Ανάλυση: Οι νέες προκλήσεις της βιομηχανικής στρατηγικής στην Ευρώπη
✨Η μετα-ψυχροπολεμική ευρωπαϊκή οικονομική στρατηγική βασίστηκε στην ανταγωνιστικότητα κόστους και εξαρτήθηκε από θύλακες που δεν ελέγχονταν πλήρως από την Ευρώπη.
✨Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και οι περιορισμοί στην ενεργειακή προμήθεια ανέδειξαν την αποτυχία του μοντέλου πολλαπλών εξαρτήσεων της Ευρώπης.
✨Ο ανταγωνισμός της Κίνας πλέον αποτελεί συστημική απειλή, με σημαντικές επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή βιομηχανία και την τεχνολογική καινοτομία.
✨Η χαμηλή επενδυτική δραστηριότητα και η έλλειψη στήριξης θέτουν σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή βιομηχανική αυτονομία και την ανταγωνιστικότητα έναντι της Κίνας.
Η οικονομική στρατηγική στην Ευρώπη που υλοποιήθηκε κατά την μετα-ψυχροπολεμική περίοδο και σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης επικεντρώθηκε, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, στην βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους και αναπτύχθηκε, κατά βάση, σε θύλακες (παραγωγικούς, τεχνολογικούς, ενεργειακούς, ασφάλειας, άμυνας, κ.λ.π.) τους οποίους δεν ήλεγχε την κυριαρχία τους. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής οργανώθηκε ένα αβέβαιο και εύθραστης ανθεκτικότητας πολιτικό, παραγωγικό-τεχνολογικό και ενεργειακό πρότυπο τα κύρια χαρακτηριστικά του οποίου ήταν: α) η διεύρυνση της (αντί της εμβάθυνσης και της Πολιτικής Ένωσης) για την δημιουργία νέων Αγορών, β) η εξασφάλιση φθηνής ενέργειας από την Ρωσία, γ) η μετεγκατάσταση επιχειρήσεων της στην Κεντρο-Ανατολική Ευρώπη, Ασία, Αφρική για την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων χαμηλού κόστους και δ) η ανάθεση της ασφάλειας και άμυνας της Ευρώπης στις ΗΠΑ.
Των Σάββα Γ. Ρομπόλη, Βασίλειου Γ. Μπέτση*
Όμως, το πρότυπο αυτό των πολλαπλών εξαρτήσεων της Ευρώπης, γεωοικονομικού και γεωπολιτικού χαρακτήρα και με τα χαρακτηριστικά που το διέκρινε, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, κατέρρευσε μετά την έναρξη (Φεβρουάριος 2022) των πολεμικών επιχειρήσεων της Ρωσίας στην Ουκρανία, του σταδιακού περιορισμού, μεταξύ άλλων, της ενεργειακής προμήθειας της Ευρώπης από την Ρωσία, την ασκούμενη δασμολογική, εμπορική και την πολιτική ασφάλειας-άμυνας των ΗΠΑ στην Ευρώπη.
Οι συνθήκες αυτές διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον «μετέωρου βηματισμού» στις εξαγγελίες για ευρωπαϊκή αυτονομία αναδεικνύουν τόσο το βάθος των συνεπειών της στρατηγικής των πολλαπλών εξαρτήσεων, όσο και την αποδυνάμωση της συμμετοχής που συντελέστηκε, κατά τα τελευταία χρόνια, της ευρωπαϊκής μεταποιητικής παραγωγής στην παγκόσμια οικονομία, είτε από άποψη αξίας, είτε από άποψη προστιθέμενης αξίας.
- Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι από την σχετική διεθνή σύγκριση αναδεικνύεται ότι το μερίδιο της Κίνας το 2024 στην παγκόσμια προστιθέμενη αξία παραγωγής ως ποσοστό του συνόλου ήταν 29%, των ΗΠΑ ήταν 16%, της Ιαπωνίας ήταν 7%, της Γερμανίας ήταν 5%, της Γαλλίας ήταν 2% και των υπόλοιπων χωρών του πλανήτη ήταν 31% (Richard Baidwin, 2024).
