Η τραγωδία στο Μάτι: Οκτώ χρόνια με δικαστικό Γολγοθά και ανοιχτές πληγές

✨Η πυρκαγιά στο Μάτι στις 23 Ιουλίου 2018 αποτέλεσε μια από τις πιο φονικές τραγωδίες στην Ελλάδα, με 104 νεκρούς και σοβαρές καταστροφές.
✨Η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα λόγω ισχυρών ανέμων και αδράνειας του κρατικού μηχανισμού, εγκλωβίζοντας πολλούς κατοίκους στους δρόμους και αναγκάζοντάς τους να καταφύγουν στη θάλασσα.
✨Οι επιζώντες αντιμετωπίζουν σοβαρά σωματικά και ψυχικά τραύματα, ενώ η περιοχή έχει σε μεγάλο βαθμό αναγεννηθεί, παρόλο που οι μνήμες της τραγωδίας παραμένουν ζωντανές.
✨Οι προσπάθειες διάσωσης συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, με ψαράδες και λιμενικό να σώζουν ανθρώπους από τη φωτιά και το νερό.
Η πυρκαγιά στο Μάτι αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στην ελληνική κοινωνία. Η φωτιά στο Μάτι ανέδειξε σοβαρές αδυναμίες στη διαχείριση δασικών πυρκαγιών και καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, αποτελώντας σημείο αναφοράς για μία από τις πιο οδυνηρές καταστροφές των τελευταίων δεκαετιών.
Οι 104 νεκροί της τραγωδίας εξακολουθούν, οκτώ χρόνια μετά, να συμβολίζουν το βαρύ ανθρώπινο τίμημα της καταστροφής. Πίσω από τον επίσημο απολογισμό βρίσκονται ιστορίες ανθρώπων που εγκλωβίστηκαν στους δρόμους, αναζήτησαν σωτηρία στη θάλασσα, έχασαν αγαπημένα τους πρόσωπα ή επέζησαν με σοβαρά εγκαύματα και βαθιά ψυχικά τραύματα.
Σήμερα, το Μάτι έχει σε μεγάλο βαθμό αναγεννηθεί, με πολλά σπίτια να έχουν αποκατασταθεί και τη φύση να καλύπτει σταδιακά τα σημάδια της καταστροφής. Ωστόσο, για τους επιζώντες της πυρκαγιάς στο Μάτι και τις οικογένειες των θυμάτων, η 23η Ιουλίου 2018 παραμένει μια ημερομηνία που δεν ξεχνιέται, καθώς οι μνήμες της τραγωδίας εξακολουθούν να είναι ζωντανές.
Το απόγευμα της 23ης Ιουλίου 2018, η φωτιά στο Μάτι εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα. Οι φλόγες, κινούμενες με πρωτοφανή ταχύτητα, σάρωσαν το Νέο Βουτζά, το Μάτι και το Κόκκινο Λιμανάκι, μετατρέποντας μέσα σε λίγα λεπτά μια κατοικημένη περιοχή σε τόπο ανείπωτης καταστροφής.
Η τραγωδία στο Μάτι άφησε πίσω της 104 νεκρούς, δεκάδες τραυματίες και ανυπολόγιστες καταστροφές. Άνθρωποι κάθε ηλικίας έχασαν τη ζωή τους στις φλόγες, οικογένειες ξεκληρίστηκαν, παιδιά δεν κατάφεραν να σωθούν, ενώ ηλικιωμένοι εγκλωβίστηκαν χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Πολλοί από τους επιζώντες συνεχίζουν μέχρι σήμερα να ζουν με σοβαρά σωματικά εγκαύματα και βαθιά ψυχικά τραύματα.
Οι εικόνες από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι παραμένουν ανεξίτηλες στη συλλογική μνήμη. Οι καμένοι δρόμοι, τα σπίτια που καταστράφηκαν ολοσχερώς, τα οχήματα που μετατράπηκαν σε παγίδες θανάτου και οι δραματικές προσπάθειες ανθρώπων να βρουν σωτηρία στη θάλασσα συνθέτουν ένα σκηνικό που δύσκολα μπορεί να ξεχαστεί.
