ΗΠΑ:Η οικονομία γυρίζει μπούμερανγκ στον Τραμπ –Προβάδισμα των Δημοκρατικών τρεις μήνες πριν από τις κάλπες
✨Τρεις μήνες πριν τις ενδιάμεσες εκλογές, οι Δημοκρατικοί κερδίζουν έδαφος έναντι των Ρεπουμπλικανών λόγω της δυσαρέσκειας για την οικονομική κατάσταση και την ακρίβεια.
✨Η πλειονότητα των Αμερικανών αποδοκιμάζει τον Τραμπ για τη διαχείριση του πληθωρισμού και του κόστους ζωής, παρά την προεκλογική του υπόσχεση για βελτίωση.
✨Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Δημοκρατικοί προηγούνται στη γενική ψήφο και στη Βουλή, με τους ανεξάρτητους ψηφοφόρους να γέρνουν σαφώς προς το Δημοκρατικό Κόμμα.
✨Η οικονομία παραμένει το κύριο θέμα για τους ψηφοφόρους, που προβλέπουν επιδείνωση, ενώ η αύξηση τιμών σε τρόφιμα και καύσιμα επιβαρύνει ιδιαίτερα τα χαμηλά εισοδήματα.
Τρεις μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, το πολιτικό σκηνικό στις ΗΠΑ αρχίζει να γίνεται ιδιαίτερα δύσκολο για τον Ντόναλντ Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφουν έντονη δυσαρέσκεια των Αμερικανών για την οικονομική τους κατάσταση, την ακρίβεια και το κόστος ζωής, την ώρα που οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται να κερδίζουν έδαφος σε ένα πεδίο που παραδοσιακά αποτελούσε ισχυρό πλεονέκτημα των Ρεπουμπλικανών: την οικονομία.
Έρευνα των Financial Times σε συνεργασία με τη Focaldata δείχνει ότι το 53% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων θεωρεί πως βρίσκεται σήμερα σε χειρότερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, τον Ιανουάριο του 2025.
Το ποσοστό αυξάνεται στο 57% μεταξύ των ανεξάρτητων ψηφοφόρων, ενώ ακόμη και στους Ρεπουμπλικανούς περίπου ένας στους τέσσερις δηλώνει ότι η οικονομική του κατάσταση έχει επιδεινωθεί.
Την ίδια στιγμή, το 64% αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο ο πρόεδρος αντιμετωπίζει τον πληθωρισμό και το κόστος ζωής.
Το εύρημα έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς ο Τραμπ επέστρεψε στην προεδρία με βασική υπόσχεση να μειώσει το κόστος ζωής και να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση των αμερικανικών νοικοκυριών.
Τρεις μήνες πριν από τις κάλπες, ωστόσο, ένα σημαντικό κομμάτι του εκλογικού σώματος δεν θεωρεί ότι αυτή η υπόσχεση έχει γίνει πράξη.
Οι Δημοκρατικοί κερδίζουν έδαφος στην οικονομία
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο ίσως δεν είναι μόνο η χαμηλή δημοτικότητα του Τραμπ, αλλά το γεγονός ότι οι Δημοκρατικοί αρχίζουν να περιορίζουν το παραδοσιακό πλεονέκτημα των Ρεπουμπλικανών στην οικονομία.
Δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos που δημοσιεύθηκε στις αρχές Αυγούστου δίνει στους Δημοκρατικούς προβάδισμα 37% έναντι 36% των Ρεπουμπλικανών στο ερώτημα ποιο κόμμα εμπιστεύονται περισσότερο οι Αμερικανοί για τη διαχείριση της οικονομίας.
Η διαφορά είναι οριακή, όμως έχει συμβολική και πολιτική σημασία, καθώς, σύμφωνα με το Reuters, είναι η πρώτη φορά εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια που οι Δημοκρατικοί περνούν μπροστά σε αυτή τη μέτρηση.
Παράλληλα, μόλις το 35% εκφράζει θετική άποψη για το συνολικό έργο του Τραμπ, ενώ στο λεγόμενο «generic congressional ballot», δηλαδή στην πρόθεση ψήφου για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι Δημοκρατικοί προηγούνται με 42% έναντι 37% των Ρεπουμπλικανών.
Μεταξύ των ανεξάρτητων ψηφοφόρων, η διαφορά υπέρ των Δημοκρατικών φτάνει τις 12 μονάδες.
