Άντι Μπέρναμ: Επίσημα υποψήφιος διάδοχος του Στάρμερ-Το πολιτικό προφίλ του “Βασιλιά του Βορρά”-Η διαδικασία
✨Ο Άντι Μπέρναμ ανακοίνωσε υποψηφιότητα για την ηγεσία των Εργατικών και τον πρωθυπουργικό θώκο, μετά την παραίτηση του Κιρ Στάρμερ.
✨Ως πρώην δήμαρχος Μάντσεστερ, ο Μπέρναμ είναι γνωστός για το «Manchesterism», που εστιάζει σε δημόσιες επενδύσεις και μείωση περιφερειακών ανισοτήτων.
✨Θεωρείται πιο αριστερός από τον Στάρμερ, υποστηρίζοντας ισχυρότερο ρόλο του κράτους και ενεργητικές πολιτικές χωρίς ριζοσπαστισμό.
✨Η πρωθυπουργία του θα απαιτήσει διαχείριση πολλαπλών κρίσεων και ισορροπίες ανάμεσα σε διαφορετικές πτέρυγες του κόμματος, σε μια πολιτικά ρευστή περίοδο.
Την υποψηφιότητά του για την ηγεσία των Εργατικών και του πρωθυπουργικού θώκου ανακοίνωσε ο Άντι Μπέρναμ, λίγη ώρα μετά τη δήλωση παραίτησης του Κιρ Στάρμερ, αφού τον ευχαρίστησε για τα όσα έπραξε για το κόμμα και τη Βρετανία.
Σε δήλωσή του ανέφερε:
«Ο Κιρ προσέφερε τεράστιες υπηρεσίες στη χώρα μας και θέλω να τον ευχαριστήσω για την ηγεσία και την αφοσίωσή του σε μια τόσο δύσκολη περίοδο.
Η απόφασή του σηματοδοτεί την έναρξη μιας μεταβατικής περιόδου και είναι σημαντικό αυτή η διαδικασία να διεξαχθεί με τάξη και υπευθυνότητα.
Θα θέσω υποψηφιότητα στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας».
Ο Στρίτινγκ στηρίζει Μπέρναμ για την ηγεσία των Εργατικών
Την ίδια ώρα, ο πρώην υπουργός Υγείας της Βρετανίας, Γουές Στρίτινγκ ανακοίνωσε ότι δεν θα διεκδικήσει την ηγεσία των Εργατικών, επιλέγοντας να στηρίξει δημόσια την υποψηφιότητα του Άντι Μπέρναμ.
Ο Στρίτινγκ αποκάλυψε ότι είχε εκτενείς συζητήσεις με τον Μπέρναμ τις τελευταίες ημέρες, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η ενότητα του κόμματος πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα.
«Μπορούμε να περάσουμε το καλοκαίρι υπερτονίζοντας μικρές διαφορές ή μπορούμε να σηκώσουμε τα μανίκια και να τον βοηθήσουμε να φέρει τις αλλαγές που χρειάζονται το κόμμα μας και η χώρα μας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η διαδικασία διαδοχής στους Εργατικούς
Οι υποψήφιοι θα πρέπει να κατέχουν μια έδρα στο Κοινοβούλιο – εξ ου και η σημασία της πρόσφατης αναμέτρησης στο Μέικερφιλντ.
Στη συνέχεια, πρέπει να εξασφαλίσουν τη στήριξη από το 20% των μελών των Εργατικών στη Βουλή των Κοινοτήτων, , σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό του κόμματος, δεδομένου ότι το Εργατικό Κόμμα κατέχει σήμερα 403 έδρες.
Θα χρειαστούν επίσης την υποστήριξη του 5% των κομμάτων των Εργατικών της εκλογικής περιφέρειας – των τοπικών, λαϊκών φορέων του κόμματος – ή τουλάχιστον τριών οργανώσεων που συνδέονται με τους Εργατικούς, οι δύο εκ των οποίων πρέπει να είναι συνδικάτα.
Η βάση του κόμματος– τα ενεργά μέλη και οι συνδεδεμένοι υποστηρικτές τους, στους οποίους περιλαμβάνονται μέλη μεγάλων εργατικών συνδικάτων και διαφόρων σοσιαλιστικών ενώσεων- θα έχουν τον τελευταίο λόγο.