Η ημέρα που κάηκε το Μάτι
Όταν στις 16:41 το απόγευμα της 23ης Ιουλίου του 2018, μια φλόγα ξεπηδούσε στο Νταού Πεντέλης, ξεκινούσε η αντίστροφη μέτρηση για την μεγαλύτερη τραγωδία που έχει ζήσει η χώρα τα τελευταία χρόνια. Η αδράνεια του κρατικού μηχανισμού και της τοπικής αυτοδιοίκησης, σε συνδυασμό με τον ισχυρό άνεμο που έφτασε τα 10 μποφόρ στην περιοχή (ρεκόρ οκταετίας), άφησε πίσω της 104 νεκρούς, εκατοντάδες εγκαυματίες και αποκαΐδια, ενώ στα νοσοκομεία της Αττικής, νοσηλεύτηκαν περισσότεροι από 80 άνθρωποι. Από αυτούς, πολλοί εγκαυματίες θα προσπαθούν για χρόνια να επιστρέψουν στην προηγούμενη ζωή τους.
Μετά τις 17:30 το απόγευμα της 23ης Ιουλίου, η πυρκαγιά είχε ήδη επεκταθεί και άρχιζε να καίει τον Νέο Βουτζά, με τους κατοίκους να προσπαθούν να εγκαταλείψουν την περιοχή μέσω της λεωφόρου Μαραθώνος. Την ίδια στιγμή, όσοι δεν κατάφερναν να απομακρυνθούν, καλούσαν την Πυροσβεστική για βοήθεια, με τις κλήσεις να είναι εκατοντάδες. Η επόμενη κρίσιμη μάχη, πριν η φωτιά κατέβει στο Μάτι, ήταν αυτή της λεωφόρου Μαραθώνος. Μέσα σε μια ώρα, η μάχη χάνεται και πλέον ο μικρός οικισμός με τα στενά δρομάκια, βρίσκεται αντιμέτωπος με τις φλόγες.
Μη βρίσκοντας διέξοδο, οι κάτοικοι της περιοχής έτρεχαν προς τη θάλασσα, πεζοί ή με τα αυτοκίνητά τους, για να γλιτώσουν από την πυρκαγιά που έκαιγε ότι έβρισκε μπροστά της με τρομερή ταχύτητα. Εκατοντάδες βούτηξαν στο νερό, περιμένοντας κάποιον να τους σώσει. Ψαράδες και λιμενικό, από το διπλανά λιμάνια της Νέας Μάκρης και της Ραφήνας, περισυνέλεγαν όποιον μπορούσαν, καθ’όλη τη διάρκεια της νύχτας.
Οι πρώτες σοροί εντοπίζονται από τους πυροσβέστες μετά τα μεσάνυχτα, όμως το μέγεθος της τραγωδίας που ανέδειξε το φως της επόμενης ημέρας δεν χωρούσε στο μυαλό κανενός. Η άσφαλτος ήταν γεμάτη από λιωμένες ζάντες. Η τρομακτική εικόνα των μποτιλιαρισμένων αυτοκινήτων, στραμμένων προς διαφορετικές κατευθύνσεις, φανέρωνε την απεγνωσμένη προσπάθεια των οδηγών τους να βρουν έναν δρόμο διαφυγής. Οι φλόγες τους πρόλαβαν και σε πολλές περιπτώσεις, οι επιβάτες δεν κατάφεραν καν να εγκαταλείψουν το όχημά τους.
Λίγο μετά τις 06:00 το πρωί, οι διασώστες βρέθηκαν μπροστά σε μια αποτρόπαια εικόνα. Μπαίνοντας σε ένα από τα οικόπεδα, λίγα μέτρα πριν τη θάλασσα, εντόπισαν 26 ανθρώπους που απανθρακώθηκαν, προσπαθώντας να φτάσουν στο νερό. Όπως περιέγραφε λίγο καιρό αργότερα στο News 24/7 ένας από τους ανθρώπους που μπήκε στο σημείο μαζί με τους νεκρούς, αλλά κατάφερε να σωθεί: «Τους άκουγα να ουρλιάζουν όταν καιγόντουσαν. Δεν ζητούσαν καν βοήθεια. Τσίριζαν. Κρατούσαν ο ένας τον άλλον για να καούν μαζί. Τα μικρά παιδιά, που ήταν κορίτσια, τα άκουγα να φωνάζουν πολύ δυνατά, όπως γίνεται στον πόλεμο. Σαν να τα σκότωναν ένα-ένα. Ακουγόταν μια φωνή, μετά σταματούσε. Μετά άλλη φωνή από άλλο παιδί που καιγόταν. Δεν μπορούσα να βοηθήσω κανέναν».
