Έρευνα libre: Η πλατεία δεν είναι όπως παλιά-Το ερώτημα είναι πώς χρησιμοποιούμε τον δημόσιο χώρο
✨Η σύγχρονη ζωή στις πόλεις χαρακτηρίζεται από γρήγορη μετακίνηση, ενώ οι ειδικοί εστιάζουν στη χρήση και όχι μόνο στη διέλευση των δημόσιων χώρων.
✨Μελέτες δείχνουν ότι υποδομές όπως παγκάκια και δημόσιες τουαλέτες ενισχύουν την παραμονή και τις κοινωνικές επαφές στους δημόσιους χώρους, βελτιώνοντας την ψυχική υγεία.
✨Στην Ελλάδα, υπάρχει σημαντική ανισότητα μεταξύ προσφοράς και ζήτησης δημόσιων χώρων, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για καλύτερο σχεδιασμό και προσβασιμότητα.
✨Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει τους δημόσιους χώρους ως κρίσιμη κοινωνική υποδομή που ενισχύει την κοινωνική συνοχή και περιορίζει την απομόνωση.
Πόσες φορές μέσα σε μία ημέρα περνάμε από μια πλατεία, ένα πάρκο ή έναν πεζόδρομο χωρίς να σταματήσουμε ούτε για λίγα λεπτά; Η καθημερινότητα στις σύγχρονες πόλεις μοιάζει να κυριαρχείται όλο και περισσότερο από τη μετακίνηση: από το σπίτι στη δουλειά, από το αυτοκίνητο στο κατάστημα, από μια υποχρέωση στην επόμενη. Την ίδια στιγμή, πολεοδόμοι, κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι στρέφουν την προσοχή τους όχι στο πόσοι χρησιμοποιούν τον δημόσιο χώρο, αλλά στο πώς τον χρησιμοποιούν.
Aυτό είναι πλέον ένα βασικό ερώτημα για τις πόλεις του 21ου αιώνα. Για παράδειγμα, η μεγάλη σχολή του Δανού αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Jan Gehl υποστηρίζει ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι τι κάνουν πραγματικά οι άνθρωποι όταν βρίσκονται σε χώρους όπως τα δημόσια πάρκα. Γι’ αυτό το λόγο αναπτύχθηκε η μεθοδολογία Public Life Studies, η οποία καταγράφει όχι μόνο τη διέλευση, αλλά και το πόσο μένουν οι άνθρωποι, αν κάθονται, αν συζητούν, ποιες ηλικίες χρησιμοποιούν τον χώρο και ποιοι απουσιάζουν.
Σε πρόσφατη μελέτη για το Μόναχο, οι ερευνητές δεν μέτρησαν μόνο τον αριθμό των πεζών αλλά επιχείρησαν να απαντήσουν σε ερωτήματα όπως το πόσο χρόνο περνούν οι άνθρωποι σε ένα δημόσιο χώρο, τι κάνουν, ποιες δραστηριότητες ακολουθούν κτλ. Ένα από τα βασικά συμπεράσματα ήταν ότι οι κάτοικοι χρησιμοποιούν κυρίως τους δημόσιους χώρους της δικής τους γειτονιάς και ότι ακόμη και απλές υποδομές, όπως παγκάκια, δημόσιες τουαλέτες και καθιστικά, επηρεάζουν καθοριστικά το αν ένας χώρος γίνεται τόπος παραμονής ή απλής διέλευσης.
Ακόμα πιο ιδιαίτερη ήταν μία έρευνα που διεξήχθη από Καναδούς ερευνητές που αντιμετώπισαν το δημόσιο χώρο ως εργαλείο δημόσιας υγείας. Οι ερευνητές υποστήριξαν ότι ο σχεδιασμός και οι δραστηριότητες στους δημόσιους χώρους μπορούν να αυξήσουν τις αυθόρμητες κοινωνικές επαφές και να μειώσουν τις επιπτώσεις της μοναξιάς.
Στην ίδια μελέτη αναφέρεται ότι το 43% των κατοίκων του Τορόντο δήλωσε ότι δεν βλέπει ποτέ τους γείτονές του, στοιχείο που χρησιμοποιήθηκε ως αφετηρία για τον επανασχεδιασμό δημόσιων χώρων. Οι οργανωμένες πολιτείες φροντίζουν κατ’ αυτό τον τρόπο για την ψυχική ισορροπία των κατοίκων των πόλεων.
Θέλετε και κάτι ακόμη πιο εντυπωσιακό; Το 2025 ερευνητές από πανεπιστήμια όπως το Yale και το Harvard χρησιμοποίησαν τεχνητή νοημοσύνη για να συγκρίνουν βίντεο από δημόσιους χώρους της δεκαετίας του 1970 με σημερινές εικόνες. Διαπιστώθηκε ότι πλέον οι άνθρωποι περπατούν ταχύτερα, μένουν λιγότερο στους δημόσιους χώρους και σχηματίζουν μικρότερες παρέες.