Για τον Λευκό Οίκο πρόκειται για έναν ιδιαίτερα δυσμενή συνδυασμό: αρνητική αξιολόγηση του προέδρου, δυσαρέσκεια για την οικονομία και μετατόπιση της εμπιστοσύνης προς την αντιπολίτευση σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της προεκλογικής περιόδου.
Η ακρίβεια παραμένει ο βασικός πονοκέφαλος
Το πρόβλημα για τον Τραμπ δεν είναι ότι η αμερικανική οικονομία βρίσκεται απαραίτητα σε κατάσταση κατάρρευσης. Το πρόβλημα είναι ότι οι πολίτες δεν αισθάνονται στην καθημερινότητά τους ότι η οικονομική κατάσταση βελτιώνεται.
Στη δημοσκόπηση των Washington Post/Ipsos, το 54% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων δηλώνει ότι η οικονομία και οι υψηλές τιμές αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την απόφασή του στις ενδιάμεσες εκλογές.
Το ζήτημα της οικονομίας βρίσκεται πολύ ψηλότερα από την εξωτερική πολιτική, την οποία αναφέρει ως σημαντικό παράγοντα μόλις το 20%.
Ακόμη πιο ανησυχητικό για τον Λευκό Οίκο είναι ότι το 48% των Αμερικανών αναμένει επιδείνωση της οικονομίας μέσα στον επόμενο χρόνο, ενώ μόλις το 20% προβλέπει βελτίωση.
Την ίδια στιγμή, το 65% αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ διαχειρίζεται την οικονομία και μόλις το 33% τον εγκρίνει.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η πίεση στα χαμηλότερα εισοδήματα. Το 82% όσων δηλώνουν ετήσιο εισόδημα κάτω των 50.000 δολαρίων θεωρεί ότι τα τρόφιμα έχουν γίνει πλέον μη προσιτά. Το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 70% για εισοδήματα από 50.000 έως 100.000 δολάρια και στο 56% για όσους κερδίζουν πάνω από 100.000 δολάρια.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ το 2024 βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην υπόσχεση ότι οι Αμερικανοί θα μπορούσαν να ζήσουν με χαμηλότερο κόστος.
Από το «φταίει ο Μπάιντεν» στο «φταίει ο Τραμπ»
Κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2024, ο Τραμπ είχε μετατρέψει τον πληθωρισμό και τις υψηλές τιμές σε βασικό όπλο εναντίον του Τζο Μπάιντεν.
Οι εικόνες από τα ακριβά ψώνια στα σούπερ μάρκετ και τις υψηλές τιμές στα πρατήρια καυσίμων χρησιμοποιήθηκαν επανειλημμένα ως απόδειξη της αποτυχίας των Δημοκρατικών στην οικονομική διαχείριση.
Σήμερα, όμως, η ίδια συζήτηση επιστρέφει στον Ρεπουμπλικανό πρόεδρο.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Reuters, οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί κατά 3,4% στους πρώτους 19 μήνες της δεύτερης θητείας του Τραμπ.
Η αύξηση είναι χαμηλότερη από εκείνη που είχε καταγραφεί στην αρχή της προεδρίας Μπάιντεν. Αυτό, ωστόσο, δεν αλλάζει την καθημερινή εμπειρία των καταναλωτών, οι οποίοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές στα βασικά αγαθά.
Και η πίεση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη λόγω του ενεργειακού κόστους και των επιπτώσεων της σύγκρουσης με το Ιράν.
Το Ιράν μετατρέπεται σε εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα
Ο πόλεμος με το Ιράν αποτελεί πλέον έναν επιπλέον πονοκέφαλο για τον Λευκό Οίκο.
Η σύγκρουση διαρκεί περισσότερο από όσο ανέμεναν πολλοί Αμερικανοί, ενώ οι εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ επηρεάζουν τις διεθνείς ενεργειακές αγορές.
Στη δημοσκόπηση των Washington Post/Ipsos, το 59% των Αμερικανών δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται πως οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου θα οδηγήσουν σε επιστροφή της τιμής της βενζίνης σε φυσιολογικά επίπεδα. Μόλις το 39% εμφανίζεται αισιόδοξο.
Ακόμη πιο αρνητική είναι η εικόνα στη δημοσκόπηση του Fox News: μόλις το 34% εγκρίνει τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ χειρίζεται το ζήτημα του Ιράν, ενώ το 66% τον αποδοκιμάζει.
Το σημαντικό είναι ότι οι ψηφοφόροι δεν αντιμετωπίζουν πλέον τον πόλεμο αποκλειστικά ως ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.
