Ρεπορτάζ libre: Όταν το εξιτήριο δεν σημαίνει επιστροφή στο σπίτι-Ένα μεγάλο κοινωνικό κενό
✨Το φαινόμενο delayed discharge ή bed blocking αφορά ασθενείς έτοιμους για εξιτήριο που παραμένουν στο νοσοκομείο λόγω έλλειψης φροντίδας ή κατάλληλης δομής.
✨Σε διεθνές επίπεδο, η βασική αιτία είναι η έλλειψη μακροχρόνιας φροντίδας και φροντιστών, με σημαντική επιβάρυνση κλινών και καθυστερήσεις στην κοινωνική υποστήριξη.
✨Στην Ελλάδα, η υποστελέχωση και οι περιορισμένες υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας αυξάνουν την πίεση στα νοσοκομεία, ενώ δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για το μέγεθος του προβλήματος.
✨Η επίλυση απαιτεί επενδύσεις και ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, ώστε να μειωθούν οι κίνδυνοι για τους ασθενείς και να αποσυμφορηθούν τα νοσοκομεία.
Ένας ηλικιωμένος ασθενής έχει ολοκληρώσει τη θεραπεία του. Οι γιατροί αποφασίζουν ότι μπορεί να φύγει. Όμως το κρεβάτι παραμένει κατειλημμένο. Δεν υπάρχει συγγενής να τον αναλάβει, δεν υπάρχει διαθέσιμη δομή φροντίδας, δεν υπάρχει ασφαλής προορισμός μετά το νοσοκομείο. Αυτή η κατάσταση έχει πλέον διεθνή ονομασία: delayed discharge ή bed blocking.
Το πρόβλημα είναι τόσο σοβαρό όσο ακούγεται. Επίσης είναι διεθνές, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Μελέτες στο εξωτερικό έχουν καταδείξει τα τελευταία χρόνια ότι οι οι βασικότεροι λόγοι καθυστέρησης του εξιτηρίου είναι η έλλειψη δομών μακροχρόνιας φροντίδας, η απουσία φροντιστή και η υψηλή εξάρτηση του ασθενούς στην καθημερινότητά του.
Η εικόνα στο εξωτερικό και η ενδεδειγμένη λύση
Ηδη από την προηγούμενη δεκαετία στην Αγγλία γνώριζαν ότι οι ημέρες καθυστέρησεις μέχρι το εξιτήριο αντιστοιχούσαν στο 21% του συνολικού χρόνου νοσηλείας. Οι σημαντικότεροι λόγοι ήταν οι καθυστερήσεις στην κοινωνική υποστήριξη και στην εύρεση κατάλληλης δομής φροντίδας.
Στη Σκωτία καταγράφηκαν 705.952 ημέρες νοσηλείας μέσα σε έναν χρόνο από ασθενείς που είχαν ήδη κριθεί έτοιμοι για εξιτήριο. Αυτό αντιστοιχεί κατά μέσο όρο σε 1.934 νοσοκομειακά κρεβάτια την ημέρα που καταλαμβάνονταν από ασθενείς με καθυστερημένο εξιτήριο.
Στην Αγγλία, τον Δεκέμβριο του 2022, κατά μέσο όρο 13.440 ασθενείς ημερησίως παρέμεναν στο νοσοκομείο παρότι δεν πληρούσαν πλέον τα κριτήρια νοσηλείας. Περίπου το ένα τέταρτο περίμενε κατ’ οίκον φροντίδα και ένα άλλο σημαντικό ποσοστό περίμενε θέση σε δομή φροντίδας.
Ποια είναι η λύση; Η αύξηση της διαθεσιμότητας κλινών σε μονάδες φροντίδας οδηγεί σε μείωση των καθυστερημένων εξιτηρίων. Δηλαδή, όσο καλύτερα λειτουργεί η κοινωνική φροντίδα, τόσο πιο εύκολα αποσυμφορούνται τα νοσοκομεία. Και εδώ προκύπτει το πραγματικό πρόβλημα ή μάλλον η πιο σόβαρή του διάσταση. Χρειάζονται άμεσα επενδύσεις ως προς αυτό αλλά τα κράτη μοιάζουν διστακτικά και να αποφάσιστα.
Η παρατεταμένη παραμονή στο νοσοκομείο πάντως ασθενούς ο οποίος έχει λάβει ήδη την απαιτούμενη θεραπεία και έχει ανταποκριθεί σ’ αυτή κρύβει σημαντικά ρίσκα για τον ίδιο τον ασθενή.
Εγκυμονεί κινδύνους σοβαρών ενδονοσοκομειαμών λοιμώξεων, λειτουργικής έκπτωσης λόγω ακινησίας, ακόμα και παραληρήματος κυρίως αν μιλάμε για ηλικιωμένους.
Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
Στη χώρα μας open data γι’ αυτό το ζήτημα δεν υπάρχουν. Ξέρουμε όμως ότι η Ελλάδα διαθέτει μία από τις χαμηλότερες αναλογίες νοσηλευτικού προσωπικού στην Ευρώπη, γεγονός που επιβαρύνει συνολικά τη φροντίδα των ασθενών.
Ξέρουμε επίσης ότι οι ιδικοί συμφωνούν ότι η απουσία επαρκών υπηρεσιών μακροχρόνιας και κοινοτικής φροντίδας μεταφέρει πίεση στα νοσοκομεία, τα οποία καλούνται να καλύψουν ανάγκες που δεν είναι αμιγώς ιατρικές. Μόνο που τα ελληνικά δημόσια νοσοκομεία δεν έχουν αυτήν την πολυτέλεια. Είναι υποστελεχωμένα και μόλις και μετά βίας εξυπηρετούν τα πιο άμεσα και επείγοντα περιστατικά.
Ανθρωποι του χώρου της υγείας επισημαίνουν ότι το φαινόμενο δεν είναι άγνωστο, κυρίως όταν πρόκειται για ηλικιωμένους ή ασθενείς με αυξημένες ανάγκες φροντίδας, οι οποίοι δεν μπορούν να επιστρέψουν άμεσα στο σπίτι ή να βρουν θέση σε κατάλληλη δομή.
Σε μια χώρα που γερνά δημογραφικά και εξακολουθεί να διαθέτει περιορισμένες υπηρεσίες μακροχρόνιας και κοινοτικής φροντίδας, το ζήτημα αναμένεται να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία τα επόμενα χρόνια. Με άλλα λόγια θέλουμε εν προκειμένω περισσότερο, αποτελεσματικότερο και πιο γενναίο στις παροχές του κοινωνικό κράτος.
Σε κάθε περίπτωση, ενα νοσοκομείο έχει αποστολή να θεραπεύει, όχι να υποκαθιστά το σπίτι, την οικογένεια ή τις κοινωνικές δομές που λείπουν. Κι όμως, για ορισμένους ανθρώπους, το εξιτήριο δεν σημαίνει το τέλος της δοκιμασίας, αλλά την αρχή μιας νέας αβεβαιότητας: πού θα πάνε και ποιος θα τους φροντίσει.
Καθώς ο πληθυσμός γερνά και οι ανάγκες αυξάνονται, η πρόκληση δεν αφορά μόνο το σύστημα υγείας, αλλά συνολικά το κοινωνικό κράτος και την ικανότητά του να στηρίζει τους πιο ευάλωτους όταν κλείνει η πόρτα του νοσοκομείου.