Explainer/ “Τσουνάμι” επιπτώσεων στην τεχνολογία από τον πόλεμο- Αναλύει η πρόεδρος του ΣΕΠΕ Γιώτα Παπαρίδου
✨Η νέα πολεμική σύγκρουση στο Ιράν και οι κρίσεις στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς των Στενών του Ορμούζ και της Διώρυγας του Σουέζ διαταράσσουν τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.
✨Η έλλειψη κρίσιμων πρώτων υλών όπως αλουμίνιο και ήλιο, μαζί με την αύξηση του ενεργειακού κόστους, αυξάνουν το λειτουργικό κόστος των data centers και των ψηφιακών συσκευών.
✨Οι γεωπολιτικές εντάσεις προκαλούν καθυστερήσεις και αυξήσεις στα ναύλα, ενώ πυραυλικές και κυβερνοεπιθέσεις πλήττουν τη λειτουργία της ψηφιακής βιομηχανίας παγκοσμίως.
✨Η Ευρώπη αντιμετωπίζει σημαντική αύξηση στις τιμές ψηφιακού εξοπλισμού λόγω της ζήτησης για τεχνητή νοημοσύνη και της έλλειψης μνημών DRAM, καθιστώντας επιτακτική την τεχνολογική αυτονομία.
Σε μια περίοδο όπου ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποτελεί το «κλειδί» για την παγκόσμια ανάπτυξη, οι απρόβλεπτες γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έρχονται να ναρκοθετήσουν την ομαλή πορεία της τεχνολογικής βιομηχανίας. Η νέα πολεμική σύγκρουση στο Ιράν, σε συνδυασμό με την κρίση στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς των Στενών του Ορμούζ και της Διώρυγας του Σουέζ, δημιουργεί μια ασφυκτική πίεση στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η κα Γιώτα Παπαρίδου, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΕΠΕ, αναλύει πώς οι ελλείψεις σε κρίσιμες πρώτες ύλες όπως το αλουμίνιο και το ήλιο, η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους και η ραγδαία αύξηση των τιμών σε βασικά εξαρτήματα (DRAM, SSD) διαμορφώνουν ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας.
Με το κόστος λειτουργίας των data centers να ανεβαίνει και τις τιμές των ηλεκτρονικών συσκευών να καταγράφουν ιστορικά υψηλά, η ανάγκη για ευρωπαϊκή τεχνολογική αυτονομία και η παρέμβαση της Πολιτείας καθίστανται πλέον επιτακτικές για τη διασφάλιση της ψηφιακής σταθερότητας.

Όπως εξηγεί η κα Παπαρίδου με το άρθρό της στο libre «η νέα πολεμική σύγκρουση που ξέσπασε στο Ιράν δεν συνιστά ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αποτελεί έναν κρίκο στον γενικευμένο περιφερειακό πόλεμο που εξελίσσεται στη Μέση Ανατολή. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να δούμε και τις επιπτώσεις της στην ψηφιακή βιομηχανία. H συγκεκριμένη περιοχή βρίσκεται στο επίκεντρο κρίσιμων για την παγκόσμια οικονομία εμπορικών διαδρομών που διέρχονται από τα στενά του Ορμούζ και τη Διώρυγα του Σουέζ.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν σημαντικότατη ενεργειακή διαδρομή, από την οποία διέρχεται πάνω από το 20% της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου αλλά και πρώτες ύλες με ευρεία χρήση στην ψηφιακή βιομηχανία. Κοντά στο 10% της παγκόσμιας παραγωγής αλουμινίου και πάνω από το 30% της παγκόσμιας παραγωγής ηλίου εντοπίζονται στις χώρες του Κόλπου και η εξαγωγή των προϊόντων αυτών διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ. Το μεναλουμίνιο είναι κρίσιμο σε ψηφιακές συσκευές (φορητοί υπολογιστές, smartphones, servers, υποδομές data centers κλπ.), καθώς προσφέρει υψηλή αντοχή, χαμηλό βάρος και αποτελεσματική απαγωγή θερμότητας. Το δε ήλιο αποτελεί σημαντική πρώτη ύλη για την κατασκευή ημιαγωγών, σκληρών δίσκων αλλά και κβαντικών υπολογιστών. Ο διάδρομος αυτός έχει πρακτικά κλείσει οδηγώντας σε κατακόρυφη άνοδο το ενεργειακό κόστος και περιορίζοντας τη διαθεσιμότητα κρίσιμων πρώτων υλών, επηρεάζοντας άμεσα το κόστος και τη λειτουργία εργοστασίων υψηλής τεχνολογίας».
Σύμφωνα με την Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΕΠΕ «οφείλουμε να σημειώσουμε πως τη Διώρυγα του Σουέζ διέρχεται το 12-15% του παγκόσμιου εμπορίου (δεδομένα 2023) και σχεδόν το σύνολο των προϊόντων ψηφιακής τεχνολογίας που κατασκευάζονται στην Ανατολική Ασία (Κορέα, Κίνα, Ιαπωνία κλπ.) και διοχετεύονται στην Ευρώπη. Ήδη από τα τέλη του 2023 και τον πόλεμο στη Λωρίδα της Γάζας, η χρήση της Διώρυγας είχε περιοριστεί σχεδόν στο μισό. Ο πόλεμος στο Ιράν εξανεμίζει τις όποιες ελπίδες για επιστροφή στην κανονικότητα. Η περιοχή παραμένει στο κόκκινο και πολλές μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες υποχρεώνονται να συνεχίσουν να δρομολογούν τα πλοία τους από τον ασφαλέστερο αλλά σαφώς μακρύτερο διάπλου της Αφρικής.