Οι επιλέξιμοι ψηφοφόροι πρέπει να είναι μέλη των οργανώσεών τους για τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την ανακοίνωση του χρονοδιαγράμματος της ψηφοφορίας.
Κάθε μέλος του κόμματος ή του συνδεδεμένου φορέα έχει δικαίωμα να ψηφίσει μία μόνο φορά και να κατατάξει τους υποψηφίους σύμφωνα με τις προτιμήσεις του. Εάν πληρούν τις προϋποθέσεις περισσότεροι από ένας υποψήφιοι, ο νικητής αναδεικνύεται με ψηφοφορία όλων των μελών και των οργανώσεων του Εργατικού Κόμματος. Ο νικητής στη συνέχεια γίνεται πρωθυπουργός.
Πόσο θα μπορούσε να διαρκέσει μια αναμέτρηση;
Αν και το χρονοδιάγραμμα αποφασίζεται επίσημα από το διοικητικό συμβούλιο του κόμματος, ο Στάρμερ δήλωσε ότι η υποβολή υποψηφιοτήτων θα ξεκινήσει στις 9 Ιουλίου και θα ολοκληρωθεί πριν από τη διακοπή των εργασιών του κοινοβουλίου, η οποία έχει προγραμματιστεί για τις 16 Ιουλίου.
Είπε ότι εάν υπάρξει αναμέτρηση, αυτή θα πρέπει να ολοκληρωθεί όταν η Βουλή επιστρέψει μετά τη θερινή διακοπή, την 1η Σεπτεμβρίου.
Υπενθυμίζεται πως όταν ο Κόρμπιν ανακοίνωσε ότι παραιτείται και πυροδότησε τις τελευταίες εκλογές για την ηγεσία του κόμματος τον Δεκέμβριο του 2019, το χρονοδιάγραμμα της ψηφοφορίας δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2020. Ο νικητής – ο Στάρμερ – ανακηρύχθηκε τον Απρίλιο του ίδιου έτους.
Εάν μόνο ένας υποψήφιος συγκεντρώσει τη στήριξη που απαιτείται, δεν γίνεται ψηφοφορία: ο υποψήφιος εκλέγεται χωρίς αντίπαλο ως ηγέτης των Εργατικών και γίνεται πρωθυπουργός.
Ποιος είναι ο Μπέρναμ
Ο 55χρονος Άντι Μπέρναμ έχει επανέλθει δυναμικά στο κέντρο της βρετανικής πολιτικής μετά την επιστροφή στο κοινοβούλιο, αφού επικράτησε προ ημερών σε ειδική εκλογική αναμέτρηση σε περιφέρεια του Μάντσεστερ για μια έδρα στη Βουλή των Κοινοτήτων, εξέλιξη καθοριστική, καθώς του επιτρέπει να διεκδικήσει την ηγεσία των Εργατικών, κάτι που δεν μπορούσε να κάνει όσο παρέμενε δήμαρχος.
Η πολιτική του επιστροφή έρχεται σε μια περίοδο έντονης αμφισβήτησης της κυβέρνησης και αυξανόμενης πίεσης από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, κυρίως το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ.
Ο Μπέρναμ ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα μέσα στο περιβάλλον του Εργατικού Κόμματος των Τόνι Μπλερ και Γκόρντον Μπράουν, υπηρετώντας σε υπουργικά πόστα ( Υγείας και Πολιτισμού).
Παρά τις δύο ανεπιτυχείς προσπάθειες να γίνει αρχηγός του κόμματος (2010 και 2015), παρέμεινε μια σταθερά αναγνωρίσιμη φιγούρα στη βρετανική πολιτική.
Η αποχώρησή του από το κοινοβούλιο το 2017 και η εκλογή του ως δημάρχου του Μάντσεστερ σηματοδότησαν μια στροφή προς την περιφερειακή πολιτική, όπου ανέπτυξε ένα ισχυρό τοπικό προφίλ με εθνική απήχηση.
Ο Μαντσεστερισμός
Ως δήμαρχος, ο Μπέρναμ έγινε γνωστός ως «Βασιλιάς του Βορρά» («King of the North»), μια πολιτική φιγούρα που εξέφρασε τη δυσαρέσκεια της βόρειας Αγγλίας απέναντι στη συγκέντρωση εξουσίας στο Λονδίνο.
