Καρτάλης στο libre: “Οι πόλεις εισβάλλουν στα δάση”- Ο τριπλασιασμός των ακραίων φαινομένων στην Αττική και η νέα απειλή των Data Centers
✨Η Ανατολική Μεσόγειος αντιμετωπίζει σοβαρές επιπτώσεις από την κλιματική κρίση, με αύξηση των ημερών καύσωνα και ξηρασίας που εντείνουν τις δασικές πυρκαγιές.
✨Η χρήση δορυφορικών δεδομένων βοηθά στην πρόληψη και αποκατάσταση πυρκαγιών, αν και υπάρχουν περιορισμοί στην έγκαιρη ανίχνευση και παρακολούθηση των μετώπων.
✨Η επέκταση των πόλεων προς τα δάση αυξάνει την ευαλωτότητα στις πυρκαγιές, καθιστώντας αναγκαία αυστηρούς πολεοδομικούς κανόνες και ζώνες ανάσχεσης γύρω από τα δάση.
✨Η απώλεια περιαστικών δασών επιδεινώνει το μικροκλίμα και την ποιότητα αέρα των πόλεων, ενώ οι κλιματικές αλλαγές αναμένονται να επιδεινωθούν τα επόμενα χρόνια.
Σε μια περίοδο όπου η Ανατολική Μεσόγειος δοκιμάζεται έντονα ως αναγνωρισμένο «hot spot» της κλιματικής κρίσης, οι δασικές πυρκαγιές και η θερμική επιβάρυνση των πόλεων απαιτούν επαναξιολόγηση των στρατηγικών πρόληψης και πολιτικής προστασίας.
Ο Καθηγητής του ΕΚΠΑ και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κλιματική Αλλαγή, Κώστας Καρτάλης, αναλύει τη νέα, επιθετική δυναμική των πυρκαγιών που τροφοδοτείται από τα συνδυασμένα φαινόμενα καύσωνα και ξηρασίας.
Όπως αποκαλύπτει η έρευνα του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι ημέρες με ταυτόχρονο καύσωνα και ξηρασία στην Αττική έχουν εκτοξευθεί από 45 (την περίοδο 1971-2000) σε 150 (την περίοδο 2001-2023), καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για αυστηρούς πολεοδομικούς κανόνες, ζώνες ανάσχεσης (buffer zones) και προληπτική διαχείριση.
Παράλληλα, ο κ. Καρτάλης τοποθετείται για τα όρια και τις προοπτικές της δορυφορικής τεχνολογίας στην παρακολούθηση των μετώπων, υπογραμμίζει την ανάγκη απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη χωροθέτηση μεγάλων Data Centers κοντά σε κατοικημένες περιοχές ή ζώνες προστασίας.
Συνέντευξη στον Χρόνη Διαμαντόπουλο
–Κύριε καθηγητά, με βάση τα δεδομένα του φετινού καλοκαιριού στην Ελλάδα και την Ευρώπη, σε ποιο βαθμό οι παρατεταμένοι καύσωνες και η μείωση της υγρασίας του εδάφους άλλαξαν τη δυναμική και την ταχύτητα εξάπλωσης των δασικών πυρκαγιών;

Παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίας και καύσωνες καθιστούν τις δασικές πυρκαγιές όταν εκδηλωθούν – από άλλα ως προς την κλιματική αλλαγή αίτια – περισσότερο επιθετικές και δυσκολότερα κατασβέσιμες. Οι συνθήκες επιδεινώνονται όταν καύσωνες και ξηρασία συμβαίνουν τις ίδιες ημέρες (πρόκειται για λεγόμενα συνδυασμένα φαινόμενα). Από έρευνα μας στο ΕΚΠΑ, διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός των ημερών κατά τις οποίες έχουν συνδυασμένα φαινόμενα καύσωνα και ξηρασίας στην Αττική, αυξήθηκε από 45 στο διάστημα 1971-2000 σε 150 στο διάστημα 2001-2023. Το στοιχείο αυτό από μόνο του μεταφράζεται στην ανάγκη μίας άλλης πολιτικής προληπτικής διαχείρισης των δασικών πυρκαγιών.
–Πώς μπορούν τα σύγχρονα δορυφορικά δεδομένα – όπως η θερμική ανίχνευση και η χαρτογράφηση της δασικής ύλης – να αξιοποιηθούν σε πραγματικό χρόνο για την πρόληψη, και όχι απλώς για την καταγραφή των καμένων εκτάσεων;
Δορυφορικά δεδομένα μπορούν να αξιοποιηθούν κυρίως πριν και μετά μια δασική πυρκαγιά. Πριν την πυρκαγιά για την καταγραφή της δασικής ύλης (είδος και πυκνότητα βλάστησης), της υγρασίας εδάφους, τοπογραφικών χαρακτηριστικών (λ.χ. κλίση εδάφους) ώστε να διαμορφωθεί μία εκτίμηση ευαλωτότητας της περιοχής αν προκύψει δασική πυρκαγιά. Μετά την πυρκαγιά για την αποτίμηση των επιπτώσεων και την υποστήριξη των δράσεων αποκατάστασης. Όμως τα τρέχοντα δορυφορικά δεδομένα δεν επαρκούν για την ανίχνευση μίας δασικής πυρκαγιάς ή τη συνεχή παρακολούθηση μίας δασικής πυρκαγιάς για λόγους που συνδέονται με περιορισμούς στη χωρική και χρονική ανάλυση τους (λ.χ. δεν εντοπίζονται έγκαιρα). Όμως, εκτιμάται ότι η επιχειρησιακή λειτουργία των μικροδορυφόρων που τέθηκαν πρόσφατα σε τροχιά, θα καλύψει σε ένα βαθμό τα σημερινά κενά στην έγκαιρη ανίχνευση και συνεχή παρακολούθηση.