Παράλληλα η ρήξη στις αλυσίδες προμηθειών και ενεργειακού εφοδιασμού, ο εμπορικός και τεχνολογικός ανταγωνισμός της Ευρώπης με την Κίνα αναδεικνύουν ένα σοβαρό προβληματισμό και μία έντονη ανησυχία για την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιτύχει τον αναγκαίο τεχνολογικό-παραγωγικό μετασχηματισμό, του σχεδιασμού των επενδύσεων, και της παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών που είναι απαραίτητα για την κυριαρχία και την αυτονομία της μετά δύο δεκαετίες υποεπένδυσης και έλλειψης καινοτομίας.
Ο ανταγωνισμός της Κίνας δεν αποτελεί πλέον για την Ευρώπη, σύμφωνα με την Έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας, μία μεμονωμένη τομεακή απειλή αλλά μία συστημική απειλή
Ειδικότερα αυτή η μείωση των επενδύσεων στην Ευρώπη που παρατηρείται μετά την οικονομική κρίση του 2008 συντελέστηκε τόσο από τον δημόσιο τομέα, όσο και από τις επιχειρήσεις, σε βαθμό που στα μέσα της δεκαετίας του 2020 η Ευρώπη να έχει υποστεί μία σοβαρή υστέρηση στην ανάπτυξη της έρευνας και των νέων τεχνολογιών. Η τεχνολογική αυτή υστέρηση στην Ευρώπη που αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, στο επίπεδο της παραγωγικότητας της εργασίας ( ετήσια αύξηση 0,8% κατά την τελευταία δεκαετία) οφείλεται, κατά βάση, στο χαμηλό επίπεδο των δαπανών (2023) για έρευνα και νέα τεχνολογία (352 δις ευρώ- 2,2% του ΑΕΠ της Ευρώπης, 710 δις ευρώ- 3,46% του ΑΕΠ των ΗΠΑ και 620 δις δολάρια στην Κίνα) (Chr. Chavagneux, Alternatives Economiques, 25/11/2024).
- Στις συνθήκες αυτές της οικονομικής και τεχνολογικής υστέρησης της Ευρώπης παρατηρείται ότι κατά την μετά το 2008 περίοδο(2008-2024) το ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 87%, έναντι μόλις 13,5% της Ε.Ε.-27. Την ίδια περίοδο το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ε.Ε.-27 μειώθηκε από το 76,5% του αντίστοιχου αμερικανικού επιπέδου στο 50% (N.Roubini, www.bankingnews.gr,13/1/2026).
Tούτων δοθέντων, ο προβληματισμός και η ανησυχία στις μέρες μας εμφανίζονται πιο ενισχυμένοι, με την έννοια ότι εάν η αναζωογόνηση των επενδύσεων, της τεχνολογίας και της βιομηχανίας της Ευρώπης σε συνθήκες: α) μη οικονομικής στήριξης των επιχειρήσεων από τα κράτη-μέλη και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και β) δημοσιονομικής πειθαρχίας και περιορισμού των δημόσιων επενδύσεων, θα αντιμετωπίσει τόσο την «υπαρξιακή πρόκληση», κατά τον M. Draghi, του χαμηλού επιπέδου της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, όσο και «τον κίνδυνο της συστημικής αποδυνάμωσης του ευρωπαϊκού βιομηχανικού μοντέλου» που προκαλείται, κατά βάση, από τον ανταγωνισμό της Κίνας, ο οποίος έχει πλέον αποκτήσει, κατά τον κύριο συντάκτη (Thomas Grebine) της Έκθεσης της ‘Υπατης Αρμοστείας Στρατηγικής και Σχεδιασμού, συστημική διάσταση ( Christian Chavagneux, Alternatives Economiques, 16/2/2026).
Αυτό σημαίνει ότι ο ανταγωνισμός της Κίνας δεν αποτελεί πλέον για την Ευρώπη, σύμφωνα με την Έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας, μία μεμονωμένη τομεακή απειλή αλλά μία συστημική απειλή που είναι πιθανό να έχει διαρκή αντίκτυπο στις βιομηχανικές και μακρο-οικονομικές πορείες αρκετών κρατών-μελών.
