Μπέρναμ: Πρώτες αντιδράσεις για την έκπληξη Χίλι στο Οικονομικών-Τι σημαίνει η επιλογή Μίλιμπαντ στο Εξωτερικών

 Μπέρναμ: Πρώτες αντιδράσεις για την έκπληξη Χίλι στο Οικονομικών-Τι σημαίνει η επιλογή Μίλιμπαντ στο Εξωτερικών
💡 AI Summary by Libre

Η πρωθυπουργία του Άντι Μπέρναμ συνοδεύτηκε από υποσχέσεις για ανάπτυξη, ισχυρότερες περιφέρειες και αντιμετώπιση της κρίσης κόστους ζωής, αλλά η διακυβέρνηση αποκαλύπτει δύσκολες προκλήσεις.

Η ανάθεση του Υπουργείου Οικονομικών στον Τζον Χίλι στέλνει μήνυμα δημοσιονομικής πειθαρχίας στις αγορές, παρά τις κοινωνικές δαπάνες και τις αυξημένες απαιτήσεις χρηματοδότησης.

Η τοποθέτηση του Εντ Μίλιμπαντ στο Υπουργείο Εξωτερικών περιορίζει ανησυχίες για επεκτατική οικονομική πολιτική και διατηρεί το Λονδίνο ενεργό σε γεωπολιτικές εξελίξεις.

Η κυβέρνηση σχεδιάζει δεκαετές οικονομικό μετασχηματισμό με έμφαση στην αποκέντρωση, τη βιομηχανία και κοινωνικές υποδομές, προσπαθώντας να ισορροπήσει κοινωνικές προσδοκίες και δημοσιονομική σταθερότητα.

Η άνοδος του Άντι Μπέρναμ στην πρωθυπουργία συνοδεύτηκε από την υπόσχεση μιας «νέας Βρετανίας», με περισσότερη ανάπτυξη, ισχυρότερες περιφέρειες και άμεσες παρεμβάσεις απέναντι στην κρίση του κόστους ζωής. Από τη στιγμή όμως που πέρασε την πόρτα της Ντάουνινγκ Στριτ, οι προεκλογικές δεσμεύσεις έδωσαν τη θέση τους στη σκληρή πραγματικότητα της διακυβέρνησης. Οι αγορές έχουν ήδη αρχίσει να αξιολογούν τις πρώτες κινήσεις του, ενώ κάθε εξαγγελία εξετάζεται πλέον υπό το πρίσμα της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Στο Γουέστμινστερ, πάντως, οι πρώτες υπουργικές επιλογές δεν αντιμετωπίζονται ως μια απλή ανακατανομή χαρτοφυλακίων. Πολλοί τις διαβάζουν ως μια προσεκτικά σχεδιασμένη πολιτική ισορροπία: ο Μπέρναμ δεν χρειάζεται μόνο να πείσει τους ψηφοφόρους ότι μπορεί να αλλάξει τη χώρα, αλλά και το Σίτι του Λονδίνου, τους επενδυτές και τους διεθνείς οίκους ότι η κυβέρνησή του δεν πρόκειται να οδηγήσει τη Βρετανία σε έναν νέο κύκλο δημοσιονομικής αβεβαιότητας.

Οι επιλογές του για το Υπουργείο Οικονομικών και το Υπουργείο Εξωτερικών αποτελούν, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το πρώτο πραγματικό τεστ της πρωθυπουργίας του.

Ο Τζον Χίλι στο Οικονομικών: μήνυμα σταθερότητας προς τις αγορές

Η μεγαλύτερη έκπληξη του νέου κυβερνητικού σχήματος ήταν η ανάθεση του Υπουργείου Οικονομικών στον Τζον Χίλι. Αν και το όνομά του δεν βρισκόταν ανάμεσα στα επικρατέστερα σενάρια, η επιλογή του μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί.

Με θητεία στο υπουργείο επί Γκόρντον Μπράουν, ο Χίλι γνωρίζει σε βάθος τη λειτουργία του οικονομικού επιτελείου και θεωρείται πολιτικός που δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη δημοσιονομική πειθαρχία. Με αυτή την απόφαση, ο Μπέρναμ επιχειρεί να καθησυχάσει τις αγορές ότι, παρά τις φιλόδοξες κοινωνικές παρεμβάσεις που έχει εξαγγείλει, δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τους δημοσιονομικούς κανόνες.

Η ανάγκη αυτού του μηνύματος έγινε εμφανής όταν οι αποδόσεις των δεκαετών βρετανικών ομολόγων αυξήθηκαν μετά τις πρώτες αναφορές του πρωθυπουργού σε μεγαλύτερη «ευελιξία» στους κανόνες δανεισμού. Η αντίδραση δεν ήταν έντονη, ήταν όμως αρκετή για να υπενθυμίσει ότι οι αγορές παρακολουθούν πλέον κάθε κυβερνητική πρωτοβουλία με ιδιαίτερη προσοχή.

Η δύσκολη εξίσωση του νέου υπουργού

Η νέα θέση του Χίλι συνοδεύεται και από μια εμφανή πολιτική αντίφαση. Μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες, ως υπουργός Άμυνας ζητούσε σημαντική αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, υποστηρίζοντας ότι η Βρετανία πρέπει να ενισχύσει την αποτρεπτική της ισχύ σε ένα ολοένα πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον.

Σήμερα βρίσκεται στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού. Ως υπουργός Οικονομικών καλείται να χρηματοδοτήσει όχι μόνο την άμυνα, αλλά και τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης για το κόστος ζωής, τη στέγαση, τις υποδομές, την εκ νέου βιομηχανοποίηση και την κοινωνική πολιτική.