–Οι μεγάλες πυρκαγιές πλέον αγγίζουν ή και εισβάλλουν στον αστικό ιστό. Πως αντιμετωπίζεται αυτό το θέμα;
Από μία έρευνα μας στο ΕΚΠΑ, προκύπτει το αντίθετο. Δηλαδή ότι οι πόλεις εισβάλλουν στα δάση και κατά συνέπεια γίνονται περισσότερο ευάλωτες σε μία δασική πυρκαγιά. Το είδαμε αυτό και τη μεγάλη πυρκαγιά στη βόρεια Αττική αλλά και σε αυτή της Πάτρας. Αρα, χρειάζονται αυστηροί πολεοδομικοί κανόνες, ουσιαστικά αποφυγή κατασκευών εντός των δασών και δασικών εκτάσεων και διαμόρφωση ζωνών ανάσχεσης (buffer zones) γύρω από τα δάση. Πρόκειται για καθορισμένες λωρίδες γης που περιβάλλουν τη δασική βλάστηση με σκοπό την προστασία του οικοσυστήματος, τον περιορισμό των φυσικών καταστροφών και τη διαχείριση της ανθρώπινης δραστηριότητας. Λειτουργούν ως αντιπυρικές ζώνες, προστατεύουν το δάσος από εστίες πυρκαγιάς στον αστικό/περιαστικό χώρο και περιορίζουν την αυθαίρετη επέκταση των πόλεων και των βιομηχανικών/βιοτεχνικών δραστηριοτήτων προς όρια των δασών.
–Πώς επηρεάζει το μικροκλίμα και το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας στις ελληνικές πόλεις η απώλεια των περιαστικών δασών που σημειώθηκε φέτος;
Η απώλεια των περιαστικών δασών που σημειώθηκε φέτος μπορεί να επιδεινώσει το μικροκλίμα γειτονικών πόλεων ή οικιστικών ενοτήτων καθώς περιορίζεται η δροσιστική επίδραση των δασών. Σημαντική είναι και η επίπτωση στην ποιότητα του αέρα λόγω των αιωρούμενων σωματιδίων που εκλύονται στην ατμόσφαιρα. Το πόσο θα επηρεασθεί το μικροκλίμα και η ποιότητα του αέρα εξαρτάται από την εγγύτητα μίας οικιστικής ενότητας με την περιοχή που κάηκε και από το μέγεθος της καμένης έκτασης.
–Το φετινό καλοκαίρι ήταν κάπως πιο δροσερό σε σύγκριση με τα τελευταία έτη. Όμως μας επεφύλαξε στο τέλος του μία παρατεταμένη περίοδο υψηλών θερμοκρασιών. Τι ακριβώς συμβαίνει;
Η ανατολική Μεσόγειος – και η Μεσόγειος εν γένει – έχουν επισήμως καταγραφεί ως hot spots της κλιματικής αλλαγής. Αυτό σημαίνει ότι η θερμοκρασία αυξάνεται ταχύτερα και οι κλιματικές επιπτώσεις (ξηρασία, ακραία καιρικά φαινόμενα, καύσωνες στη ξηρά και στη θάλασσα) είναι εντονότερες. Η τρέχουσα γνώση αναφέρει ότι στην περιοχή της Μεσογείου καταγράφονται τα τελευταία 30 έτη περισσότεροι καύσωνες, με μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση. Το ίδιο επισημαίνουν οι κλιματικές εκτιμήσεις για τα επόμενα 25 έτη, δηλαδή μέχρι το μέσο του αιώνα. Το γεγονός ότι το φετινό καλοκαίρι δεν είχαμε ένα ακραίο καύσωνα, δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα εξέλιπε. Αλλωστε αυτό που έχει σημασία – και αυτό εξετάζει η επιστημονική επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών – είναι το δίπτυχο «Παρατεταμένη περίοδος υψηλών θερμοκρασιών και Καύσωνες» καθώς έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων, εξαντλούν τη βιοποικιλότητα και επηρεάζουν αρνητικά παραγωγικούς τομείς όπως την αγροτική παραγωγή και τον τουρισμό.