Η σύγκρουση συνδέεται άμεσα με τις τιμές της βενζίνης, τις μεταφορές και τελικά το κόστος των προϊόντων. Μια διεθνής κρίση μετατρέπεται έτσι σε άμεσο οικονομικό και πολιτικό κόστος στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Η σκληρή εικόνα της δημοσκόπησης του Fox News
Η έρευνα του Fox News τον Ιούλιο αποτυπώνει με ιδιαίτερη καθαρότητα τη δυσκολία που αντιμετωπίζει σήμερα ο Τραμπ.
Ο πρόεδρος συγκεντρώνει 39% θετικές γνώμες και 60% αρνητικές για το συνολικό έργο του.
Στην οικονομία, το ισοζύγιο διαμορφώνεται σε 33% θετικές έναντι 67% αρνητικών αξιολογήσεων, ενώ στον πληθωρισμό μόλις το 27% εγκρίνει τους χειρισμούς του και το 73% τους αποδοκιμάζει.
Παράλληλα, τρία στα τέσσερα νοικοκυριά δηλώνουν ότι ο πληθωρισμός έχει προκαλέσει οικονομικές δυσκολίες. Το 34% χαρακτηρίζει αυτές τις δυσκολίες «σοβαρές», έναντι 26% έναν χρόνο νωρίτερα.
Το 54% εκτιμά επίσης ότι η οικονομία θα επιδεινωθεί μέσα στον επόμενο χρόνο.
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στους Δημοκρατικούς. Υπάρχει οικονομική πίεση και μεταξύ των Ρεπουμπλικανών, παρότι η κομματική βάση παραμένει σαφώς πιο αισιόδοξη σε σχέση με τους Δημοκρατικούς και τους ανεξάρτητους.
Οι Δημοκρατικοί προηγούνται στη «γενική ψήφο»
Ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία για την αποτύπωση του πολιτικού κλίματος είναι το λεγόμενο generic congressional ballot, δηλαδή η απάντηση στο ερώτημα ποιο κόμμα θα ψήφιζε ο πολίτης αν οι εκλογές για τη Βουλή διεξάγονταν σήμερα.
Και σε αυτό το μέτωπο οι Δημοκρατικοί έχουν αποκτήσει σημαντικό πλεονέκτημα.
Το Fox News καταγράφει προβάδισμα 53% έναντι 46% υπέρ των Δημοκρατικών. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγράψει οποιοδήποτε από τα δύο κόμματα σε αντίστοιχη μέτρηση του Fox από το 1996.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στη δημοσκόπηση του Emerson College, όπου οι Δημοκρατικοί προηγούνται με 53% έναντι 42% των Ρεπουμπλικανών μεταξύ των πιθανών ψηφοφόρων.
Παράλληλα, η ίδια έρευνα δίνει στον Τραμπ 39% θετικές και 57% αρνητικές αξιολογήσεις.
Οι πιο πρόσφατοι υπολογισμοί του Silver Bulletin δείχνουν επίσης ότι το δημοκρατικό προβάδισμα στην εθνική ψήφο έχει αυξηθεί περίπου στις 8 μονάδες, με προσαρμογή για την πιθανή συμμετοχή.
Υπάρχει, ωστόσο, μια κρίσιμη παράμετρος: το εθνικό ποσοστό ψήφων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχο αριθμό εδρών στο Κογκρέσο.
Η Βουλή αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο
Οι Ρεπουμπλικανοί εξακολουθούν να ελέγχουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου, όμως η πλειοψηφία τους στη Βουλή είναι εξαιρετικά οριακή.
Οι μέχρι τώρα εκλογικές αναλύσεις δείχνουν ότι οι Δημοκρατικοί βρίσκονται σε καλύτερη θέση στη μάχη για τη Βουλή σε σχέση με τη Γερουσία.
Ο εκλογικός χάρτης εξηγεί σε μεγάλο βαθμό αυτή τη διαφορά.
Για να ανακτήσουν τη Γερουσία, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί ξεκινούν από πλειοψηφία 53-47.
Στη Βουλή, αντίθετα, μια σχετικά μικρή μετακίνηση ψηφοφόρων μπορεί να είναι αρκετή για να αλλάξει τον έλεγχο του σώματος.
Γι’ αυτό και οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 αντιμετωπίζονται ήδη ως ένα άτυπο δημοψήφισμα για την προεδρία Τραμπ.
Υπάρχει ακόμη περιθώριο ανάκαμψης
Παρά τη δύσκολη εικόνα, το σκηνικό δεν έχει κριθεί.
