Η Ελλάδα μπροστά σε στρατηγικές αποφάσεις με ανέτοιμο, όμως, εσωτερικό μέτωπο…

Η Ελλάδα μπροστά σε στρατηγικές αποφάσεις με ανέτοιμο, όμως, εσωτερικό μέτωπο…
💡 AI Summary by Libre

Η ελληνική και ευρωπαϊκή διπλωματία αντιμετωπίζουν τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν μέσω μικρο-διαχείρισης των γεωπολιτικών και οικονομικών συνεπειών στη Μέση Ανατολή.

Οι ΗΠΑ ενδέχεται να ζητήσουν στρατιωτική συνεργασία από ευρωπαϊκές χώρες, καθώς οι ανάγκες σε βάσεις και εξοπλισμούς για τη Μέση Ανατολή αυξάνονται σημαντικά.

Η εμπλοκή των Κούρδων σε εσωτερικές συγκρούσεις του Ιράν και η τουρκική αντίδραση με αποστολή F16 στα κατεχόμενα δημιουργούν επικίνδυνα νέα μέτωπα και ανταγωνισμούς στην περιοχή.

Η Ελλάδα υποστηρίζει ήδη την Κύπρο και συμμετέχει στην αμερικανοϊσραηλινή πολεμική ομπρέλα, ενώ η ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία δοκιμάζεται από εσωτερικές διαφωνίες και καθυστερήσεις.

Είτε αιφνιδιάστηκε, είτε την είχε εντάξει στα πιθανά σενάρια σχετικά με τη Μέση Ανατολή, η ελληνική διπλωματία, όπως και η ευρωπαϊκή εν γένει, αναλώνεται προσώρας σε μία μικρο-διαχείριση της επίθεσης των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν και των συνεπειών της στις διαμορφούμενες νέες γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή και στην παγκόσμια οικονομία (ενέργεια, εφοδιαστική αλυσίδα, πληθωρισμός κ.ά).

Το αποτύπωμα της γεωπολιτικής ισχύος της Ουάσιγκτον με τις συνοδές έμμεσες και άμεσες απειλές κατά των Ευρωπαίων (οι περιπτώσεις της Ισπανίας και λιγότερο του Ηνωμένου Βασιλείου είναι ενδεικτικές) είναι πολύ ισχυρό και θα είναι δύσκολο για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να μην μετακινηθούν αργά ή γρήγορα από την αμηχανία, τις γενικόλογες επικλήσεις του διεθνούς δικαίου και την ανοχή σε μία πιό ενεργή εμπλοκή.

Η αμερικανική πολεμική μηχανή χρειάζεται και θα χρειαστεί ακόμα περισσότερο άμεσα τις στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ στην Ευρώπη για να μετακινήσει εξοπλισμούς και πολεμοφόδια προς τη Μέση Ανατολή ή και να παράσχει τεχνολογική βοήθεια στις αεροναυτικές δυνάμεις που επιχειρούν. Εφόσον αποδειχθούν, δε, ακριβείς οι πληροφορίες ότι διαμορφώνεται έλλειψη πυραυλικών και αντι-πυραυλικών συστημάτων είναι πολύ πιθανό να ζητηθεί από κάποιες ευρωπαϊκές χώρες να ενταχθούν στον σχηματισμό δυνάμεων. Ιδιαίτερα εάν η Τεχεράνη αποδειχθεί πιό ανθεκτική απ΄ ότι πίστευαν πολλοί αρχικά.

Όλα αυτά πρέπει να αξιολογούνται στο πλαίσιο μιας διαρκούς μεταβαλλόμενης αμερικανικής μη-στρατηγικής “τελικού σκοπού” (end game), καθώς ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ αναιρεί την μία ημέρα αυτά που έλεγε την προηγούμενη, ενίοτε σε πλήρη διάσταση με όσα δηλώνει ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Τελευταίο παράδειγμα, η δήλωση του δεύτερου ότι στόχος δεν είναι να πέσει το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν που έρχεται σε αντίθεση με τον διακηρυγμένη στόχο του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ενώ ταυτόχρονα ο πρόεδρος των ΗΠΑ ζητά παράδοση άνευ όρων και να διορίσει ο ίδιος τον επόμενο ιρανό ηγέτη.

