα θεωρούνται πλέον σοβαρό ζήτημα προστασίας του καταναλωτή στην ΕΕ.
Τι πρέπει να έχουν κατά νου οι καταναλωτές
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι αρκετές από τις συνηθέστερες βλάβες είναι σχετικά οικονομικές. Για τα πλυντήρια ρούχων, για παράδειγμα, συχνά προβλήματα είναι η αντλία, τα αμορτισέρ, ο κάδος και οι φλάντζες. Ενδεικτικός ελληνικός τιμοκατάλογος δίνει 80-220 ευρώ για αντλία, 70-150 ευρώ για αμορτισέρ, 80-250 ευρώ για δυσλειτουργία κάδου και 70-150 ευρώ για φλάντζες ή σωλήνες.
Στα πλυντήρια πιάτων, συναντώνται βλάβες στον πίνακα ελέγχου, τον κινητήρα, την ασφάλεια της πόρτας και τους βραχίονες ψεκασμού. Οι ενδεικτικές τιμές στην Ελλάδα κυμαίνονται από 80 έως 220 ευρώ για κινητήρα, 100-200 ευρώ για πίνακα ελέγχου και 80-200 ευρώ για κλειδαριά πόρτας.
Στα ψυγεία, ο θερμοστάτης, ο ανεμιστήρας και η αποχέτευση είναι μεταξύ των συχνών προβλημάτων: περίπου 100-250 ευρώ για θερμοστάτη με ηλεκτρονικά, 80-150 ευρώ για ανεμιστήρα και 60-100 ευρώ για καθαρισμό φραγμένης αποχέτευσης. Η αντικατάσταση συμπιεστή είναι πολύ ακριβότερη και μπορεί να φτάσει ή να ξεπεράσει τα 400 ευρώ.
Στα στεγνωτήρια, οι συχνότερες βλάβες αφορούν το θερμαντικό στοιχείο, τον θερμοστάτη, τον ιμάντα ή τα ρουλεμάν, με ενδεικτικά κόστη 80-300, 100-250 και 80-200 ευρώ, αντίστοιχα.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι δεν είναι κάθε βλάβη λόγος αντικατάστασης. Μια αντλία, μια φλάντζα ή ένας θερμοστάτης συνήθως αξίζει να επισκευαστούν. Αντίθετα, μια ακριβή ηλεκτρονική πλακέτα ή ένας συμπιεστής σε παλιά συσκευή μπορεί να κάνει την αγορά καινούργιας οικονομικά ελκυστικότερη.
Η επισκευή, επομένως, δεν είναι μόνο ζήτημα αν «φτιάχνεται» μια συσκευή, αλλά αν συμφέρει να φτιαχτεί.
Η τελική απόφαση ανήκει πάντα στον κάτοχο της συσκευής και λαμβάνεται ανάλογα και με την οικονομική του κατάσταση.