Στην Ελλάδα
Παρόμοιες ερευνητικές δουλειές διεξήχθησαν τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα. To Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής “έτρεξε” μία τέτοια δουλειά. Ενα εκ των βασικών συμπερασμάτων είναι ότι το 37,25% των ερωτηθέντων σ’ όλους τους διοικητικούς τομείς στην Αττική δήλωσαν ότι υπήρχαν αρκετοί υπαίθριοι δημόσιοι χώροι στη γειτονιά τους, και το 18,7% των ερωτηθέντων εξέφρασαν δυσαρέσκεια για την ποσότητα αυτών των χώρων.
Μόλις το 15,2% των ερωτηθέντων ισχυρίστηκαν ότι οι κοινότητές τους είχαν αφθονία ανοιχτών δημόσιων χώρων. Αυτό αποκαλύπτει μια μεγάλη απόσταση-διαφορά μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης για δημόσιους χώρους, ζητώντας επανεξέταση του σχεδιασμού για την αντιμετώπιση αυτής της ανισότητας. Στην Αθήνα δηλαδή έγινε σαφές ότι τέτοιοι δημόσιοι χώροι κρίνονται απαραίτητοι.
Δημόσιος χώρος και υγεία
Για διεθνείς οργανισμούς και ερευνητές, οι πλατείες, τα πάρκα και οι πεζόδρομοι δεν αποτελούν μόνο στοιχεία του αστικού τοπίου, αλλά κρίσιμες «κοινωνικές υποδομές». Είναι οι χώροι όπου γεννιούνται οι μικρές, καθημερινές επαφές μεταξύ ανθρώπων που δεν είναι φίλοι ή συγγενείς, αλλά μοιράζονται την ίδια γειτονιά.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εντάσσει πλέον την κοινωνική σύνδεση στις βασικές προϋποθέσεις της δημόσιας υγείας, υπογραμμίζοντας ότι οι κοινότητες με προσβάσιους και ζωντανούς δημόσιους χώρους ενισχύουν την κοινωνική συνοχή, περιορίζουν την απομόνωση και δημιουργούν περισσότερες ευκαιρίες για αυθόρμητη ανθρώπινη αλληλεπίδραση.
Ο ΠΟΥ, στην έκθεση της Επιτροπής για την Κοινωνική Σύνδεση (2025), αναφέρει ότι η κοινωνική απομόνωση και η μοναξιά δεν αντιμετωπίζονται μόνο με ατομικές παρεμβάσεις. Στις βασικές προτεινόμενες πολιτικές περιλαμβάνεται η ενίσχυση της «κοινωνικής υποδομής» (social infrastructure): πάρκα, βιβλιοθήκες, δημόσιες συγκοινωνίες, χώροι συνάντησης και τοπικές κοινότητες που διευκολύνουν τις καθημερινές επαφές μεταξύ πολιτών.
Κοντολογίς, ο δημόσιος χώρος κάνει καλό στην υγεία στο πνεύμα που έχουμε περιγράψει και σε άλλο άρθρο. Αυτό της αρμονικής συνύπαρξης και των καθημερινών μικρών επαφών που ενισχύει το αίσθημα του ανήκειν.
Είναι σαφές ότι πραγματική ποιότητα των πόλεων αποτυπώνεται σε κάτι πολύ πιο απλό: αν προσφέρουν ευκαιρίες για συνάντηση, παραμονή και καθημερινή συνύπαρξη. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ο δημόσιος χώρος δεν είναι απλώς το σκηνικό της αστικής ζωής, αλλά ένας από τους βασικούς μηχανισμούς κοινωνικής συνοχής. Σε μια εποχή όπου ολοένα περισσότερες δραστηριότητες μεταφέρονται στην οθόνη ή στο σπίτι, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να έχουμε περισσότερους δημόσιους χώρους. Είναι να παραμένουν χώροι που χρησιμοποιούνται για να ζούμε μαζί και όχι απλώς για να περνάμε από μέσα τους.
Και μιλώντας για τα καθ’ ημάς: Φαίνεται ότι δεν χρειάζονται τεράστιες κατασκευές και αχανείς εκτάσεις τύπου Ελληνικού. Αποδεικνύονται πιο χρήσιμες πιο “λιτές” προσεγγίσεις, πιο απλές εφαρμογές που προάγουν την επαφή και την παραμονή στον ίδιο χώρο χωρίς αντίτιμο ή τουλάχιστον χωρίς ακριβό αντίτιμο. Αυτό θα ήταν το ιδανικό για μία πόλη όπως η Αθήνα αλλά η απροθυμία των κρατούντων να επενδύσουν σε τέτοιου είδους χώρους είναι, νομίζουμε, φανερή.
Θυμίζουμε εδώ ότι η ελληνική πρωτεύουσα έχει 0,96 τ.μ. πρασίνου ανά κάτοικο στον Δήμο Αθηναίων (έναντι 9 τ.μ. που χρησιμοποιείται ως διεθνές σημείο αναφοράς) ενώ το 21% των κατοίκων της μητροπολιτικής Αθήνας ζει σε περιοχές με λιγότερα από 2 τ.μ. πρασίνου ανά κάτοικο. Πολύ φτωχές επιδόσεις αν μην τι άλλο.