Ο εφιάλτης του αμερικανικού χρέους των 40 τρισ. και οι πιέσεις στην Ευρώπη
✨Το αμερικανικό δημόσιο χρέος πλησιάζει τα 40 τρισ. δολάρια, με τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων να φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών.
✨Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να προσελκύουν επενδυτές, αλλά απαιτούν πλέον υψηλότερα επιτόκια λόγω πληθωρισμού, ελλειμμάτων και αυξημένου κόστους δανεισμού, αυξάνοντας την πίεση στον προϋπολογισμό.
✨Η αύξηση των αποδόσεων επηρεάζει στεγαστικά δάνεια, εταιρικό δανεισμό και χρηματιστηριακές αποτιμήσεις, καθιστώντας τα ομόλογα ανταγωνιστική επιλογή έναντι των μετοχών.
✨Η άνοδος του κόστους δανεισμού στις ΗΠΑ έχει παγκόσμιες επιπτώσεις, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης και δημιουργώντας προκλήσεις για κυβερνήσεις και επιχειρήσεις διεθνώς.
Το αμερικανικό χρέος πλησιάζει τα 40 τρισ. δολάρια και η προειδοποίηση από τη Γουόλ Στριτ είναι σαφής: οι επενδυτές συνεχίζουν να χρηματοδοτούν την Ουάσιγκτον, αλλά όχι με τους παλιούς όρους. Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων έχουν επιστρέψει σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση, αυξάνοντας το κόστος για τον προϋπολογισμό, τις τράπεζες, τα στεγαστικά δάνεια και τις επιχειρήσεις. Δεν καταγράφεται φυγή από το αμερικανικό χρέος ούτε γενικευμένη αμφισβήτηση του δολαρίου.
Η αγορά, ωστόσο, στέλνει τον δικό της λογαριασμό: οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να βρίσκουν αγοραστές για τα ομόλογά τους, αλλά πρέπει πλέον να τους προσφέρουν πολύ υψηλότερη αμοιβή.
Το μήνυμα από τις δημοπρασίες
Στα μέσα Αυγούστου το συνολικό αμερικανικό δημόσιο χρέος είχε φτάσει τα 39,93 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών. Περίπου 32,2 τρισ. βρίσκονταν στα χέρια επενδυτών και δημόσιων ή ιδιωτικών οργανισμών, ενώ 7,73 τρισ. αφορούσαν υποχρεώσεις μεταξύ κρατικών φορέων.
Η πίεση αποτυπώθηκε στις τελευταίες δημοπρασίες. Στις 12 Αυγούστου το υπουργείο Οικονομικών διέθεσε δεκαετείς τίτλους αξίας 42 δισ. δολαρίων, με ανώτατη απόδοση 4,683%, την υψηλότερη εδώ και 19 χρόνια. Την επόμενη ημέρα ακολούθησε έκδοση τριακονταετών ομολόγων 25 δισ. δολαρίων, με επιτόκιο 5,216%, επίπεδο που είχε να καταγραφεί επί μία ολόκληρη 25ετία.
Οι προσφορές κάλυψαν τα ζητούμενα ποσά κατά 2,53 και 2,39 φορές αντίστοιχα. Οι αγοραστές, επομένως, δεν γύρισαν την πλάτη στην Ουάσιγκτον. Ζήτησαν, όμως, υψηλότερο αντάλλαγμα για να αναλάβουν τον κίνδυνο του πληθωρισμού, των επίμονων ελλειμμάτων και των διαδοχικών εκδόσεων. Όπως σημειώνει το Reuters, δεν υπάρχει ακόμη «απεργία αγοραστών». Υπάρχει αλλαγή τιμής.
