Η Lukoil φέρνει πιο κοντά Ουάσιγκτον – Μόσχα
✨Η τύχη των ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων έχει μπει στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων Ουάσιγκτον-Μόσχας για την Ουκρανία.
✨Οι αμερικανικές κυρώσεις του 2025 οδήγησαν την Lukoil στην πώληση διεθνών assets, με συμφωνίες να καταρρέουν λόγω πολιτικών περιορισμών και ανταγωνισμού επενδυτών.
✨Τον Ιανουάριο του 2026, η Lukoil συμφώνησε με την αμερικανική Carlyle, ενώ νέες προτάσεις περιλαμβάνουν τον δισεκατομμυριούχο Τοντ Μπόελι και επενδυτές από τον Περσικό Κόλπο με αμερικανικές διασυνδέσεις.
✨Η υπόθεση της Lukoil εντάσσεται στην αμερικανική στρατηγική πίεσης προς τη Μόσχα, καθώς οι ενεργειακοί κολοσσοί θεωρούνται χρηματοδότες του πολέμου στην Ουκρανία.
Η τύχη περιουσιακών στοιχείων του ενεργειακού κολοσσού, της Lukoil, αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων φαίνεται να έχει μπει μέσα στη συζήτηση Ουάσιγκτον και Μόσχας για την Ουκρανία. Μετατρέπει έτσι την πώληση της εταιρείας σ’ έναν ανταγωνισμό αλλά και σε πεδίο συνεργασίας μεταξύ Ρώσων, Αμερικανών μέχρι και Αράβων επενδυτών, που συνδέονται κατά ένα τρόπο με την αμερικανική ηγεσία.
Απομακρύνει δε την Ευρώπη, η οποία αντί να έχει ρόλο στο ενεργειακό γίγνεσθαι έχει εγκλωβιστεί διπλωματικά και πολιτικά με το ουκρανικό ζήτημα.
Από τις κυρώσεις στην πώληση των διεθνών assets
Η αφετηρία της υπόθεσης βρίσκεται στις αμερικανικές και βρετανικές κυρώσεις του Οκτωβρίου 2025, όταν η Lukoil και η Rosneft μπήκαν στο στόχαστρο της Ουάσιγκτον. Η New York Times, μεταδίδοντας τότε τις αποφάσεις του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, σημείωνε ότι επρόκειτο για ιδιαίτερα σκληρό πακέτο κυρώσεων, το οποίο στόχευε την περιουσία και τις θυγατρικές των δύο μεγαλύτερων ρωσικών ενεργειακών ομίλων. Η αμερικανική κυβέρνηση συνέδεσε ευθέως τις κυρώσεις με την προσπάθεια άσκησης πίεσης στο Κρεμλίνο για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Η Lukoil ανακοίνωσε στη συνέχεια ότι προχωρά στην πώληση των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της. Το ρωσικό πρακτορείο TASS επισημαίνει ότι η διαδικασία πραγματοποιείται στο πλαίσιο ειδικής άδειας «wind down» του αμερικανικού OFAC, η οποία επέτρεψε τη συνέχιση των απαραίτητων συναλλαγών και διαπραγματεύσεων γύρω από την αποεπένδυση.
Απόπειρα για συμφωνία με τη Gunvor
Η πρώτη μεγάλη απόπειρα ήταν η συμφωνία με την Gunvor, η οποία όμως κατέρρευσε όταν το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών κατέστησε σαφές ότι δεν θα χορηγούσε άδεια για τη συγκεκριμένη συναλλαγή όσο συνεχιζόταν ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Το TASS αναφέρει ότι μετά την αποχώρηση της Gunvor εξετάστηκαν διαφορετικά σενάρια, ακόμη και η πώληση των περιουσιακών στοιχείων τμηματικά. Ρώσοι αναλυτές που μίλησαν στο πρακτορείο εκτίμησαν τότε ότι η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων μπορεί να ανερχόταν περίπου στα 12 δισ. δολάρια, ενώ μια γρήγορη συναλλαγή υπό την πίεση των κυρώσεων θα μπορούσε να συνεπάγεται σημαντική έκπτωση.
Η Carlyle μπαίνει στο παιχνίδι
Τον Ιανουάριο του 2026 η Lukoil ανακοίνωσε ότι κατέληξε σε συμφωνία με την αμερικανική επενδυτική εταιρεία Carlyle για την πώληση της Lukoil International GmbH, της εταιρείας μέσω της οποίας ελέγχεται μεγάλο μέρος των διεθνών δραστηριοτήτων του ρωσικού ομίλου.
