ΗΠΑ: Γιατί οι μουσουλμάνοι ανεβαίνουν στην κορυφή της πολιτικής-Το παρασκήνιο μιας αθόρυβης ανατροπής
✨Η εκλογή μουσουλμάνων σε υψηλά πολιτικά αξιώματα στις ΗΠΑ σηματοδοτεί μια νέα εποχή με υποψηφίους που απευθύνονται πέρα από τη θρησκευτική τους κοινότητα.
✨Οι υποψήφιοι εστιάζουν σε καθημερινά κοινωνικά ζητήματα όπως η ακρίβεια, η στέγαση και η υγειονομική περίθαλψη, αντί να βασίζονται αποκλειστικά στη θρησκευτική τους ταυτότητα.
✨Η κινητοποίηση εθελοντών και η άμεση επαφή με τους πολίτες αποτέλεσαν βασικά εργαλεία για την επιτυχία τους, παρά την περιορισμένη χρηματοδότηση και τις αντιδράσεις των Ρεπουμπλικανών.
✨Η αύξηση της επιρροής μουσουλμάνων πολιτικών προκαλεί έντονες αντιδράσεις στη συντηρητική πτέρυγα, ενώ αυτοί διεκδικούν ευρύτερη κοινωνική στήριξη και πολιτική ηγεσία.
Για δεκαετίες, η παρουσία των Αμερικανών μουσουλμάνων στην πολιτική περιοριζόταν κυρίως σε τοπικά αξιώματα και σε λίγες, μεμονωμένες έδρες στο Κογκρέσο. Πλέον, η εικόνα αλλάζει. Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, ένας μουσουλμάνος εξελέγη δήμαρχος της μεγαλύτερης πόλης των Ηνωμένων Πολιτειών, μια μουσουλμάνα κατέκτησε κορυφαίο εκτελεστικό αξίωμα σε Πολιτεία και ένας ακόμη υποψήφιος πλησίασε ένα από τα τελευταία άβατα της αμερικανικής πολιτικής: τη Γερουσία. Η ταυτόχρονη εμφάνισή τους στο προσκήνιο έχει ανοίξει μια συζήτηση που ξεπερνά τα ίδια τα πρόσωπα. Διαμορφώνεται άραγε μια νέα μουσουλμανική πολιτική δύναμη ή απλώς μια γενιά υποψηφίων που κατάφερε να απευθυνθεί πέρα από τα όρια της κοινότητάς της;
Πίσω από τις εκλογικές επιτυχίες, τις εσωκομματικές συγκρούσεις και τις αντιδράσεις των συντηρητικών κύκλων βρίσκεται μια μέθοδος που μετατρέπει τη θρησκευτική ταυτότητα από πιθανό μειονέκτημα σε στοιχείο μιας ευρύτερης πολιτικής πρότασης.
Η νέα γενιά αλλάζει τους συσχετισμούς
Η αρχή έγινε τον Νοέμβριο του 2025, όταν ο Ζοχράν Μαμντάνι εξελέγη ο πρώτος μουσουλμάνος δήμαρχος της Νέας Υόρκης. Παράλληλα, έγινε ο πρώτος δήμαρχος της πόλης με καταγωγή από τη Νότια Ασία και τόπο γέννησης την Αφρική.
Την ίδια βραδιά, η Γκαζάλα Χασμί έγινε η πρώτη μουσουλμάνα που εξελέγη σε εκτελεστικό αξίωμα σε επίπεδο Πολιτείας, καταλαμβάνοντας τη θέση της αναπληρώτριας κυβερνήτη της Βιρτζίνια.
Λίγους μήνες αργότερα, ο Αμπντούλ Ραχμάν αλ-Σαγίντ εξασφάλισε το χρίσμα των Δημοκρατικών για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν, ανοίγοντας τον δρόμο για μια αναμέτρηση με ιδιαίτερο πολιτικό και συμβολικό βάρος.
Οι τρεις τους δεν έχουν κοινή καταγωγή, ίδια διαδρομή ή ενιαίο πολιτικό πρόγραμμα. Η άνοδός τους, ωστόσο, δείχνει ότι οι μουσουλμάνοι υποψήφιοι δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως εξωτικές εξαιρέσεις του αμερικανικού συστήματος.
Δεν κερδίζουν επειδή είναι μουσουλμάνοι
Το κλειδί της επιτυχίας τους δεν βρίσκεται μόνο στη θρησκευτική τους ταυτότητα, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο την εντάσσουν στη δημόσια παρουσία τους.
Αντί να χτίσουν τις εκστρατείες τους γύρω από το Ισλάμ, επικεντρώθηκαν σε ζητήματα που απασχολούν καθημερινά εκατομμύρια Αμερικανούς: την ακρίβεια, τη στέγαση, την υγειονομική περίθαλψη, τις συγκοινωνίες και την εκπαίδευση.
Ο Μαμντάνι υποσχέθηκε πάγωμα ορισμένων ενοικίων, δωρεάν λεωφορεία, δημοτικά παντοπωλεία και ενίσχυση της παιδικής φροντίδας. Ο Αλ-Σαγίντ έδωσε βάρος στον περιορισμό της επιρροής του μεγάλου χρήματος στην πολιτική και στην καθολικότερη πρόσβαση στην περίθαλψη. Η Χασμί πρόβαλε τη μείωση του κόστους ζωής, την εκπαίδευση και τη βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών.
