Νέα εκτίναξη στο πετρέλαιο: Πάνω από 100 δολάρια το βαρέλι, πρώτη φορά από το 2022
✨Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν, με το Brent να ξεπερνά τα 100 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά από τον Αύγουστο του 2022.
✨Η άνοδος των τιμών σχετίζεται με την κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και τους φόβους για περιορισμό της παγκόσμιας ενεργειακής προσφοράς.
✨Οι υψηλές τιμές πετρελαίου ενίσχυσαν τις ανησυχίες για πληθωρισμό και προκάλεσαν αρνητικές επιπτώσεις στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.
✨Πιέσεις καταγράφηκαν επίσης στην αγορά ιδιωτικών πιστώσεων, επιβαρύνοντας το οικονομικό κλίμα λόγω της γεωπολιτικής αβεβαιότητας και των χρηματοπιστωτικών κινδύνων.
Σε νέο υψηλό επίπεδο εκτινάχθηκαν οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου, με το Brent να ξεπερνά τα 100 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά από τον Αύγουστο του 2022, καθώς η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή εντείνει τις ανησυχίες για την παγκόσμια ενεργειακή προσφορά.
Το πετρέλαιο Brent της Βόρειας Θάλασσας έκλεισε στα 100,46 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας άνοδο 9,2%, ενώ κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης είχε φτάσει ακόμη και τα 101,60 δολάρια.
Παράλληλα, το αμερικανικό αργό (WTI) διαμορφώθηκε στα 95,70 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο 9,7% και αγγίζοντας επίσης τα υψηλότερα επίπεδα από το 2022.
Ανησυχία για την ενεργειακή προσφορά
Η άνοδος των τιμών συνδέεται άμεσα με την έντονη γεωπολιτική αβεβαιότητα που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα οι εξελίξεις γύρω από το Ιράν.
Οι αγορές φοβούνται ότι μια περαιτέρω κλιμάκωση της σύγκρουσης θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό, ιδιαίτερα αν επηρεαστούν κρίσιμες θαλάσσιες οδοί μεταφοράς πετρελαίου.
Πιέσεις στις αγορές και φόβοι για πληθωρισμό
Η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου ενίσχυσε τους φόβους για νέα αναζωπύρωση του πληθωρισμού, γεγονός που επηρέασε αρνητικά τις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Σύμφωνα με το Bloomberg, οι διεθνείς μετοχές κατέγραψαν πιέσεις, ενώ το κλίμα επιβαρύνθηκε και από ενδείξεις έντασης στην αγορά ιδιωτικών πιστώσεων ύψους περίπου 1,8 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.