Το TASS υπογραμμίζει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: η συμφωνία με την Carlyle δεν ήταν αποκλειστική. Η Lukoil διατηρούσε τη δυνατότητα να συνεχίσει διαπραγματεύσεις με άλλους υποψήφιους αγοραστές, ενώ η ολοκλήρωση της συναλλαγής προϋπέθετε τις απαραίτητες εγκρίσεις, μεταξύ άλλων από το OFAC. Από τη συμφωνία εξαιρούνταν τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil στο Καζακστάν.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι σημαίνει ότι η Carlyle δεν είχε εξασφαλίσει οριστικά το χαρτοφυλάκιο. Η ίδια η Lukoil είχε αφήσει ανοιχτή την πόρτα για άλλες προσφορές, κάτι που εξηγεί γιατί η διαδικασία εξελίχθηκε σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ διαφορετικών επενδυτικών σχημάτων.
Ο Τοντ Μπόελι και η αμερικανική πρόταση
Στο επίκεντρο μιας νέας πρότασης βρίσκεται ο Αμερικανός δισεκατομμυριούχος Τοντ Μπόελι, ο οποίος έχει συγκροτήσει επενδυτικό σχήμα επιδιώκοντας να συναντηθεί με τις διεθνείς δραστηριότητες της Lukoil.
Στο σχήμα, σύμφωνα με δημοσιεύματα που έχουν επικαλεστεί οι Financial Times και το Reuters, συμμετέχουν επενδυτές από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πιθανή συμμετοχή της U.S. International Development Finance Corporation (DFC), του αμερικανικού κρατικού οργανισμού που χρηματοδοτεί επενδύσεις στο εξωτερικό.
Εάν η συμμετοχή της DFC υλοποιηθεί με τη μορφή που έχει περιγραφεί, δημιουργείται μια ασυνήθιστη δομή, σε ό, τι αφορά τη συνάντηση αμερικανικών και ρωσικών συμφερόντων.
Οι δισεκατομμυριούχοι του Κόλπου
Η πρόταση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον εξαιτίας της συμμετοχής επενδυτών από τον Περσικό Κόλπο.
Στο επενδυτικό σχήμα έχουν συνδεθεί συμφέροντα που σχετίζονται με τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγέντ αλ Ναχιάν, σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και αδελφό του προέδρου της χώρας. Παράλληλα, στο σχήμα έχουν αναφερθεί επενδυτές από το Κατάρ, που φέρονται να έχουν καλές διασυνδέσεις με πρόσωπα κοντά στην αμερικανική κυβέρνηση.
Ειδικότερα, επιχειρηματικά συμφέροντα που συνδέονται με τον Ταχνούν έχουν εμφανιστεί σε προηγούμενες συμφωνίες με τη World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων που συνδέεται επιχειρηματικά με την οικογένεια Τραμπ και πρόσωπα του περιβάλλοντος του Στιβ Γουίτκοφ.
Οι σχέσεις αυτές δεν αποδεικνύουν θεωρητικά τουλάχιστον πολιτική παρέμβαση στην πώληση της Lukoil. Εξηγούν όμως γιατί η συγκεκριμένη συναλλαγή έχει αποκτήσει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από μια συνηθισμένη εξαγορά ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων.
Τι προσθέτει η New York Times στην εικόνα
Η New York Times είχε παρουσιάσει τις κυρώσεις του Οκτωβρίου 2025 εναντίον της Lukoil ως μέρος της προσπάθειας της κυβέρνησης Τραμπ να αυξήσει την οικονομική πίεση στη Μόσχα. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ είχε υποστηρίξει ότι οι δύο ρωσικοί ενεργειακοί κολοσσοί χρηματοδοτούν την πολεμική μηχανή του Κρεμλίνου, ενώ ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι οι κυρώσεις θα μπορούσαν να αρθούν εφόσον τερματιζόταν ο πόλεμος.
Η NYT επανήλθε το 2026 στο θέμα των ρωσικών ενεργειακών assets, σημειώνοντας ότι η Lukoil παραμένει στο επίκεντρο της αμερικανικής πολιτικής πίεσης προς τη Μόσχα. Σε δημοσίευμά της τον Φεβρουάριο, κατέγραψε μάλιστα την κριτική του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, ο οποίος κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι από τη μία πλευρά μιλά για προσέγγιση και διαπραγμάτευση και από την άλλη συνεχίζει τις κυρώσεις εναντίον ρωσικών ενεργειακών εταιρειών, μεταξύ αυτών και της Lukoil.
Έτσι, η πώληση των διεθνών assets της Lukoil βρίσκεται σε ένα παράδοξο σημείο: οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν για να περιορίσουν τη ρωσική ενεργειακή ισχύ είναι ταυτόχρονα εκείνες που ανάγκασαν τη ρωσική εταιρεία να βγάλει στην αγορά ένα τεράστιο διεθνές χαρτοφυλάκιο.
Η ρωσική οπτική του TASS
Το TASS, από την πλευρά του, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις συνέπειες των κυρώσεων για τη Lukoil και στη διαδικασία με την οποία η εταιρεία επιχειρεί να αποδεσμευθεί από τα διεθνή assets.
