Κότερα, πισίνες και μερίσματα: Τι κάνουν άλλες χώρες που (δεν;) μπορούμε να κάνουμε κι εμείς
Φωτό: Σούπερ γιωτ (διαφημιστική)
✨Η πρόταση για αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων από 5% σε 15% στοχεύει στην ενίσχυση των δημοσίων εσόδων κατά περίπου 900 εκατ. ευρώ.
✨Μόνο ένας μικρός αριθμός φορολογουμένων δηλώνει εισοδήματα άνω των 900.000 ευρώ, κυρίως από επιχειρηματικά κέρδη και μερίσματα, ενώ το 70% δηλώνει εισοδήματα κάτω των 10.000 ευρώ.
✨Η Ελλάδα έχει τη χαμηλότερη φορολόγηση μερισμάτων στην Ευρώπη, ενώ άλλες χώρες εφαρμόζουν συντελεστές από 15% έως και 51%, ανάλογα με το φορολογικό τους σύστημα.
✨Η αύξηση του φόρου θεωρείται κοινωνικά δίκαιη και ευρωπαϊκά ορθολογική, με πιθανές αντιδράσεις και την ανάγκη υποστήριξης της εγχώριας επιχειρηματικότητας.
Η δημόσια συζήτηση σχετικά με την αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων, που έχει προκύψει λόγω της εξαγγελίας Τσίπρα για τον λεγόμενο “πατριωτικό φόρο”, περιστρέφεται -ενίοτε χλευαστικά από ορισμένους- γύρω από τις πισίνες και τα κότερα, ωστόσο καλό θα ήταν να δούμε τα επίσημα στοιχεία και να υπολογιστεί τι θα μπορούσε να αποφέρει κάτι τέτοιο.
Το μέτρο εμπεριέχει αναμφίβολα έναν συμβολισμό για την ΕΛ.Α.Σ και προσωπικά για τον πρώην πρωθυπουργό. Κατηγορήθηκε ότι υπερφορολόγησε την μεσαία τάξη κατά την κυβερνητική του θητεία κι’ αυτό είναι ακριβές και έχει περιγραφεί αυτοκριτικά από τον ίδιο. Τώρα λέει πώς (εφόσον αναλάβει ξανά στο μέλλον την διακυβέρνηση) δεν θα κάνει το ίδιο λάθος. Και κάπως έτσι προκύπτει η σχετική πρόταση για τον “φόρο των πλουσίων”.
Τι λένε τα στοιχεία:
Μόλις ένας πολύ μικρός αριθμός φορολογουμένων (περίπου 1.500 έως 2.000 ΑΦΜ σε όλη τη χώρα) δηλώνουν πολύ υψηλά εισοδήματα άνω των 900.000 ευρώ, ένα μεγάλο μέρος των οποίων προέρχεται από επιχειρηματικά κέρδη και διανομές μερισμάτων. Το 2023 δηλώθηκαν εισοδήματα: από ακίνητη περιουσία 8,5 δισ., από επιχειρηματική δραστηριότητα 10,5 δισ., από αγροτική δραστηριότητα 1,9 δισ., οι μισθωτοί 76 δισ., από μερίσματα-τόκους-δικαιώματα από υπεραξία και μεταβίβαση κεφαλαίου 8,7 δισ. Στην άλλη πλευρά, περίπου το 70% των δηλωθέντων εισοδημάτων είναι κάτω από 10.000 ευρώ.
Οι περισσότεροι μεγαλομέτοχοι ή ιδιοκτήτες ΙΚΕ/ΕΠΕ/ΑΕ που εισπράττουν μερίσματα, παράλληλα δηλώνουν εισόδημα ως ελεύθεροι επαγγελματίες, μισθωτοί (π.χ. διευθύνοντες σύμβουλοι) ή αμοιβές μελών Διοικητικού Συμβουλίου. Ακόμη και ένας απλός επενδυτής μετοχών που εισπράττει μερίσματα, σχεδόν πάντα συνυπάρχει στη δήλωσή του έστω και ένα ελάχιστο ποσό από τόκους καταθέσεων (έστω μερικά λεπτά του ευρώ), κάτι που τον κατατάσσει αυτόματα στην ευρύτερη κατηγορία εισοδήματος από κεφάλαιο.
Η Ελλάδα είναι μεταξύ των ελάχιστων ευρωπαϊκών χωρών με χαμηλή φορολόγηση (5%) στα μερίσματα. Βουλγαρία, Γεωργία, Σλοβακία, Ρουμανία τα φορολογούν ανάλογα- το πολύ έως 8%. Υπάρχουν και τρεις χώρες με μηδενική φορολόγηση επειδή ακολουθούν άλλο σύστημα: Εσθονία, Λετονία και Μάλτα.
Ουγγαρία, Τσεχία, Ισπανία, Πολωνία, Ιταλία και Γερμανία τα φορολογούν στη μεσαία κλίμακα, από 15-25%. Και ακολουθούν: η Γαλλία με 30% (flat), Φινλανδία με 34%, Ιρλανδία έως 51% (στην κλίμακα του εισοδήματος) και Δανία 27-42% που είναι και ο υψηλότερος συντελεστής στην Ε.Ε.
Συμπέρασμα: τα περίπου 9 δισ. που προέρχονται από μερίσματα στην Ελλάδα φορολογούνται με 5%, άρα το Δημόσιο εισπράττει 450 εκατ. ευρώ. Εφόσον, λοιπόν, ο φόρος αυξηθεί στη μέση ευρωπαϊκή κλίμακα του 15% (σ.σ: κάποτε ο Αντώνης Σαμαράς, ως αρχηγός της Ν.Δ και υποψήφιος, τότε, πρωθυπουργός, είχε προτείνει flat rate tax 15%), το ποσό υπέρ του Δημοσίου τριπλασιάζεται και φθάνει τα 1,35 δισ.
Αυτό που για συμβολικούς λόγους περιγράφει ο Τσίπρας (και όχι μόνο, αφού και το ΠΑΣΟΚ προτείνει κάτι ανάλογο) ως “πατριωτικό φόρο” δεν είναι κάτι περισσότερο από την φορολογική πολιτική πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και, μάλιστα, ακόμα και συντηρητικών.
Οι αναφορές για πισίνες και κότερα που…τρέχουν γρήγορα και δηλώνουν υπερπλούτο προφανώς εκλαϊκεύουν την πρόταση, όμως, από την άλλη, την καθιστούν ευάλωτη σε παραπομπές στο παρελθόν των συχνά επιπόλαιων και μη επαρκώς κοστολογημένων πολιτικών, για τις οποίες χρεώνεται πολιτικά και ο πρώην πρωθυπουργός.
Επί της ουσίας, ωστόσο, το να εισπράξει ένα επιπλέον δισ. το Δημόσιο από μία τέτοιου τύπου φορολόγηση, εκτός από ορθολογικό κατά τα ευρωπαϊκά ειωθότα και δίκαιο κοινωνικά, θα ήταν χρήσιμο μέσω της αναδιανομής του σε πιό ευάλωτα στρώματα και κοινωνικές πολιτικές.
Προφανώς θα υπάρξουν τουλάχιστον “εκδορές” σε όποια κυβέρνηση το δοκιμάσει. Θα υποστεί αντιδράσεις, ακόμα και απειλές για μετακίνηση φορολογικής έδρας κάποιων επιχειρήσεων. Γι’ αυτό και πρέπει να συζητηθεί εξονυχιστικά και να τύχει της υποστήριξης της εγχώριας επιχειρηματικότητας.
Πάντως, για χλευασμό δεν είναι…