Η τελευταία εθνική δημοσκόπηση του Marquette Law School, που πραγματοποιήθηκε στις 22-29 Ιουλίου, κατέγραψε μικρή βελτίωση στην αξιολόγηση του Τραμπ.
Το 40% ενέκρινε το έργο του και το 60% το αποδοκίμασε, έναντι 38%-62% τον Μάιο και τον Ιούνιο.
Η βελτίωση συνδέθηκε με πιο θετικές αξιολογήσεις για τις τιμές της βενζίνης και των τροφίμων.
Ο πρόεδρος έχει ακόμη χρόνο να επιχειρήσει να αλλάξει την εικόνα, ιδιαίτερα εάν υπάρξει αποκλιμάκωση στον πόλεμο με το Ιράν, υποχώρηση των τιμών ενέργειας και βελτίωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.
Το πρόβλημα είναι ότι το περιθώριο χρόνου μικραίνει όσο πλησιάζει η 3η Νοεμβρίου.
Η καταναλωτική εμπιστοσύνη πιέζεται
Η οικονομική εικόνα των Αμερικανών δεν αποτυπώνεται μόνο στις δημοσκοπήσεις.
Η καταναλωτική εμπιστοσύνη, σύμφωνα με μέτρηση του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, υποχώρησε σημαντικά τον Αύγουστο, καθώς οι πολίτες εξακολουθούν να ανησυχούν για τις τιμές των τροφίμων και των καυσίμων.
Ο πληθωρισμός είχε φτάσει στο 4,2% τον Μάιο και υποχώρησε στο 3,4% τον Ιούλιο. Ωστόσο, οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν υψηλές.
Την ίδια στιγμή, οι λιανικές πωλήσεις τον Ιούλιο μειώθηκαν κατά 0,6%, ενώ το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πηγή πίεσης.
Το πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο είναι επομένως διπλό: ακόμη και όταν ο ρυθμός αύξησης των τιμών επιβραδύνεται, οι καταναλωτές δεν αισθάνονται ότι η καθημερινότητά τους γίνεται φθηνότερη.
Και αυτή είναι ίσως μία από τις πιο δύσκολες πολιτικές εξισώσεις για έναν πρόεδρο που βρίσκεται ήδη σε προεκλογική περίοδο.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να έχει ισχυρά χαρτιά
Η εικόνα δεν είναι μονόπλευρη. Οι Δημοκρατικοί δεν έχουν εξασφαλίσει τη νίκη και ο Τραμπ εξακολουθεί να διατηρεί πλεονεκτήματα σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα.
Στο Fox News, οι Ρεπουμπλικανοί έχουν προβάδισμα επτά μονάδων στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας.
Στο μεταναστευτικό, ωστόσο, η εικόνα έχει αλλάξει σημαντικά. Από προβάδισμα οκτώ μονάδων για τους Ρεπουμπλικανούς τον Απρίλιο, η διαφορά έχει πλέον σχεδόν εξαφανιστεί, με τους Δημοκρατικούς να εμφανίζονται οριακά μπροστά.
Αυτό σημαίνει ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει ζητήματα μέσω των οποίων μπορεί να συσπειρώσει την εκλογική του βάση.
Οι Δημοκρατικοί, από την άλλη, έχουν τα δικά τους προβλήματα: εσωκομματικές αντιπαραθέσεις, δυσκολία να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια για την οικονομία σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα και έναν εκλογικό χάρτη που δεν τους εξασφαλίζει αυτόματα τη Γερουσία.
Το κρίσιμο ερώτημα: θα ψηφίσουν για τον Τραμπ ή για τους υποψηφίους;
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη παράμετρος των επόμενων εβδομάδων.
Ο Τραμπ δεν θα βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο, καθώς πρόκειται για ενδιάμεσες και όχι για προεδρικές εκλογές. Οι Αμερικανοί θα ψηφίσουν για βουλευτές και γερουσιαστές.
Ωστόσο, η δημοτικότητα ενός προέδρου επηρεάζει καθοριστικά τις ενδιάμεσες εκλογές, ιδιαίτερα όταν το κόμμα του ελέγχει ήδη την Ουάσιγκτον.
Οι Δημοκρατικοί έχουν κάθε λόγο να μετατρέψουν την αναμέτρηση σε δημοψήφισμα για τον Τραμπ, με βασικά μηνύματα τις τιμές, τη βενζίνη, την οικονομία και το Ιράν.