Το πρακτορείο σημειώνει ότι η πώληση δεν είναι μια απλή εμπορική συναλλαγή, καθώς κάθε πιθανός αγοραστής πρέπει να περάσει από τη διαδικασία των αμερικανικών εγκρίσεων. Η OFAC έχει επανειλημμένα παρατείνει τις άδειες που επιτρέπουν τις διαπραγματεύσεις για την πώληση, ενώ οι άδειες αυτές απαγορεύουν τη μεταφορά των σχετικών κεφαλαίων σε πρόσωπα ή λογαριασμούς στη Ρωσία.
Το ίδιο το TASS έχει καταγράψει επίσης ότι η αβεβαιότητα γύρω από την πώληση ήταν τόσο μεγάλη ώστε η Lukoil αναγνώρισε λογιστική ζημία ύψους περίπου 19,6 δισ. δολαρίων από την απομείωση και τη διάθεση των διεθνών assets. Η αποτίμηση, σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία που επικαλείται το πρακτορείο, επηρεάζεται άμεσα από την αβεβαιότητα για το εάν και πότε θα ολοκληρωθεί η συναλλαγή και με ποιους όρους.
Γιατί η υπόθεση συνδέεται με τον Τραμπ και τον Πούτιν
Η γεωπολιτική διάσταση της υπόθεσης γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα εξαιτίας των παράλληλων επαφών Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ συναντήθηκαν στις αρχές Σεπτεμβρίου με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στη Μόσχα, στο πλαίσιο των αμερικανικών προσπαθειών για πρόοδο στις διαπραγματεύσεις σχετικά με την Ουκρανία. Το TASS επιβεβαιώνει ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο Κρεμλίνο και ότι εντασσόταν στον νέο κύκλο επαφών για πιθανή διευθέτηση του πολέμου.
Η ίδια η συνάντηση δεν αποτελεί απόδειξη ότι η Lukoil αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ Τραμπ και Πούτιν. Είναι, όμως, το γεωπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αποκτά ιδιαίτερη σημασία μια συναλλαγή που αφορά ρωσικά ενεργειακά περιουσιακά στοιχεία δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και απαιτεί αμερικανική έγκριση.
Ένα χαρτοφυλάκιο με στρατηγικά assets
Στα διεθνή περιουσιακά στοιχεία της Lukoil περιλαμβάνονται διυλιστήρια, δίκτυα πρατηρίων, συμμετοχές σε ενεργειακά projects και εγκαταστάσεις σε μια σειρά χωρών. Το TASS έχει καταγράψει, μεταξύ άλλων, τα δύο ευρωπαϊκά διυλιστήρια της Lukoil στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, καθώς και τη συμμετοχή της στη Zeeland Refinery στην Ολλανδία. Η εταιρεία είχε επίσης χιλιάδες πρατήρια εκτός Ρωσίας.
Αυτό σημαίνει ότι ο αγοραστής δεν αποκτά απλώς αποθέματα πετρελαίου. Αποκτά πρόσβαση σε ένα έτοιμο διεθνές ενεργειακό δίκτυο, με υποδομές διύλισης, εμπορίας και διανομής.
Η μεγάλη εικόνα και το νέο διπλωματικό πεδίο
Το πραγματικό ενδιαφέρον της υπόθεσης βρίσκεται τελικά στο σημείο όπου τέμνονται τρεις διαφορετικές διαδικασίες: οι αμερικανικές κυρώσεις, η προσπάθεια της Lukoil να ρευστοποιήσει τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία και η ευρύτερη διπλωματική προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να διαμορφώσει έναν νέο δίαυλο επικοινωνίας με τη Μόσχα.
Η συμφωνία με την Carlyle δεν έχει πάψει να αποτελεί σημαντικό σημείο αναφοράς, αλλά η μη αποκλειστικότητά της αφήνει ανοιχτό τον ανταγωνισμό για τα assets. Παράλληλα, η εμπλοκή αμερικανικών και αραβικών επενδυτικών κεφαλαίων προσθέτει μια νέα διάσταση στη συναλλαγή.
Τελικά, οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Lukoil για να αυξηθεί η πίεση προς τη Ρωσία δημιούργησαν ταυτόχρονα μια από τις μεγαλύτερες ευκαιρίες εξαγοράς ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων στη διεθνή αγορά. Το ποιος θα αποκτήσει τελικά αυτά τα περιουσιακά στοιχεία αφορά τελικά στον έλεγχο κρίσιμων ενεργειακών υποδομών, που σήμερα βρίσκονται υπό ρωσικό έλεγχο, με την Ευρώπη να κοιτά από μακριά αντί να συμμετέχει, που έχει τόσο μεγάλο ενεργειακό πρόβλημα.
Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει ανοιχτή. Όμως αλλάζει τη γενικότερη προσέγγιση Αμερικής – Ρωσίας με φόντο το ενεργειακό, ανοίγοντας ένα πολιτικό παράθυρο συνεργασίας, κι αφήνοντας απέξω τη Γηραιά Ήπειρο, η οποία έχει εγκλωβιστεί και οδηγεί μονοσήμαντα το άρμα της Ουκρανίας.