Η μυρωδιά του καμένου και οι στάχτες κάνουν την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Τις επόμενες ώρες, άνθρωποι αναζητούσαν συγγενείς και φίλους, κάτοικοι που είχαν προλάβει να εγκαταλείψουν το Μάτι την ώρα της φωτιάς, επέστρεφαν να βρουν τους δικούς τους, να δουν τις περιουσίες τους και να βοηθήσουν στη διάσωση. Στην άκρη της παραλίας, η εικόνα από παρατημένα ρούχα, παπούτσια, τσάντες, αρκουδάκια και ένα σωρό άλλα προσωπικά αντικείμενα ανθρώπων που βούτηξαν στη θάλασσα, ήταν συγκλονιστική. Λίγο πιο δίπλα, κατοικίδια και αδέσποτα που γλίτωσαν από τη φωτιά δέχονταν τη φροντίδα των ανθρώπων.
Πυροσβεστική, Αστυνομία, Λιμενικό, διασώστες και εθελοντές, ανέσυραν πτώματα από τους δρόμους, τα αυτοκίνητα, τα καμμένα σπίτια και τη θάλασσα. Οι έρευνες συνεχίστηκαν για τις επόμενες ημέρες, μέχρι να εξασφαλιστεί πως έχουν εντοπιστεί όλοι οι νεκροί και οι τραυματίες. Βέβαια, χρειάστηκε να περάσουν αρκετοί μήνες, μέχρι τον να σταματήσει να ανεβαίνει ο αριθμός εκείνων που δεν τα κατάφεραν και είτε απανθρακώθηκαν, είτε μετά από νοσηλεία, υπέκυψαν στα τραύματά τους.
«Βγήκαμε και καήκαμε εκεί, στο δρόμο»
«Πάντοτε έχει πόνο. Μιλούν όλοι τώρα για τα οχτώ χρόνια. Για εμάς όμως δεν έχει περάσει ούτε καν μια μέρα. Είναι σαν οκτώ λεπτά μετά», λέει η Κάλλη Αναγνώστου, εγκαυματίας και πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018.Η πρόεδρος του Συλλόγου μιλά για το τραύμα των επιζώντων της φωτιάς στο Μάτι και ζητά απαντήσεις στα αναπάντητα «γιατί».
Ταυτόχρονα ρίχνει ευθύνες στους υπεύθυνους λέγοντας πως υπήρχε χρόνος για αντίδραση των αρχών ώστε να μην θρηνήσουμε τόσα θύματα.
Η κ. Αναγνώστου περιγράφει πώς μια κανονική ημέρα μετατράπηκε μέσα σε ελάχιστο χρόνο σε έναν ανεπανάληπτο εφιάλτη, καθώς η ίδια και το παιδί της βρίσκονταν στην περιοχή για διακοπές.
«Για μας δεν έχει περάσει ούτε καν μια μέρα. Είναι σαν να είναι οχτώ λεπτά μετά ή οχτώ λεπτά πριν ξεσπάσει. Κοιμόμουν μαζί με το παιδάκι μου αγκαλιά. Φιλοξενούνται βασικά τότε στο Μάτι. Εμείς ζούσαμε στο εξωτερικό και είχαμε έρθει εδώ για διακοπές, για να δούμε τη γιαγιά και τον παππού. Οπότε για να απαντήσω σε αυτό που λέτε για το τι θυμόμαστε από τη στιγμή που είναι μια ζωή κανονική», λέει αρχικά.
Αναφερόμενη στην πρώτη επαφή με τις φλόγες η Κάλλη Αναγνώστου εξηγεί:
«Μπήκε μέσα στο σπίτι (η φωτιά) και δυστυχώς το καταλάβαμε εκείνη τη στιγμή. Να πρέπει εκείνη την ώρα να πάρουμε μια ακραία απόφαση για το αν μένουμε μέσα ή φεύγουμε, όπου εννοείται ότι αν πλέον βλέπεις τις φλόγες και μέσα στο σπίτι σου δεν θα κάτσεις. Αναγκαστικά θα βγεις. Και βγήκαμε και καήκαμε εκεί. Στο δρόμο. Γιατί η φωτιά πλέον έφτασε κάτω σε εμάς εκεί είχε μετατραπεί σε τσουνάμι. Νωρίτερα υπήρχε περιθώριο για την αντίδραση των υπευθύνων και το να σταματήσουν την εξέλιξή της, να την περιορίσουν και να τη σβήσουν».