Οι εκτιμήσεις ποικίλλουν σχετικά με την αντοχή του οπλοστασίου της Τεχεράνης (κυρίως σε βαλλιστικούς πυραύλους), όμως και οι ΗΠΑ με το Ισραήλ δεν έχουν αστείρευτα αποθέματα, ενώ οι αγορές κλονίζονται και επεξεργάζονται ακόμα και ακραία σενάρια εφόσον συνεχιστεί ή επιδεινωθεί το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.

Μία θρυαλλίδα με φαραωνικές συνέπειες θα ήταν, άλλωστε, η πίεση που ασκείται από την Ουάσιγκτον στους Κούρδους του δυτικού Ιράν να εμπλακούν σε χερσαίες επιθέσεις κατά του καθεστώτος (με ενίσχυσή τους από αέρος με πολεμοφόδια από τις ΗΠΑ) να προκαλέσει έναν εσωτερικό πόλεμο με άγνωστες συνέπειες. Ορισμένες αναλύσεις αναφέρουν ότι κάτι τέτοιο θα επιφέρει όχι μόνο εμφύλια σύρραξη με απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρη την περιοχή αλλά ίσως συσπειρώσει ακόμα και την αντιπολίτευση -ίσως και σημαντική μερίδα του λαού που προσφάτως εξεγέρθηκε κατά των μουλάδων- υπέρ του καθεστώτος.

Πέραν αυτών των προφανών, μία αναταραχή στις κουρδικές περιοχές Ιράν, Ιράκ, Συρίας και Τουρκίας θα δημιουργήσει ένα νέο πολύ σοβαρό πολεμικό μέτωπο και θα αναγκάσει την Άγκυρα να δράσει προς αποφυγή της επέκτασης των συγκρούσεων ακόμα και εντός του εδάφους της.

Με βάση αυτή τη συνοπτική πρώτη ανάλυση των δεδομένων πεδίου, η Ελλάδα τοποθετείται ήδη στο πρώτο επίπεδο της υποστήριξης της Κύπρου, κάτι που συμβαίνει παράλληλα με την έμμεση συνδρομή στην αμερικανοϊσραηλινή πολεμική ομπρέλα: οι συστοιχίες Patriot στην Κάρπαθο και τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, για παράδειγμα, έχουν προφανή σκοπό, πέραν της εθνικής ασφάλειας, να συνδράμουν και στην ασφάλεια της Σούδας και αμερικανικών εγκαταστάσεων και δυνητικών στόχων του Ιράν στην περιοχή μας.

Τι θα συμβεί, όμως, εάν οι ΗΠΑ αρχίσουν να ζητούν επιτακτικά την χρήση με επιχειρησιακούς όρους των αμερικανικών βάσεων στην Ευρώπη; Πόσο μπορεί να αντέξει το αφήγημα των Ευρωπαίων για διπλωματική λύση και μη εμπλοκή στον πόλεμο;

Στο εσωτερικό σκηνικό, η κεντροαριστερή αντιπολίτευση συσπειρώνεται πίσω από το “πρότυπο Σάντσεθ”, η δε κυβέρνηση το μέμφεται επισημαίνοντας πως η Ισπανία είναι πολύ μακριά από την πρώτη γραμμή του πολέμου. Το άλλο επιχείρημα για την στρατιωτική συνεργασία της Μαδρίτης με την Άγκυρα είναι καταφανώς ασθενές, αν όχι επιπόλαιο, δεδομένου ότι οι περισσότεροι εταίροι και σύμμαχοί μας (Γερμανία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο κ.ά) συνδράμουν με τον ίδιο, αν όχι σημαντικότερο, τρόπο την Τουρκία στρατιωτικά και γεωπολιτικά.