Η αναστάτωση αυτή στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες επηρεάζει το κόστος μεταφοράς ηλεκτρονικών προϊόντων από τα μεγάλα κέντρα παραγωγής στην Ανατολική Ασία προς την Ευρωπαϊκή αγορά. Η αύξηση των ναύλων, οι εναλλακτικές θαλάσσιες διαδρομές και οι καθυστερήσεις στα logistics μετατρέπονται γρήγορα σε αυξημένο κόστος για τους εισαγωγείς και τους διανομείς, τo οποίο καταλήγει να μετακυλίεται στον τελικό καταναλωτή».
Σ’ ό,τι αφορά τις επιπτώσεις του πολέμου «δεν σταματούν στις μεταφορές. Οι πυραυλικές επιθέσεις πλήττουν και data centers, ενώ, παράλληλα, έχουν ξεκινήσει και εκατέρωθεν κυβερνοεπιθέσεις. Οι μεγάλοι αναλυτές (IDC, Gartner, κτλ.) εκτιμούν ότι η ανάπτυξη της πληροφορικής θα επιβραδυνθεί κατά μία ποσοστιαία μονάδα παγκοσμίως, το οποίο αντιστοιχεί σε περίπου $40-50 δισεκατομμύρια λιγότερες επενδύσεις. Την ίδια στιγμή, το λειτουργικό κόστος των data centers στην Ευρώπη και την Ασία αναμένεται να αυξηθεί κατά 10-15%, λόγω της ανόδου της τιμής του φυσικού αερίου και του ρεύματος. Αντίθετα, ο πόλεμος αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση προϋπολογισμών κυβερνοασφάλειας κατά 12-15% και επιτάχυνση επενδύσεων σε “εθνικά νέφη” κατά $5-8 δισ. Διεθνώς».
Ειδικά για την Ευρώπη σύμφωνα με την κα Παπαρίδου «η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου η ζήτηση για ψηφιακό εξοπλισμό βρίσκεται ήδη σε υψηλά επίπεδα. Η ανάπτυξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, η επέκταση των υποδομών cloud και η ανάγκη για εκσυγχρονισμό των ψηφιακών υποδομών δημιουργούν διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες για επεξεργαστική ισχύ, αποθηκευτικά συστήματα και εξοπλισμό δικτύων.
Την ίδια στιγμή και ανεξάρτητα από τις τρέχουσες γεωπολιτικές εξελίξεις, βρισκόμαστε μπροστά σε σημαντικές αυξήσεις τιμών σε υπολογιστές, laptops, tablets και smartphones. Η βασική αιτία είναι η έντονη έλλειψη μνημών DRAM και αποθηκευτικών μέσων, καθώς η εκρηκτική ζήτηση από υποδομές τεχνητής νοημοσύνης απορροφά μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής, δημιουργώντας εικόνα πανικού στην αγορά ψηφιακής τεχνολογίας.
Πρόκειται για μία ραγδαία αύξηση τιμών, που βιώνουμε παγκοσμίως από το 4ο τρίμηνο 2025, ιδίως όμως τις αρχές του 2026, σε όλα τα είδη μνήμης και αποθήκευσης, και η οποία με τη σειρά της έχει οδηγήσει σε αναπάντεχες, ευρύτερες αυξήσεις των τιμών του εξοπλισμού ψηφιακής τεχνολογίας. Ενδεικτικό είναι πως πρόσφατη μελέτη στη χώρα μας, καταδεικνύει αυξήσεις που πλησιάζουν το 100% για σκληρούς δίσκους SSD και το 200-300% για μνήμες DDR5».
Όπως εξηγεί στη συνέχεια η κα Παπαρίδου «οι επιχειρήσεις του κλάδου καλούνται, για ακόμη μία φορά τα τελευταία χρόνια, να διαχειριστούν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας. Από την πανδημία έως τις ενεργειακές κρίσεις και τις γεωπολιτικές εντάσεις, η ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων έχει αναδειχθεί σε κεντρικό ζήτημα για την παγκόσμια τεχνολογική βιομηχανία.
Και σε αυτό το σημείο είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και απαραίτητη η παρέμβαση και συμβολή της Πολιτείας ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή και αδιάκοπη υλοποίηση έργων και υποδομών κρίσιμων για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας.
Ο ΣΕΠΕ, ως θεσμικός φορέας της ψηφιακής βιομηχανίας, ενός τομέα με ισχυρό αποτύπωμα και στην εθνική οικονομία και στην αναπτυξιακή δυναμική αλλά και στην ελληνική κοινωνία – αριθμεί 4.600 επιχειρήσεις, 300.000 εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης και κύκλο εργασιών που προσεγγίζει το 8% του ΑΕΠ της χώρας – είναι έτοιμος να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωση και υλοποίηση αυτού του πλαισίου ομαλότητας και ασφάλειας. Με προτάσεις και συνεχή επικοινωνία με την Πολιτεία και τα αρμόδια Υπουργεία.
Τέλος, η εμπειρία αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει την ανάγκη για μια πιο μεθοδική προσέγγιση από την πλευρά της Ευρώπης. Η ενίσχυση της τεχνολογικής αυτονομίας, η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας κρίσιμων πρώτων υλών και η ανάπτυξη ισχυρότερων ευρωπαϊκών παραγωγικών δυνατοτήτων στον τομέα του τεχνολογικού εξοπλισμού αποτελούν πλέον όχι μόνο επιλογή οικονομικής πολιτικής, αλλά και ζήτημα στρατηγικής ασφάλειας».