–Γιατί πιστεύετε ότι υπάρχει χάσμα ανάμεσα στις επιστημονικές προειδοποιήσεις για την κλιματική αλλαγή και την απροθυμία κάποιων κυβερνήσεων να επενδύσουν σε μακροπρόθεσμα έργα μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, προτιμώντας τη βραχυπρόθεσμη διαχείριση κρίσεων;
Παρά τη βελτίωση του ποσοστού χρήσης ανανεώσιμων πηγών για την παραγωγή ενέργειας σε ευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο, σε αρκετές χώρες τα οικονομικά συμφέροντα που σχετίζονται με την εξόρυξη και χρήση ορυκτών καυσίμων έχουν ακόμα σημαντικό – αν όχι και τον πρώτο- λόγο στη λήψη αποφάσεων πολιτικής. Η επιστημονική κοινότητα έχει από χρόνια επισημάνει ότι η λύση του προβλήματος της κλιματικής αλλαγής είναι η σταδιακή εξάλειψη της χρήσης των ορυκτών καυσίμων, δηλαδή του άνθρακα, του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και η στροφή σε καθαρή ενέργεια. Και οφείλει να το επαναλαμβάνει, όπως και να επισημαίνει τις λύσεις και όχι μόνο τις επιπτώσεις.
Για την Ευρωπαϊκή Ενωση, η χρονιά για την επίτευξη του παραπάνω στόχου είναι το 2050. Αξίζει να επισημανθεί ότι το ποσοστό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (κυρίως ηλιακή, αιολική και υδροηλεκτρική ενέργεια) στην Ευρωπαϊκή Ενωση κατά το έτος 2025, έφθασε μεσοσταθμικά το 47%. Αρα, υπάρχει μία σημαντική δυναμική που δίνει ελπίδες. Δυστυχώς η δυναμική αυτή δεν εντοπίζεται σε πολλές χώρες του πλανήτη. Από μία άλλη σκοπιά προσέγγισης του θέματος «ορυκτά καύσιμα – Ευρωπαϊκή Ενωση», οι γεωπολιτικές εξελίξεις τα τελευταία 5 έτη επισημαίνουν την ανάγκη ενεργειακής αυτοδυναμίας, δηλαδή του περιορισμού (και εντέλει μηδενισμού) της εξάρτησης από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων.
–Υπάρχει κίνδυνος η συγκέντρωση μεγάλων Data Centers κοντά σε αστικές ή ήδη επιβαρυμένες περιοχές να λειτουργήσει ως τοπική εστία θερμικής επιβάρυνσης;
Ενα data center ισχύος 36 MW αποβάλλει θερμότητα που αντιστοιχεί στη θερμότητα που αποβάλλουν 40,000 κατοικίες. Κατά συνέπεια διαμορφώνονται τοπικές θερμικές νησίδες (hot spots), επιβαρύνοντας δηλαδή το θερμικό περιβάλλον των περιοχών στις οποίες χωροθετούνται και αλλοιώνοντας το μικροκλίμα τους. Σε πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου της Αριζόνα διαπιστώθηκε μέγιστη και μέση αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2.7 και 0.9 βαθμούς Κελσίου αντίστοιχα σε απόσταση μέχρι περίπου 500 μέτρα από το data center. Για λόγους σύγκρισης, οι περισσότερες πόλεις έχουν ως στόχο τη μείωση της μέσης θερμοκρασίας αέρα σε επίπεδο γειτονιάς κατά 1-2 βαθμούς Κελσίου!.
–Ποια περιβαλλοντικά κριτήρια θα έπρεπε να θεσπιστούν για τη χωροθέτησή τους; Ποιες συγκεκριμένες τεχνολογικές ή ρυθμιστικές λύσεις (- .χ. υποχρεωτική χρήση αποκλειστικά ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κλειστά κυκλώματα ανακύκλωσης νερού – θεωρείτε απαραίτητες ώστε η ψηφιακή μετάβαση να μην επιταχύνει την κλιματική κρίση;
Το βέβαιο είναι ότι η υπόθεση data centers πρέπει να εξετάζεται με αυστηρά πολεοδομικά και χωροταξικά κριτήρια, καθώς πρόκειται για υποδομές που δεν είναι κατάλληλες για κατοικημένες περιοχές, ιδίως σε θερμά κλίματα αλλά και γιατί η κατασκευή τους «ακυρώνει» ευρείες εκτάσεις που τα περιβάλλουν. Έχει επίσης σημασία να τεθούν όρια (λ.χ. ελάχιστη απόσταση από κατοικίες/κτίρια), να προηγείται μελέτη της περιοχής υποδοχής ως προς τα μετεωρολογικά και κλιματικά της χαρακτηριστικά (ιδίως σε σχέση με τη ξηρασία), να συναξιολογούνται οι επιπτώσεις στην κατανάλωση νερού και ενέργειας, και βεβαίως να χρησιμοποιείται ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές ώστε να μην παράγεται διοξείδιο του άνθρακα, δηλαδή μίας από τις χημικές ενώσεις που ευθύνονται για την κλιματική αλλαγή. Δυστυχώς, διαπιστώνεται καθυστέρηση στα παραπάνω, ενώ σε πρόσφατο νόμο προβλέπεται η κατασκευή data centers ακόμα και σε ζώνες εντός περιοχών Natura 2000, δηλαδή του δικτύου προστασίας της φύσης.