«Δυστυχώς, ζω ακόμα εκείνη την ημέρα αν και έχουν περάσει οχτώ χρόνια. Είναι σαν να είναι οχτώ λεπτά όπως είπα πριν ή μετά και ταυτόχρονα είναι σαν να έχει περάσει και μια αιωνιότητα. Γιατί έχεις όλο αυτό που κουβαλάς, που δεν ιαίνεται. Και ήταν άλλη μια πληγή αυτό. Η αναγνώριση ότι δεν πρόκειται ποτέ να αποκατασταθεί όλο αυτό. Πέρα από την νοσηλεία στο νοσοκομείο έκανα νοσηλεία κατ οίκον για πάνω από έναν χρόνο. Σε αποστειρωμένο περιβάλλον, αρκετούς περιορισμούς γιατί ήταν έντονα τα εγκαύματά μου, το οποίο σήμαινε ότι έπρεπε να είμαι εδώ για να λαμβάνω τυπική φροντίδα και θεραπείες, τα οποία βέβαια δεν μπορώ να πω ότι γινόταν πιο πολύ προσωπικά οτιδήποτε γινόταν, αλλά ήταν αδύνατο να φύγουμε. Το οποίο σήμαινε λοιπόν ότι έπρεπε να επιστρέψουμε στη ζωή μας εδώ»
Η κυρία Αναγνώστου τονίζει ότι «πλέον δεν ορίζω εγώ το σώμα μου. Το σώμα μου ορίζει εμένα. Δεν μπορώ να είμαι λειτουργική όπως θέλω. Δεν ελέγχω ποιες μέρες του χρόνου θα είμαι ικανή ακόμη και για να περπατήσω. Δεν αποκαθίσταται. Φροντίζεις απλά αυτό που έχεις και που κουβαλάς, το οποίο επηρεάζει όχι μόνο δερματικά αλλά και κινητικά, νευρολογικά, παθολογικά και αφήνει πάρα πολλά θέματα και προβλήματα».
«Η φωτιά αφάνισε κάθε πρότερη μνήμη του, είναι ο μικρότερος εγκαυματίας»
Σε εκείνο το σημείο, ο Κάλλη Αναγνώστου μιλάει για τον γιο της, ο οποίος ήταν μόλις πεντέμισι ετών όταν η φωτιά τύλιξε το σπίτι.
«Είναι ο μικρότερος εγκαυματίας. Θα σας το πω πολύ απλά: Αυτή η φωτιά αφάνισε όποια μνήμη είχε από την προηγούμενη ζωή του και αναγκάστηκε να δημιουργήσει νέες συνθήκες στηριγμένες πάνω σε… σε μια αποδοχή ότι θα ζει έτσι. Δεν είναι καθόλου εύκολο να το διαχειριστείς αυτό».
«Η φύση έχει τον τρόπο να αναγεννάται. Παρά το γεγονός ότι είχε κατακαεί όλη η περιοχή, κατάφερε να αναγεννηθεί και να δούμε πάλι δεντράκια να γεννιούνται, να πρασινίζει ο τόπος. Βέβαια, ανάμεσα σε όλα αυτά τα δεντράκια, στα λουλούδια και σε οτιδήποτε βγαίνει τώρα, αν κοιτάξεις λίγο πιο προσεκτικά θα δεις και τους καμένους κορμούς, κουκουνάρια ακόμα καμένα. Υπάρχουν τα υπολείμματα. Απλά φροντίζει (η φύση) και μπορεί και προχωρά. Απλά δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει και με εμάς. Οι άνθρωποι δεν είναι εύκολο να αναγεννηθούμε. Δεν μπορούν να επιστρέψουν οι νεκροί μας και δεν μπορούν να επιστρέψουμε και εμείς στο πώς ήμασταν πριν. Εμείς δυστυχώς θα παραμένουμε πληγωμένοι»
Λίγες εκατοντάδες μέτρα από το μνημείο για τα θύματα στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου βρίσκεται η οδός Ισμήνης. Εκεί, όπως λέει η πρόεδρος του Συλλόγου, στην πρώτη επέτειο της τραγωδίας, φυτεύτηκαν 17 κυπαρίσσια για τους ανθρώπους που έχασαν τις ζωές τους στον Νέο Βουτζά.
«Τραύμα που είναι ανοιχτό για πάντα»
«Ήταν κάτι που έζησα πάρα πολύ έντονα», λέει στο MEGA η Λυδία Γερακάκη, μάρτυρας της τραγωδίας.
