Μήπως ήρθε η ώρα να αξιοποιήσουμε το Δημοσιονομικό Συμβούλιο;

 Μήπως ήρθε η ώρα να αξιοποιήσουμε το Δημοσιονομικό Συμβούλιο;
💡 AI Summary by Libre

Οι προτάσεις ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ για δωρεάν μετακινήσεις στα ΜΜΜ προκάλεσαν πολιτική αντιπαράθεση για δημοσιονομικούς κινδύνους και τη ρεαλιστικότητα των προγραμμάτων.

Η κυβέρνηση επιμένει σε αυτοδύναμη Ν.Δ και καλεί τα κόμματα να υποβάλουν προτάσεις στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, αγνοώντας το ανεξάρτητο Δημοσιονομικό Συμβούλιο.

Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, με έμπειρους οικονομολόγους, έχει θεσμικό ρόλο να αξιολογεί δημοσιονομικά προγράμματα, όμως υπολειτουργεί λόγω έλλειψης πόρων και σύνδεσης με οικονομικά στοιχεία.

Το πολιτικό σύστημα επιλέγει ποιους ευρωπαϊκούς θεσμούς θα υιοθετήσει, ενώ η αξιοποίηση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου θα ενίσχυε τη διαφάνεια πριν ξεσπάσουν προεκλογικές διαμάχες.

Οι τελευταίες προτάσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΕΛ.Α.Σ σχετικά με τις δωρεάν μετακινήσεις στα ΜΜΜ προκάλεσαν μία πρώτη αντιπαράθεση με την κυβέρνηση σχετικά με τους κινδύνους δημοσιονομικού εκτροχιασμού από παροχολογίες “στο πόδι”, άρα και σχετικά με το ποιό κόμμα διαθέτει ρεαλιστικό πρόγραμμα και εν τέλει ποιό μπορεί να εγγυηθεί την δημοσιονομική και πολιτική σταθερότητα. Εκ της κυβερνήσεως η απάντηση έχει δοθεί: “Μόνο με μία αυτοδύναμη Ν.Δ μπορεί να κυβερνηθεί η χώρα”. Αν και ο κίνδυνος υφίσταται -εάν θυμηθεί κανείς την πορεία μας προς την χρεοκοπία του 2009-2010 και όσα ακολούθησαν μέσα στα μνημόνια- μήπως η συζήτηση πρέπει να γίνει, επιτέλους, σοβαρά;

Και τι λένε οι κυβερνώντες προς τις ηγεσίες των κομμάτων της αντιπολίτευσης: “Στείλτε τις προτάσεις σας στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους”. Γιατί, όμως, στην συγκεκριμένη υπηρεσία που, ως γνωστόν, είναι οργανικά και πολιτικά συνδεδεμένη με την εκάστοτε ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών;

Ελάχιστοι, μη επαϊοντες, γνωρίζουν πως η χώρα διαθέτει εδώ και 12 χρόνια (2014) το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, ανεξάρτητο όργανο που συστάθηκε εν μέσω οικονομικής κρίσης και καθ’ υπόδειξη -όπως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες- της Κομισιόν και του Eurogroup (του οποίου επικεφαλής είναι στις μέρες μας ο Κυριάκος Πιερρακάκης). Αυτή η αρχή αναβαθμίστηκε, μάλιστα, μετά τις εκλογές του 2023 και ανέλαβε, μεταξύ άλλων, και θεσμικά την αρμοδιότητα να γνωμοδοτεί σχετικά με την δημοσιονομική στιβαρότητα των όποιων κομματικών προτάσεων. Μας εξηγεί αρκετά το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Κ. Καλλίτση (KREPORT).

Απορίας άξιο γιατί δεν αναφέρεται στις σχετικές προτροπές και στην πολιτική αντιπαράθεση, παρά μόνο το ΓΛΚ ως όργανο που μπορεί να γνωμοδοτήσει εάν η τάδε ή δείνα πρόταση βρίσκεται εντός ή εκτός δημοσιονομικού πλαισίου. Η απάντηση κρύβεται στο ότι, ακόμα κι αν αυτό είναι το θεσμικά ορθό και πολιτικά αμερόληπτο, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο αφέθηκε -όπως, δυστυχώς, και άλλες ανεξάρτητες αρχές- στην τύχη του: δίχως επαρκές επιστημονικό προσωπικό και θεσμοθετημένη διασύνδεση με τις “πηγές” των πραγματικών οικονομικών στοιχείων.

Είναι αμφίβολο εάν γνωρίζουν ακόμα και υπουργοί και κυβερνητικοί βουλευτές, ή στα κόμματα της αντιπολίτευσης, ποιά είναι τα πρόσωπα που θεσμοθετημένα έχουν την αρμοδιότητα να …τους αξιολογήσουν. Για παράδειγμα, την πρόεδρο του δ.σ Αναστασία Μιαούλη, ομότιμη καθηγήτρια Οικονομικών, ή το 5μελές συμβούλιο που απαρτίζεται από διακεκριμένους πανεπιστημιακούς, οικονομολόγους, τεχνοκράτες, όπως οι Δημήτρης Καινούργιος (καθηγητής ΕΚΠΑ), Μαν. Μαματζάκης (καθηγητής Χρηματοοικονομικής), Ν. Τάτσος (ομότιμος καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής) και Απ. Φιλιππόπουλος (καθηγητής Οικονομικών).

Οι συγκεκριμένοι επιστήμονες θα μπορούσαν αξιόπιστα να γνωμοδοτήσουν επί της συμβατότητας των κομματικών προγραμμάτων με το δημοσιονομικό πλαίσιο εφόσον διέθεταν τα βασικά “εργαλεία”. Και το πιθανότερο είναι πώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι πολύ περισσότερο αποδεκτό έναντι των υπονοιών για πολιτική χειραγώγηση του ΓΛΚ.

Γιατί, όμως, δεν απασχολεί αυτή η παράμετρος τη δημόσια πολιτική αντιπαράθεση; Γιατί δεν προτείνεται (αυτονοήτως, αφού γι΄ αυτό ακριβώς ιδρύθηκε και αυτές τις αρμοδιότητες έχει το ΔΣ) από την κυβέρνηση, ή από τα βασικά κόμματα της αντιπολίτευσης που έχουν ορίζοντα εξουσίας;

Το πολιτικό σύστημα επαίρεται -με αποχρώσεις- για την προσήλωση της χώρας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Την ίδια ώρα, όμως, επιλέγει αλά καρτ ποιούς απ΄ αυτούς θα υιοθετήσει και θα θεωρήσει αξιόπιστους και ποιούς όχι. Κάθε κόμμα (κυβέρνηση και αντιπολίτευση) “καταναλώνει” τελικά όση Ευρώπη θέλει και απορρίπτει εκείνα που δεν ταιριάζουν στο πολιτικό αφήγημα της περιόδου.

Το διαπιστώσαμε με την ευρωπαϊκή προσαρμογή σε θέματα ισότητας και ανθρωπίνψν δικαιωμάτων (γάμος ομόφυλων ζευγαριών, γυναικοκτονίες κ.ά), το είδαμε στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στην λειτουργία της Δικαιοσύνης. Η αξιοποίηση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου θα ήταν μία θετική κίνηση σύνταξης με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, πριν ξεσπάσει για τα καλά ο προεκλογικός καβγάς για το τι είναι κοστολογημένο και τι όχι, ποιανού οι παροχές είναι αποδεκτές δημοσιονομικά ή όχι, ποιός βάζει τη χώρα σε τροχιά κινδύνου για επιστροφή στα μνημόνια και ποιός όχι.

Σχετικά Άρθρα