Το πολιτικό του μοντέλο, γνωστό ως «Manchesterism», συνδυάζει δημόσιες επενδύσεις, ενίσχυση βασικών υπηρεσιών και συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Στόχος του είναι η μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων και η αναζωογόνηση των τοπικών οικονομιών εκτός Λονδίνου.
Κατά τη θητεία του στο Μάντσεστερ ο Μπέρναμ προώθησε έργα υποδομών, ενίσχυσε τις δημόσιες μεταφορές και προσέλκυσε επενδύσεις, χτίζοντας εικόνα αποτελεσματικού και πρακτικού διαχειριστή.
Πιο αριστερός από τον Στάρμερ
O Μπέρναμ θεωρείται γενικά πιο αριστερός από τον Στάρμερ, αν και δεν ανήκει στη ριζοσπαστική αριστερή πτέρυγα των Εργατικών που εκπροσωπούσε ο Τζέρεμι Κόρμπιν.
Οι πολιτικοί αναλυτές τον τοποθετούν στη λεγόμενη «soft left» (ήπια αριστερή πτέρυγα) του Εργατικού Κόμματος, πράγμα που σημαίνει ότι υποστηρίζει ισχυρότερο ρόλο του κράτους στις δημόσιες υπηρεσίες, μεγαλύτερες δημόσιες επενδύσεις και πιο ενεργητικές πολιτικές για τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, χωρίς όμως να αμφισβητεί το οικονομικό σύστημα ή να υιοθετεί τις πιο ριζοσπαστικές θέσεις του Κόρμπιν.
Παρά τη δημοφιλία του, ο Μπέρναμ συχνά χαρακτηρίζεται ως πολιτικά ευέλικτος, έχοντας κινηθεί ανάμεσα σε διαφορετικές πτέρυγες των Εργατικών από τους Μπλερικούς μέχρι την αριστερή παράταξη του Τζέρεμι Κόρμπιν.
Αυτή η προσαρμοστικότητα θεωρείται από τους υποστηρικτές του ως πολιτική ωριμότητα, αλλά από τους επικριτές του ως έλλειψη σταθερής ιδεολογικής ταυτότητας.
Η μετάβαση στην Ντάουνινγκ Στριτ και οι πολιτικές ισορροπίες
Η πιθανή άνοδος του Μπέρναμ στην πρωθυπουργία θα αποτελέσει τεράστιο άλμα από την τοπική αυτοδιοίκηση στη διαχείριση μιας χώρας με σύνθετα και ταυτόχρονα κρίσιμα προβλήματα: οικονομική στασιμότητα, δημοσιονομική πίεση και έντονη πολιτική πόλωση δέκα χρόνια μετά το Brexit.
Σε αντίθεση με τη δημαρχία, η Ντάουνινγκ Στριτ δεν προσφέρει την πολυτέλεια της εστίασης σε λίγες πολιτικές προτεραιότητες. Αντίθετα, απαιτεί ταυτόχρονη διαχείριση πολλαπλών κρίσεων, από την οικονομία έως τη διεθνή πολιτική.
Εφσόν αναλάβει την πρωθυπουργία ο Μπέρναμ θα κληθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε διαφορετικά ρεύματα μέσα στο Εργατικό Κόμμα, αποφεύγοντας τη διάσπαση μεταξύ της κεντροαριστεράς και της πιο ριζοσπαστικής αριστερής πτέρυγας.
Ήδη έχει προσαρμόσει ορισμένες θέσεις του, υιοθετώντας πιο αυστηρή στάση στο μεταναστευτικό και πιο προσεκτική ρητορική σε ζητήματα όπως το Brexit και η δημοσιονομική πολιτική.
Η πιθανότητα ανάληψης της πρωθυπουργίας από τον Άντι Μπέρναμ -ενδεχομένως και τον επόμενο μήνα – υπογραμμίζει τη ρευστότητα της βρετανικής πολιτικής σκηνής. Η πρόκληση εφόσον αναλάβει τα ηνία της χώρας είναι να μεταφέρει το μοντέλο του Μάντσεστερ στο κέντρο της εξουσίας στο Λονδίνο.