Τα όρια για Μητσοτάκη, Τσίπρα, Ανδρουλάκη
✨Η ΕΛ.Α.Σ του Αλέξη Τσίπρα ανασυγκροτεί την κεντροαριστερά, με δημοσκοπήσεις να δείχνουν ποσοστά 15,5% και το ΠΑΣΟΚ μεταξύ 10-11,5%.
✨Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη με λίγο πάνω από 28%, αλλά χωρίς προοπτική αυτοδυναμίας, ενώ ΕΛ.Α.Σ και ΠΑΣΟΚ δεν την απειλούν προς το παρόν.
✨Η κοινωνική δυσαρέσκεια αυξάνεται, αλλά τα αντιπολιτευτικά κόμματα δεν καταφέρνουν να αμφισβητήσουν την πρωτοκαθεδρία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
✨Η επιτυχία της ΕΛ.Α.Σ θα εξαρτηθεί από την επιλογή ικανών στελεχών και το πειστικό πρόγραμμα διακυβέρνησης που θα παρουσιάσει έως τον Σεπτέμβριο.
Μέχρις ώρας και όπως δείχνει το διαμορφούμενο μοτίβο των τριών πρώτων δημοσκοπήσεων (Alco, Opinion Poll, Pulse) η ΕΛ.Α.Σ του Αλέξη Τσίπρα ανασυγκροτεί τον κατακερματισμένο χώρο της κεντροαριστεράς όπως προέκυψε από τις επάλληλες διασπάσεις του (παλαιού) ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ. Η ίδρυση του νέου κόμματος επαναφέρει τους συσχετισμούς εκεί που ήταν στις ευρωεκλογές του 2024: η Ν.Δ εμφανίζεται λίγο πάνω από το 28,3%, η ΕΛ.Α.Σ στο 15,5% (ο ΣΥΡΙΖΑ κατέγραψε τότε 14,9%) και το ΠΑΣΟΚ κινείται μεταξύ 10-11,5% με απώλεια περίπου δύο ποσοστιαίων μονάδων.
Αν και η Ν.Δ βρίσκεται μακριά από την προοπτική αυτοδυναμίας στις επόμενες εθνικές εκλογές, οι δύο βασικοί πόλοι στην κεντροαριστερά, η ΕΛ.ΑΣ και το ΠΑΣΟΚ απέχουν πολύ από το να την απειλήσουν. Παρατηρείται το εξής φαινόμενο: ενώ το κυβερνών κόμμα κοπιασμένο από την επταετή διακυβέρνηση αντιμετωπίζει πολύ μεγαλύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια (ακρίβεια, πληθωρισμός, σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές κ.ά), κανένα από τα δύο αντιπολιτευτικά πολιτικά κέντρα με πρόταση εξουσίας δεν μπορούν αυτή τη στιγμή να αμφισβητήσουν την πρωτοκαθεδρία του.
Επιπλέον, ο εσωτερικός ανταγωνισμός στην κεντροαριστερά με αιχμές ένθεν κακείθεν από ΕΛ.Α.Σ και ΠΑΣΟΚ μπορεί να δικαιολογείται ενόψη εκλογών, από την άλλη, αναδεικνύει τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως αυθεντικότερο εκφραστή του αιτήματος για σταθερότητα που αποτυπώνεται στις μετρήσεις.
Το μεν ΠΑΣΟΚ έχασε πολύτιμο χρόνο την μεγάλη περίοδο που είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην αντιπολίτευση κυρίως λόγω της αμφισημίας του απέναντι στην κυβέρνηση, η οποία, ως φαίνεται, δεν διαλύθηκε εντελώς μετά την συνεδριακή απόφαση που απορρίπτει τα σενάρια συγκυβέρνησης.
Η δε ΕΛ.Α.Σ μένει να φανεί εάν μπορεί να κατορθώσει κάτι περισσότερο από την ανασυγκρότηση του χώρου. Κι αυτό θα κριθεί σε σημαντικό βαθμό από το εάν ο Αλέξης Τσίπρας επιμείνει μέχρι τέλους σε νέα ικανά πρόσωπα με προφίλ κυβερνησιμότητας και από το πόσο τεκμηριωμένο, λογικό και πειστικό θα είναι το πρόγραμμα διακυβέρνησης που θα παρουσιάσει έως τον Σεπτέμβριο.
Η διαφορά τους έγκειται στο εξής: για το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα ο χρονικός ορίζοντας είναι πιό ευρύς και ανοικτός απ΄ ότι για τον Νίκο Ανδρουλάκη. Το βράδυ των εκλογών, ο πρώτος, εφόσον καταταγεί δεύτερος και με ποσοστό κοντά ή και μεγαλύτερο από εκείνο της κάλπης του 2023, θα επανεκκινήσει με σοβαρές πιθανότητες επιστροφής στην εξουσία. Ο δεύτερος, εφόσον βρεθεί στην τρίτη (ή τέταρτη) θέση, θα αντιμετωπίσει έντονη εσωτερική αμφισβήτηση, πιθανώς και φυγόκεντρες τάσεις βουλευτών και στελεχών του προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση- η δήλωση του Χάρη Δούκα είναι ενδεικτική, όπως και η απάντηση της Άννας Διαμαντοπούλου.