Ώρα στρατηγικών αποφάσεων για την Ελλάδα

✨Η Ελλάδα βασίζει τη γεωπολιτική της στρατηγική στο σχέδιο Τραμπ, αλλά η επίθεση στο Ιράν και η περιφερειακή αστάθεια αλλάζουν τα δεδομένα στην περιοχή.
✨Η χώρα αυξάνει την αμυντική της ισχύ και ενισχύει τις ενεργειακές συμφωνίες, ενώ αντιμετωπίζει αμφίρροπα την επιλογή μεταξύ ευρωπαϊκής ένταξης και στενότερης συνεργασίας με Ισραήλ και ΗΠΑ.
✨Ο άξονας Αθήνα-Λευκωσία-Τελ Αβίβ δυναμώνει, αλλά ενέχει τον κίνδυνο εμπλοκής στον γεωπολιτικό ανταγωνισμό Ισραήλ-Τουρκίας, με την Τουρκία να επεκτείνει την ατζέντα της στην περιοχή.
✨Η Ελλάδα πρέπει να διαμορφώσει νέο στρατηγικό σχέδιο, αποφασίζοντας μεταξύ πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής ή ένταξης στον γεωπολιτικό σχεδιασμό των ΗΠΑ και Ισραήλ.
Η Ελλάδα έχει ποντάρει το γεωπολιτικό της απόθεμα στο σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ και εκ πρώτης όψεως οι πρόσφατες πολύ σημαντικές ενεργειακές συμφωνίες την δικαιώνουν. Η επίθεση στο Ιράν, όμως, και η περιφερειακή ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή που μπορεί να διαρκέσει επί μακρόν, αλλάζει τα δεδομένα. Έφτασε, ως εκ τούτου, η ώρα για μεγάλες στρατηγικές αποφάσεις.
Η πτώση του θεοκρατικού καθεστώτος στην Τεχεράνη ίσως να μην είναι εύκολη υπόθεση αλλά ακόμα κι αν συμβεί κάτι τέτοιο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα σ’ αυτή την αχανή χώρα με συγκρουόμενες φατρίες και με δέκα εκατομμύρια Κούρδους να ζουν με το όραμα της ένωσης και ενός ανεξάρτητου κράτους. Το παράδειγμα του δεκαετούς πολέμου των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν που κατέληξε στην παράδοση της χώρας στους Ταλιμπάν δεν πρέπει να βγεί από τη νέα γεωπολιτική εξίσωση.
Το σχέδιο του Τραμπ δεν θα είναι, σύμφωνα με όλες τις αναλύσεις, ένας “στιγμιαίος πόλεμος” αλλά οι τεκτονικές αλλαγές στην περιοχή που ίσως προοιωνίζονται σε όχι μεγάλο βάθος χρόνου την επόμενη μεγάλη διένεξη, αυτή του Ισραήλ με την Τουρκία.
Η Ευρώπη κατελήφθη ξανά εξ’ απήνης, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν την ενημέρωσε και δεν την προετοίμασε για όσα θα ακολουθήσουν την επίθεση στο Ιράν, όπως, άλλωστε, δεν το έπραξε ούτε καν για το Κογκρέσο. Οι περισσότερες δυτικές κυβερνήσεις εξέφρασαν έμμεσα τη δυσφορία τους και η ανησυχία για το τι θα συμβεί στο άμεσο μέλλον διογκώνεται, ειδικά εάν το καθεστώς της Τεχεράνης κλείσει τα Στενά του Ορμούζ.
Πώς τοποθετείται η χώρα μας σε αυτό το διαμορφούμενο περιβάλλον; Είναι νωρίς ακόμα να αναμένει κανείς κάποιο σχέδιο με στρατηγικό βάθος, όμως η ανάγκη για κάτι τέτοιο είναι αδήριτη.
Καλό είναι ότι αυξάνει η αμυντική ισχύς μας και θετικές οι συμφωνίες στην ενέργεια, σημαντικό ακόμα και το γεγονός ότι η νέα κρίση μας βρίσκει την οικονομία μας σε αρκετά καλή κατάσταση. Προς ποιά κατεύθυνση όμως θα κινηθούμε;
Τα πρώτα δείγματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ακροβατούμε μεταξύ της ευρωπαϊκής ένταξης και μιας ακόμα μεγαλύτερης σύνδεσης με τον σχεδιασμό του Ισραήλ και των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή. Με την ΕΕ αμήχανη και αναποτελεσματική έως τώρα, το δεύτερο μοιάζει λογικότερο και κατά πολλούς ασφαλέστερο.
Ο άξονας Αθήνα, Λευκωσία, Τελ Αβίβ φαίνεται ισχυρός, ιδιαίτερα εάν καταλήγει μέσω της αραβικής χερσονήσου στην Ινδία (το λεγόμενο “εξάγωνο”), όμως τα επόμενα χρόνια κάτι τέτοιο μπορεί να μας εμπλέξει έμμεσα -ή και άμεσα;- σε ένα νέο γεωπολιτικό ανταγωνισμό μεταξύ του Ισραήλ και της Τουρκίας. Στη Δύση θεωρούν πώς η Άγκυρα θα περιέλθει σε δυσχερή θέση εάν χάσει οριστικά τον προνομιακό σύμμαχό της στην Τεχεράνη και το Τελ Αβίβ θα κινηθεί αναγκαστικά εναντίον της εάν αποσοβήσει την υπαρξιακή απειλή του Ιράν.
Οι πληροφορίες θέλουν την Ελλάδα να επιλέγει την ένταξή της στην γαλλική πυρηνική- αμυντική ομπρέλα όσον αφορά τον ευρωπαϊκό χώρο και ταυτόχρονα να επενδύσει στις ΗΠΑ και τον αμυντικό και γεωπολιτικό θόλο που της προσφέρει το Ισραήλ. Δεν πρέπει, όμως, να αποπροσανατολιστεί από τον βασικό αντίπαλο που είναι η Τουρκία, ο οποίος (σε πείσμα των θετικών σχολίων για τις συναντήσεις Μητσοτάκη- Ερντογάν) διευρύνει την ατζέντα του στην περιοχή.
Τι θα συμβεί εάν επαληθευτεί ότι η νέα κρίση στην περιοχή θα είναι αυτή του Ισραήλ με την Τουρκία;
Καταλήγουμε, λοιπόν, στην ανάγκη ενός νέου στρατηγικού σχεδίου για τη χώρα και το ερώτημα που πλανάται είναι εάν πρέπει να προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε και να διευρύνουμε το πολυδιάστατο της εξωτερικής μας πολιτικής (το οποίο απαιτεί και κριτική στάση ή και διακριτική αποστασιοποίηση από τον σχεδιασμό της Ουάσιγκτον), ή εάν θα γίνουμε μία από τις αιχμές του νέου γεωπολιτικού δόρατος που διαμορφώνεται.
Δεν πρόκειται, προφανώς, για απόφαση μιας μόνο κυβέρνηση και για περιορισμένο χρόνο μπροστά μας. Οι αποφάσεις θα επικαθορίσουν τη θέση της χώρας για τα επόμενα πολλά χρόνια. Κι αυτό απαιτεί ακριβή σχεδιασμό και στρατηγική ανάλυση αλλά και την διαμόρφωση του κατάλληλου συναινετικού οπλοστασίου στο εσωτερικό.