Κοινό τους στοιχείο είναι ότι δεν ζητούν την ψήφο μόνο των μουσουλμάνων. Απευθύνονται σε εργαζομένους, νέους, ενοικιαστές, οικογένειες και ψηφοφόρους που αναζητούν πρακτικές λύσεις.
Η Γάζα επιτάχυνε μια πορεία που είχε ήδη αρχίσει
Ο πόλεμος στη Γάζα δεν δημιούργησε αυτή τη νέα πολιτική γενιά, αλλά επιτάχυνε την κινητοποίησή της.
Η οργή πολλών Αράβων και μουσουλμάνων ψηφοφόρων για τη στάση της κυβέρνησης του Τζο Μπάιντεν απέναντι στον πόλεμο μετατράπηκε σε οργανωμένη πίεση στο εσωτερικό των Δημοκρατικών.
Το κίνημα «Uncommitted» («Αδέσμευτοι») κάλεσε τους πολίτες να επιλέξουν την ψήφο διαμαρτυρίας στις εσωκομματικές εκλογές, αντί να στηρίξουν τον τότε πρόεδρο. Στο Μίσιγκαν, περισσότερο από το 13% των συμμετεχόντων στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών ακολούθησε αυτή τη γραμμή, προκαλώντας ανησυχία στην κομματική ηγεσία.
Η πολιτική παρουσία των μουσουλμάνων, πάντως, είχε αρχίσει να διευρύνεται πολύ νωρίτερα. Η εκλογή του Κιθ Έλισον στο Κογκρέσο το 2007, η είσοδος του Αντρέ Κάρσον και αργότερα η εκλογή των Ιλχάν Ομάρ και Ρασίντα Τλάιμπ δημιούργησαν την πρώτη σταθερή βάση.
Η οργάνωση απέναντι στο πολιτικό χρήμα
Καθοριστικό ρόλο στις πρόσφατες επιτυχίες έπαιξε η κινητοποίηση εθελοντών και η δουλειά από πόρτα σε πόρτα.
Η εκστρατεία του Μαμντάνι ξεκίνησε με περίπου 300 εθελοντές και εξελίχθηκε σε δίκτυο άνω των 10.000 ανθρώπων, με στόχο την άμεση επαφή με ένα εκατομμύριο νοικοκυριά.
Ο Αλ-Σαγίντ άρχισε με μόλις τέσσερα στελέχη, αλλά στη συνέχεια επισκέφθηκε 110 πόλεις, διοργάνωσε περισσότερες από 500 εκδηλώσεις και συγκρότησε ομάδα περίπου 12.000 εθελοντών.
Οι καμπάνιες αυτές βρέθηκαν αντιμέτωπες με αντιπάλους που διέθεταν πολύ μεγαλύτερη χρηματοδότηση και τη στήριξη ισχυρών πολιτικών μηχανισμών. Παρ’ όλα αυτά, η προσωπική επαφή, οι μικρές δωρεές και η τοπική οργάνωση αποδείχθηκαν ισχυρό αντίβαρο.
Η αντίδραση των Ρεπουμπλικανών
Η αυξανόμενη επιρροή μουσουλμάνων πολιτικών έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, κυρίως στη συντηρητική πτέρυγα των Ρεπουμπλικανών.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε το γραφείο του Ρεπουμπλικανού βουλευτή Κιθ Σελφ, έως τον Ιούνιο του 2026 είχαν ενταχθεί 68 βουλευτές από 25 Πολιτείες στην κοινοβουλευτική ομάδα «Αμερική χωρίς Σαρία».
Δεν υπάρχουν ενδείξεις οργανωμένης προσπάθειας επιβολής της σαρία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η λειτουργία της ομάδας δείχνει περισσότερο μια απόπειρα πολιτικής συσπείρωσης ψηφοφόρων που αντιμετωπίζουν με φόβο ή καχυποψία τις δημογραφικές και πολιτισμικές αλλαγές στη χώρα.
Από την εκπροσώπηση στη διεκδίκηση της ηγεσίας
Οι μουσουλμάνοι αποτελούν λίγο περισσότερο από το 1% του ενήλικου πληθυσμού των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι ψήφοι τους, επομένως, δεν επαρκούν από μόνες τους για την εκλογή δημάρχων, κυβερνητών ή γερουσιαστών.
Σε αυτό ακριβώς βρίσκεται η εξήγηση της ανόδου τους. Οι συγκεκριμένοι πολιτικοί δεν περιορίζονται στην εκπροσώπηση μιας θρησκευτικής κοινότητας. Διεκδικούν τη στήριξη ενός πολυφυλετικού και κοινωνικά ετερόκλητου ακροατηρίου, προβάλλοντας προτάσεις για το εισόδημα, τη στέγαση, την υγεία και την καθημερινότητα.
Η παρουσία τους σηματοδοτεί τη μετάβαση από τη συμβολική εκπροσώπηση στη διεκδίκηση πραγματικής εξουσίας. Οι μουσουλμάνοι πολιτικοί δεν ζητούν πλέον απλώς μια θέση στο τραπέζι των αποφάσεων. Ζητούν την εντολή να καθίσουν στην κεφαλή του.