Ο ίδιος έχει ξεκαθαρίσει ότι η δημοσιονομική πειθαρχία αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα. Ωστόσο, όσο μεγαλώνει ο κατάλογος των κυβερνητικών δεσμεύσεων, τόσο δυσκολότερο γίνεται να βρεθούν οι απαραίτητοι πόροι χωρίς νέους φόρους ή πρόσθετο δανεισμό.

Γιατί ο Μίλιμπαντ πήγε στο Εξωτερικών

Εξίσου ενδιαφέρουσα θεωρείται η απόφαση του Μπέρναμ να αναθέσει το Υπουργείο Εξωτερικών στον Εντ Μίλιμπαντ, αντί να τον τοποθετήσει στο Οικονομικών, όπως προεξοφλούσαν αρκετοί αναλυτές.

Στους διαδρόμους του Γουέστμινστερ, αρκετοί ερμηνεύουν την απόφαση ως μία από τις πιο προσεκτικές κινήσεις του νέου πρωθυπουργού. Η μετακίνηση του Μίλιμπαντ στο Εξωτερικών αφαιρεί από τις αγορές έναν βασικό λόγο ανησυχίας για μια πιο επεκτατική οικονομική πολιτική, χωρίς όμως να υποβαθμίζει έναν από τους πιο προβεβλημένους πολιτικούς των Εργατικών. Αντίθετα, τον τοποθετεί σε ένα χαρτοφυλάκιο υψηλού κύρους, ενώ ο ίδιος ο Μπέρναμ διατηρεί τον πλήρη έλεγχο της οικονομικής ατζέντας.

Σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, το Λονδίνο επιδιώκει παράλληλα να διατηρήσει ενεργό ρόλο στις ευρωπαϊκές και διατλαντικές εξελίξεις, χωρίς να αποσπάται η προσοχή της κυβέρνησης από τις πιεστικές εσωτερικές προκλήσεις.

Το μεγάλο στοίχημα της οικονομίας

Η κυβέρνηση έχει προαναγγείλει ένα δεκαετές σχέδιο οικονομικού μετασχηματισμού, με επίκεντρο την αποκέντρωση, την περιφερειακή ανάπτυξη, την ενίσχυση της βιομηχανίας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Στο τραπέζι βρίσκεται επίσης η αναθεώρηση των φορολογικών κλιμακίων, ώστε να περιοριστούν οι συνέπειες της πολυετούς φορολογικής επιβάρυνσης που επιβλήθηκε μετά την πανδημία. Πρόκειται, όμως, για μια επιλογή με σημαντικό δημοσιονομικό κόστος, την ώρα που η κυβέρνηση επιδιώκει ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσει την κατασκευή κοινωνικών κατοικιών, την αντιμετώπιση της έλλειψης στέγης και μεταρρυθμίσεις στο κοινωνικό κράτος.

Το πολιτικό διακύβευμα δεν αφορά μόνο το εύρος των εξαγγελιών, αλλά κυρίως τη δυνατότητα υλοποίησής τους χωρίς να τεθεί υπό αμφισβήτηση η οικονομική σταθερότητα.

Το πραγματικό μήνυμα των υπουργικών επιλογών

Πίσω από τις ανακοινώσεις των προσώπων, αρκετοί πολιτικοί αναλυτές βλέπουν μια ευρύτερη στρατηγική. Ο Μπέρναμ φαίνεται να επιχειρεί να προλάβει το σενάριο που ταλαιπώρησε και προηγούμενες κυβερνήσεις: τη σύγκρουση ανάμεσα στις υψηλές κοινωνικές προσδοκίες και στα στενά δημοσιονομικά περιθώρια.

Οι δύο σημαντικότερες επιλογές του υπουργικού συμβουλίου δεν έγιναν μόνο με κριτήριο την εμπειρία των προσώπων. Στέλνουν και ένα διπλό πολιτικό μήνυμα. Στο εσωτερικό ότι η κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στις μεταρρυθμίσεις και στο εξωτερικό ότι η Βρετανία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τη δημοσιονομική σταθερότητα, ακόμη κι αν επιδιώξει μεγαλύτερο κρατικό ρόλο στην οικονομία.

Η περίοδος των εξαγγελιών τελείωσε

Ο Άντι Μπέρναμ φιλοδοξεί να μεταφέρει σε εθνικό επίπεδο το μοντέλο ανάπτυξης που εφάρμοσε στο Μάντσεστερ, δίνοντας μεγαλύτερες αρμοδιότητες στις περιφέρειες και περιορίζοντας τη συγκέντρωση εξουσίας στο Λονδίνο.

Η μετάβαση, όμως, από την τοπική αυτοδιοίκηση στη διακυβέρνηση μιας από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης συνεπάγεται πολύ διαφορετικές απαιτήσεις. Κάθε πολιτική πρωτοβουλία θα κρίνεται πλέον όχι από τη φιλοδοξία της, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο θα χρηματοδοτηθεί και από την αξιοπιστία της απέναντι στις αγορές.

Το πραγματικό τεστ, ωστόσο, δεν θα είναι οι πρώτες δημοσκοπήσεις αλλά ο πρώτος προϋπολογισμός. Εκεί θα φανεί αν ο Μπέρναμ μπορεί να συμβιβάσει τις πολιτικές του δεσμεύσεις με τα στενά δημοσιονομικά περιθώρια ή αν θα βρεθεί αντιμέτωπος με το ίδιο δίλημμα που δοκίμασε σχεδόν όλους τους προκατόχους του: μεγάλες προσδοκίες, περιορισμένοι πόροι και αγορές που αντιδρούν πολύ γρηγορότερα από την πολιτική.

Σχετικά Άρθρα