Οι τόκοι στενεύουν τα περιθώρια
Το αμερικανικό κράτος δεν αναχρηματοδοτεί ολόκληρο το χρέος του μονομιάς. Κάθε τίτλος που λήγει, όμως, αντικαθίσταται από νέο, ο οποίος συνοδεύεται από μεγαλύτερο επιτόκιο. Η επιβάρυνση συσσωρεύεται σταδιακά και περιορίζει τις δυνατότητες του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου προβλέπει έλλειμμα 1,9 τρισ. δολαρίων για το 2026, ποσό που αντιστοιχεί στο 5,8% του ΑΕΠ. Το 2036 αναμένεται να φτάσει τα 3,1 τρισ. δολάρια ή το 6,7% του ΑΕΠ. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η πορεία των καθαρών πληρωμών για τόκους: από περίπου 1,04 τρισ. δολάρια φέτος εκτιμάται ότι θα ανέλθουν στα 2,14 τρισ. μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Αυτό είναι το δύσκολο πολιτικό παρασκήνιο. Όσο μεγαλύτερο μέρος των εσόδων κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους, τόσο λιγότερα χρήματα απομένουν για κοινωνικά προγράμματα, άμυνα, υποδομές και φορολογικές ελαφρύνσεις. Κάθε νέα εξαγγελία της αμερικανικής κυβέρνησης θα περνά πλέον από μία αναπόφευκτη δοκιμασία: πόσο θα κοστίσει και ποιος θα πληρώσει;
Η πίεση περνά σε σπίτια και επιχειρήσεις
Το δεκαετές αμερικανικό ομόλογο αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για τα στεγαστικά δάνεια, τον εταιρικό δανεισμό και τις αποτιμήσεις των μετοχών. Όταν η απόδοσή του κινείται προς το 5%, οι τράπεζες τιμολογούν ακριβότερα την πίστωση, οι επιχειρήσεις επανεξετάζουν επενδυτικά σχέδια και η αγορά κατοικίας χάνει αγοραστές.
Ταυτόχρονα, οι κρατικοί τίτλοι γίνονται σοβαρός ανταγωνιστής των χρηματιστηρίων. Ένας διαχειριστής κεφαλαίων μπορεί να εξασφαλίσει απόδοση κοντά στο 5% από αμερικανικό ομόλογο, χωρίς να αναλάβει το ρίσκο μιας μετοχής. Αυτή η σύγκριση βρίσκεται ήδη στα τραπέζια των μεγάλων επενδυτικών επιτροπών και μπορεί να απομακρύνει κεφάλαια από πιο ριψοκίνδυνες τοποθετήσεις.
Το αμερικανικό ρίσκο γίνεται παγκόσμιο
Η άνοδος του κόστους δανεισμού στις ΗΠΑ δεν περιορίζεται στα αμερικανικά σύνορα. Ακριβαίνει τη χρηματοδότηση σε δολάρια, προσελκύει κεφάλαια από τις αναδυόμενες οικονομίες και δυσκολεύει κυβερνήσεις ή επιχειρήσεις που έχουν εκδώσει χρέος στο αμερικανικό νόμισμα. Οι πιέσεις έχουν ήδη περάσει στις αγορές ομολόγων της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, όπου ενισχύονται οι φόβοι για νέα ελλείμματα, ακριβότερη ενέργεια και επίμονο πληθωρισμό.
Στην ίδια αγορά προσφεύγουν όλο και συχνότερα οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι, αναζητώντας τεράστια ποσά για επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Κράτη και εταιρείες ανταγωνίζονται για τα διαθέσιμα κεφάλαια, πιέζοντας προς τα πάνω το κόστος του χρήματος.
Η Αμερική δεν βρίσκεται στα πρόθυρα χρεοκοπίας. Βρίσκεται, όμως, αντιμέτωπη με μία αγορά που δεν θεωρεί πλέον δεδομένο τον φθηνό δανεισμό. Και όταν η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου πληρώνει περισσότερα για να καλύψει τις ανάγκες της, οι συνέπειες φτάνουν πολύ πέρα από την Ουάσιγκτον.