Πράγματι τα προϊόντα «made in China» προκαλούν σοβαρά πλήγματα στα εγχώρια προϊόντα και στην ευρωπαϊκή αγορά. Στην Γερμανία το 70% της βιομηχανικής παραγωγής, στην Ιταλία το 60% και στην Γαλλία το 30% αντιμετωπίζουν τον ισχυρό ανταγωνισμό της Κίνας. Κι αυτό επειδή, σύμφωνα με την Έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας, οι κινεζικές επιχειρήσεις παράγουν προϊόντα με κόστος κατά μέσο όρο 30%-40% χαμηλότερο από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, για παράδειγμα στα χημικά και τα ενδιάμεσα προϊόντα.
Το ερώτημα που τίθεται είναι: Με ποιο τρόπο η ευρωπαϊκή βιομηχανική στρατηγική θα αντιμετωπίσει τις νέες αυτές προκλήσεις του ισχυρού ανταγωνισμού της Κίνας;
Παράλληλα στις εξαγωγικές αγορές η γερμανική βιομηχανία αντιμετωπίζει στο 1/3 των προϊόντων της τον ισχυρό ανταγωνισμό της Κίνας. Το ίδιο η Γαλλία, η Ιταλία αλλά και τα άλλα κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν στο 1/4 των εξαγωγών τους τον ισχυρό ανταγωνισμό της Κίνας. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο ισχυρός ανταγωνισμός των ευρωπαϊκών προϊόντων από την Κίνα δεν περιορίζεται πλέον στα βιομηχανικά προϊόντα χαμηλής ποιότητας ως το « εργοστάσιο του πλανήτη» αλλά τα τελευταία χρόνια διευρύνεται σε βιομηχανικά προϊόντα μεσαίας και υψηλής ποιότητας, τα οποία περιορίζουν την ανταγωνιστική δυναμική των αντίστοιχων βιομηχανικών προϊόντων εντός και εκτός της ευρωπαϊκής αγοράς.
Το ερώτημα που τίθεται είναι: Με ποιο τρόπο η ευρωπαϊκή βιομηχανική στρατηγική θα αντιμετωπίσει τις νέες αυτές προκλήσεις του ισχυρού ανταγωνισμού της Κίνας; Οι απαντήσεις που διατυπώνονται στην Έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας Στρατηγικής και Σχεδιασμού και αντιμετωπίζονται ως μη ρεαλιστικές συνοψίζονται στην επιβολή δασμών 30% σε όλα τα κινεζικά προϊόντα που εισάγονται στην Ευρώπη και στην υποτίμηση του ευρώ κατά 20%-30% έναντι του κινεζικού νομίσματος (Chr. Chavagneux, ό.π.,16/2/2026).
Από την άλλη πλευρά των προαναφερόμενων αυτών μη ρεαλιστικών προτάσεων η Έκθεση M.Draghi θεωρεί ότι ετήσιες δαπάνες της τάξης των 800 δις ευρώ (νέες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής λαμβάνοντας υπόψη την τεχνητή νοημοσύνη αυξάνουν το ποσό σε 1,2 τρις ευρώ -6,5% του ΑΕΠ ετησίως της Ε.Ε.27) θα μπορούσαν να επιτύχουν κατά τα επόμενα δέκα πέντε χρόνια μία ευρωπαϊκή αφύπνιση.
- Όμως το ερώτημα που τίθεται είναι εάν θα μπορούσαν τα κράτη-μέλη, στις συνθήκες των εσωτερικών ανταγωνισμών, να καταλήξουν σε συμφωνία για τόσο μακροχρόνιους και φιλόδοξους στόχους.
Στο δυσμενές αυτό περιβάλλον προστίθεται και η πρόσφατη (28/2/2026) σύγκρουση των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν, σε βαθμό που η παράταση της πέραν των επόμενων τεσσάρων εβδομάδων εκτιμάται ότι θα επιφέρει στην παγκόσμια οικονομία ισχυρές τάσεις στασιμοπληθωρισμού (συνδυασμός χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης και υψηλού πληθωρισμού) και πτώσης της παραγωγής.