Οι Ρεπουμπλικανοί, αντίθετα, θα επιχειρήσουν να μεταφέρουν τη συζήτηση σε πεδία όπου ο Τραμπ εξακολουθεί να έχει πλεονέκτημα, όπως η μετανάστευση, η εγκληματικότητα και η εθνική ασφάλεια.
Η εκλογική μάχη, επομένως, δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Θα κριθεί και από το ποιο κόμμα θα καταφέρει να επιβάλει το βασικό θέμα της αναμέτρησης.
Η ιστορία δεν ευνοεί τον Λευκό Οίκο
Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ λειτουργούν παραδοσιακά ως δοκιμασία για το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία.
Το κόμμα του προέδρου συνήθως καταγράφει απώλειες στη Βουλή και στη Γερουσία, καθώς οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι έχουν ισχυρότερο κίνητρο να προσέλθουν στις κάλπες.
Για τον Τραμπ, το ιστορικό αυτό μοτίβο έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη δύσκολη δημοσκοπική εικόνα.
Οι Δημοκρατικοί εμφανίζουν σήμερα καλύτερη δυναμική στην εθνική ψήφο, ισχυρότερη παρουσία μεταξύ των ανεξάρτητων ψηφοφόρων και καλύτερες επιδόσεις σε κρίσιμες πολιτείες.
Την ίδια ώρα, οι Ρεπουμπλικανοί καλούνται να υπερασπιστούν την οριακή πλειοψηφία τους στη Βουλή και μια δύσκολη γεωγραφία στη Γερουσία.
Τρεις παράγοντες μπορούν να αλλάξουν τα δεδομένα
Παρά την αρνητική εικόνα, τίποτα δεν έχει κριθεί.
Τρεις παράγοντες μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά το σκηνικό μέχρι τον Νοέμβριο.
Πρώτον, η οικονομία. Εάν ο πληθωρισμός συνεχίσει να υποχωρεί και οι τιμές της βενζίνης μειωθούν, ο Τραμπ θα μπορεί να υποστηρίξει ότι οι οικονομικές πιέσεις αρχίζουν να υποχωρούν.
Δεύτερον, το Ιράν. Μια συμφωνία που θα οδηγούσε σε σταθεροποίηση της περιοχής και χαμηλότερες τιμές πετρελαίου θα αφαιρούσε σημαντικό πολιτικό βάρος από τον Λευκό Οίκο. Αντίθετα, μια παρατεταμένη σύγκρουση θα ενίσχυε την εικόνα ενός προέδρου που έχει εγκλωβιστεί σε έναν πόλεμο με άμεσο κόστος για τους Αμερικανούς.
Τρίτον, η συμμετοχή. Οι ενδιάμεσες εκλογές χαρακτηρίζονται συνήθως από χαμηλότερη συμμετοχή σε σχέση με τις προεδρικές. Επομένως, ακόμη και ένα σημαντικό εθνικό προβάδισμα των Δημοκρατικών δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα κερδίσουν τις κρίσιμες έδρες.
Τρεις μήνες πριν από τις κάλπες
Εάν οι σημερινές τάσεις παρέμεναν αμετάβλητες μέχρι τις 3 Νοεμβρίου, οι Ρεπουμπλικανοί θα βρίσκονταν μπροστά σε μια ιδιαίτερα δύσκολη εκλογική βραδιά.
Ο Τραμπ κινείται σταθερά σε αρνητικό έδαφος στις περισσότερες εθνικές μετρήσεις.
Η οικονομία και το κόστος ζωής αποτελούν τα σημαντικότερα ζητήματα για τους ψηφοφόρους, ενώ η αξιολόγηση του προέδρου στους συγκεκριμένους τομείς παραμένει χαμηλή.
Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί έχουν καταφέρει να αποκτήσουν προβάδισμα στην εμπιστοσύνη για τη διαχείριση της οικονομίας.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία για τον Τραμπ: το ζήτημα που αποτέλεσε ένα από τα ισχυρότερα όπλα του εναντίον των Δημοκρατικών το 2024 —η ακρίβεια και το κόστος ζωής— κινδυνεύει σήμερα να μετατραπεί στο μεγαλύτερο πολιτικό του πρόβλημα.
Τρεις μήνες πριν από τις κάλπες, η μάχη παραμένει ανοιχτή. Όμως, για πρώτη φορά στη δεύτερη θητεία του, η οικονομία δεν λειτουργεί ως πλεονέκτημα για τον Τραμπ. Αντίθετα, εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα από τα οποία οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να ανακτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.