«Για μένα είναι σαν να ήταν χθες αυτή η μέρα. Είναι ένα τραύμα που είναι ανοιχτό για πάντα. Αν είναι ανοιχτό για μένα, που δεν έχω και τραύματα στο σώμα μου, είναι ανοιχτό για όλους μας με έναν πάρα πολύ ζωντανό τρόπο», συμπληρώνει.
«Πέρα από την αποκατάσταση των σπιτιών, δεν θα μπορούσα να πω ότι υπάρχουν τρομερές αλλαγές», αναφέρει η ίδια για την περιοχή.
Από την πλευρά της, η Μαρίνα Καρύδα σημειώνει:
«Τα αυτοκίνητα που μαζεύτηκαν τα καμένα ήταν 800. Όλη αυτή η τραγωδία αφορά χιλιάδες κατοίκους».
«Το ότι δεν μιλάμε για χιλιάδες θύματα, είναι γιατί όλοι μας βρήκαμε την πρόσβαση στη θάλασσα», σημειώνει.
Το δικαστικό σκέλος
Οχτώ χρόνια μετά, και οι συγγενείς των θυμάτων εξακολουθούν να αγωνίζονται για την αληθινή δικαίωση, ακόμα και μετά τη δικαστική απόφαση, βάσει της οποίας οι τέσσερις καταδικασθέντες για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι και τις γύρω περιοχές οδηγήθηκαν στη φυλακή.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων με την τελεσίδικη απόφασή του έκρινε ότι δεν θα πρέπει να αφεθούν ελεύθεροι, αλλά να εκτίσουν την ποινή φυλάκισης που τους επιβλήθηκε οι Σωτήρης Τερζούδης (τότε αρχηγός της Πυροσβεστικής), Βασίλης Ματθαιόπουλος (τότε υπαρχηγός), Ιωάννης Φωστιέρης (τότε επικεφαλής του ΕΣΚΕ) και Ιωάννης Καπάκης (τότε γενικό γραμματέα Πολιτικής Προστασίας). Σημειώνεται πως, για τους Σωτήρη Τερζούδη, Βασίλη Ματθαιόπουλο, Ιωάννη Φωστιέρη και Ιωάννη Καπάκη, η συνολική ποινή φυλάκισης είναι 340 έτη, με εκτιτέα τα 5.
«Για τους 4 κατηγορουμένους επιβάλλεται η ποινή άνευ αναστολής, άνευ μετατροπής, καθώς θεωρούνται ύποπτοι τέλεσης νέων αδικημάτων και θα αιτιολογήσουμε στην απόφαση μας περαιτέρω» είπε η πρόεδρος.
Νωρίτερα, η εισαγγελέας είχε πει: «Να εκτιθεί η ποινή για τους 4 αυτούς κατηγορουμένους και να μη μετατραπεί. Προτείνω αυτό με την πεποίθηση ούτε μέχρι σήμερα ουδείς εξ αυτών έχει αναγνωρίσει στο ελάχιστο την ευθύνη αυτής της πράξης και το κόστος των παραλείψεών τους για τους πολίτες που είχαν καθήκον να προστατεύουν λόγω των καθηκόντων τους».
Το δικαστήριο αποφάσισε τη μετατροπή της ποινής των 238 ετών προς 10 ευρώ ημερησίως για τους:
- Χρήστο Γκολφίνο, τότε διευθυντή του «199»,
- Φίλιππο Παντελεάκο, τότε διευθυντή του Κέντρου Επιχειρήσεων Πολιτικής Προστασίας,
- Δαμιανό Παπαδόπουλο τότε διοικητή του Πυροσβεστικού Σταθμού Νέας Μάκρης,
- Νίκο Παναγιωτόπουλο, τότε διοικητή Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Αθηνών και
- Χαράλαμπο Χιώνη, τότε διοικητή Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Ανατολικής Αττικής.
- Με την ίδια απόφαση αποφάσισε τη μετατροπή της ποινής και για τον Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο προς 10 ευρώ ημερησίως.
Ωστόσο, η υπόθεση δεν έχει ολοκληρωθεί για τρεις από τους βασικούς καταδικασθέντες.
Αν και κρίθηκαν αμετακλήτως ένοχοι από τον Άρειο Πάγο, το ανώτατο δικαστήριο ανέπεμψε τη δικογραφία στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων της Αθήνας προκειμένου να εξεταστεί εκ νέου το ζήτημα της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου, η χορήγηση της οποίας είχε απορριφθεί στο δεύτερο βαθμό.
Ο λόγος για τους: Σωτήρη Τερζούδη, Βασίλη Ματθαιόπουλο και Γιάννη Καπάκη.