Η βιομηχανική στρατηγική της Ευρώπης απαιτείται να προσανατολιστεί στο μοντέλο της ανταγωνιστικότητας τιμής
Η ανησυχητική αυτή εξέλιξη στην διεθνή οικονομία θα συνιστά το αποτέλεσμα της μείωσης της προσφοράς ( 11,5 εκατομ. βαρέλια πετρελαίου την ημέρα και 20% υγροποιημένου φυσικού αερίου) η οποία θα συμβάλλει στην διαμόρφωση υψηλού επιπέδου (πάνω από 100 δολάρια το βαρέλι) τις τιμές ενέργειας. Οι συνθήκες αυτές αναμένεται ότι θα επηρεάσουν πτωτικά τους ρυθμούς της εύθραστης ανάπτυξης της Ευρώπης και της Ευρωζώνης εξαιτίας τόσο της εξάρτησης της από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, όσο και από το γεγονός ότι στις μέρες μας αποτελεί την «πιο εκτεθειμένη μεγάλη οικονομία» στις επιπτώσεις της πολεμικής σύγκρουσης στο Ιράν.
- Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι πριν από τις πολεμικές συγκρούσεις της Ρωσίας στην Ουκρανία σημαντικό τμήμα της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας στην Ευρώπη βασιζόταν σε εισαγωγές 15 δισεκατ. κυβικών ποδιών την ημέρα φθηνού φυσικού αερίου από την Ρωσία.
Τούτων δοθέντων, οι νέες συνθήκες και παρενέργειες από τον πόλεμο στο Ιράν σηματοδοτούν τόσο τάσεις δοκιμασίας στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία, όσο και επιδείνωσης των προϋποθέσεων αντιμετώπισης της υπαρξιακής ευρωπαϊκής πρόκλησης του νέο-τεχνολογικού χάσματος σε σχέση με τους παγκόσμιους ανταγωνιστές της.
Με άλλα λόγια εάν η Ευρώπη δεν αντιμετωπίσει τις συσσωρευμένες παρενέργειες από τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, τους δασμούς και τον πόλεμο στο Ιράν και δεν αποτρέψει αποτελεσματικά το οικονομικό και τεχνολογικό της χάσμα, κατά τις επόμενες δύο δεκαετίες, θα συνυπάρξει με τον κίνδυνο μίας σταθερής στασιμότητας και οικονομικής υποβάθμισης σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα που θα την οδηγήσει, μεταξύ άλλων, στην μείωση της συμμετοχής της στο παγκόσμιο ΑΕΠ σε 15% το 2050 από 22% που είναι σήμερα.
- Στην προοπτική αυτής της στρατηγικής πρόκλησης, η βιομηχανική επιλογή της Ευρώπης στις μέρες μας δεν μπορεί να είναι η επανάληψη του μοντέλου της απορρύθμισης, της υποεπένδυσης, της ανταγωνιστικότητας κόστους (εξωτερική ανταγωνιστικότητα), της χαμηλής εσωτερικής ζήτησης ( επιδείνωση της πλειοψηφίας του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού), της οικονομικής στασιμότητας και του περιορισμού των εισαγωγών, προκειμένου να επιτευχθούν εμπορικά πλεονάσματα ελπίζοντας ότι στο μέλλον θα ακολουθήσει η ανάπτυξη.
Κατά συνέπεια, η βιομηχανική στρατηγική της Ευρώπης απαιτείται να προσανατολιστεί στο μοντέλο της ανταγωνιστικότητας τιμής με την υποστήριξη ενεργειακών υποκατάστατων, προμήθειας κεφαλαιουχικών αγαθών για την παραγωγή υψηλής ποιότητας καινοτομίας και νέας τεχνολογίας (νέο-τεχνολογική αφύπνιση) (Chr.Chavagneux, Alternatives Economiques, 17/2/2026) και με την επίτευξη της «εσωτερικής οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης», οδηγώντας τις τεχνολογικές και παραγωγικές της δυνάμεις περισσότερο προς το εσωτερικό ( εσωτερική αγορά) και λιγότερο προς το εξωτερικό στις νέες συνθήκες μίας κλειστής ή τουλάχιστον μίας περιφερειοποιημένης διεθνούς οικονομίας.