Η συσσώρευση ευρωπαϊκών δυνάμεων στη Ν.Α Μεσόγειο, μετά την άμεση και ορθή συνδρομή που παρείχε η Αθήνα στη Λευκωσία, είναι μεν μία θετική εξέλιξη, από την άλλη η -μάλλον καθυστερημένη- αντίδραση της Τουρκίας με την αποστολή F16 στα κατεχόμενα δημιουργεί νέα δεδομένα και εγκυμονεί κινδύνους ανταγωνισμού.

Οι “πατριωτικοί” τόνοι στην Αθήνα και η ιστορικής διάσταση ενεργοποίηση του ενιαίου αμυντικού χώρου δεν είναι βέβαιο ότι μπορούν να αντέξουν επί μακρόν εάν απαιτηθεί μεγαλύτερη επιχειρησιακή εμπλοκή της ΕΕ σε έναν πόλεμο που ίσως διαρκέσει πολύ.

Αξίζει προς τούτο να σημειωθεί πώς ο ενιαίος αμυντικός χώρος προϋποθέτει και άριστη συνεργασία σε κάθε τομέα κοινού ενδιαφέροντος και η αθέτηση της συμφωνίας για τον Great Sea Interconnector μόλις πρόσφατα από την Λευκωσία δεν ήταν μία καλή στιγμή. Η Κύπρος, άλλωστε, που έχει και την ευρωπαϊκή προεδρία, δεν φαίνεται να μπορεί επί του παρόντος να λάβει στρατηγικές αποφάσεις σε βάθος ορίζοντα.

Ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης, για παράδειγμα, δηλώνει πώς ίσως κάποια στιγμή συζητηθεί το μέλλον των βρετανικών βάσεων (η έλλειψη προετοιμασίας και βούλησης του Κιρ Στάρμερ είναι λογικό να προβληματίζει έντονα), ακόμα και το θέμα να διατυπωθεί αίτημα ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ. Όλοι, όμως, γνωρίζουν ότι και τα δύο περνούν μέσα από την επίλυση του Κυπριακού αφού κανείς (κυρίως οι ΗΠΑ) δεν θα διακινδυνεύσει μία νέα γεωπολιτική έκρηξη με την Τουρκία να διαφωνεί ή να θέτει όρους επιζήμιους για το εθνικό μας θέμα.

Οι εξελίξεις είναι πυκνές και είναι θέμα χρόνου να τεθούν σε αρκετούς Ευρωπαίους απαιτήσεις των ΗΠΑ που θα προκαλέσουν αναταράξεις. Το ίδιο ίσως προκύψει και για την Ελλάδα, η οποία θα κληθεί να ισορροπήσει μεταξύ του διεθνούς δικαίου που αποτελεί βάση της πολιτικής μας στα εθνικά θέματα και της ελαστικής διαχείρισής του –ή και της πλήρους καταστρατήγησής του– από την Ουάσιγκτον.

Τα οφέλη ενίσχυσης της γεωπολιτικής θέσης της χώρας που αναμφίβολα προέκυψαν το πρώτο δεκαήμερο του πολέμου δεν είναι βέβαιο ότι θα διαρκέσουν εσαεί και οι στρατηγικές αποφάσεις είναι μπροστά μας. Ο ρεαλισμός είναι η μία όψη του νομίσματος, στην άλλη ενδέχεται να υπάρχουν συμβιβαστικές λύσεις για τις οποίες δεν είναι έτοιμο το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό σε μία κρίσιμη προεκλογική συγκυρία.

Θα ήταν ευχής έργον το εσωτερικό μέτωπο να ενισχυθεί και επ΄ αυτού είναι η κυβέρνηση που πρέπει να αναλάβει σχετικές πρωτοβουλίες και η “σώφρων” αντιπολίτευση που πρέπει να ανταποκριθεί. Όλα αυτά, όμως, στη βάση ενός σχεδίου και όχι με πολιτικά και επικοινωνιακά “κόλπα” ένθεν κακείθεν…

Σχετικά Άρθρα