Ιράν/ Τρεις αναλύσεις για την επίθεση των ΗΠΑ: Πόλεμος κατ’ επιλογή με υψηλό ρίσκο
✨Η απόφαση των ΗΠΑ και του Ισραήλ να επιτεθούν στο Ιράν, χωρίς διεθνή συνεννόηση, έχει οδηγήσει σε κλιμάκωση και απειλεί τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή.
✨Η διεθνής κοινότητα εκφράζει ανησυχίες και διχογνωμίες, με κάποιες χώρες να υποστηρίζουν τις επιθέσεις και άλλες να ζητούν άμεση αποκλιμάκωση και διάλογο.
✨Το Ιράν απαντά με επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις και ενεργειακές εγκαταστάσεις, αυξάνοντας τον κίνδυνο γενικευμένης σύρραξης και αποσταθεροποίησης της περιοχής.
✨Η πιθανή πτώση του ιρανικού καθεστώτος παραμένει αβέβαιη, καθώς η χώρα δεν διαθέτει εναλλακτική ηγεσία και οι περιφερειακές ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες.
Η υφήλιος βρίσκεται μπροστά στον μεγάλο κίνδυνο μιας γενικευμένης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή με απρόβλεπτες συνέπειες, όπως επισημαίνουν πολλές δυτικές κυβερνήσεις, ακόμα και αυτές που έμμεσα υποστηρίζουν την αναγκαιότητα της αμερικαναϊσραηλινής επίθεσης στο θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης.
Η απόφαση Τραμπ να ξεκινήσει, σε συνεργασία με το Ισραήλ αλλά χωρίς συνεννόηση είτε με το Κογκρέσο είτε με τους συμμάχους των ΗΠΑ, έναν πόλεμο με στόχο την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, εισάγει όλο τον κόσμο σε μια εποχή νέων, μεγάλων κινδύνων. Η διάχυση της σύγκρουσης στην ευρύτερη περιοχή είναι ήδη συντελεσμένη, καθώς το Ιράν επέλεξε, σε μια κίνηση υψηλού ρίσκου, να ανταποδώσει τις επιθέσεις χτυπώντας χώρες του Κόλπου.
Οι διεθνείς αντιδράσεις
Τους βομβαρδισμούς από ΗΠΑ και Ισραήλ και τα αντίποινα από το Ιράν καταδίκασαν ο γ.γ. του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες και όλοι οι επικεφαλής υπηρεσιών του Οργανισμού, εδώ
Η Ευρώπη: Η Ευρωπαϊκή Ένωση δικαιολόγησε τους βομβαρδισμούς επειδή το καθεστώς των αγιατολάχ «σκότωσε χιλιάδες Ιρανούς» αλλά εκφράζει τον φόβο ότι θα προκαλέσουν κλιμάκωση και ζητά διπλωματική διευθέτηση.
Μακρόν, Μερτς και Στάρμερ με κοινή τους ανακοίνωση ζητούν άμεση διακοπή των εκατέρωθεν βομβαρδισμών και επιστροφή των ΗΠΑ και του Ιράν στις διαπραγματεύσεις, εδώ. Ειδικά ο Μακρόν προειδοποίησε ότι «το ξέσπασμα πολέμου μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν έχει βαριές συνέπειες» και ζήτησε την έκτακτη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ
Η Ισπανία απορρίπτει τις επιθέσεις και ζητά άμεση αποκλιμάκωση.
Η Αθήνα δήλωσε ότι «είναι κοινός τόπος ότι ο έλεγχος του πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος, ώστε να μην αποκτήσει το Ιράν πυρηνικό όπλο, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη σταθερότητα και την ειρήνη στην περιοχή», και έκανε αναφορές στο σεβασμό του διεθνούς δικαίου, εδώ.
Ανεπιφύλακτα υπέρ των πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν τάχθηκαν η Αυστραλία, εδώ και ο Καναδάς, εδώ, επειδή «αποτρέπουν την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων» από την Τεχεράνη.
Ο Ερντογάν κατηγορηματικά καταδίκασε την επίθεση από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ και την απέδωσε στις προκλήσεις του Νετανιάχου που δηλητηρίασαν τη διαδικασία διαπραγματεύσεων, εδώ.
Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών καταδικάζει τους βομβαρδισμούς ως «προσχεδιασμένη και απρόκλητη πράξη ένοπλης επίθεση σε κυρίαρχο και ανεξάρτητο μέλος του ΟΗΕ», εδώ.
Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών εξέφρασε έντονη ανησυχία, ζήτησε την άμεση διακοπή της στρατιωτικής δράσης και επανάληψη διαλόγου και διαπραγματεύσεων, εδώ.
Το Πακιστάν «καταδικάζει αυστηρά την απρόκλητη επίθεση στο γειτονικό Ιράν».
Bloomberg/Ο Τραμπ τα θέλει όλα: Πόλεμος για αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν
Οι κίνδυνοι είναι άμεσοι. Με την επίθεση σε ηγετικές δομές της Τεχεράνης, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έθεσαν το καθεστώς σε κατάσταση υπαρξιακής άμυνας.
Με την έναρξη της «Operation Epic Fury», ο Ντ. Τραμπ αποκάλυψε, έστω εκ των υστέρων, το εύρος των φιλοδοξιών του απέναντι στο Ιράν. Αν και δεν είχε παρουσιάσει πλαίσιο στόχων στο Κογκρέσο πριν την επίθεση, το μήνυμα που έστειλε μέσω ομιλίας του ήταν ξεκάθαρο: Ο στόχος είναι «τα πάντα». Πρόκειται για ένα γεωπολιτικό στοίχημα τεράστιας κλίμακας, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Στην οκτάλεπτη τοποθέτησή του, ο Τραμπ παρέθεσε πολλαπλές αιτιολογήσεις για τη στρατιωτική δράση: Αποτροπή μιας υποτιθέμενης άμεσης απειλής, οριστική εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος, καταστροφή των βαλλιστικών πυραύλων και των γραμμών παραγωγής τους, διάλυση των στρατιωτικών δομών και των δικτύων επιρροής του Ιράν στην περιοχή, ακόμη και «εκδίκηση» για επιθέσεις κατά Αμερικανών τα τελευταία 47 χρόνια. Υποσχέθηκε επίσης να σταματήσει την εσωτερική καταστολή του καθεστώτος.
Ωστόσο, ο πιο φιλόδοξος και καθοριστικός στόχος είναι η αλλαγή καθεστώτος. Χωρίς αυτήν, όλα τα υπόλοιπα θα είναι προσωρινά. Η Ισλαμική Δημοκρατία θα μπορούσε να ανασυγκροτήσει τις δυνατότητές της — πυρηνικές, πυραυλικές και στρατιωτικές — μαθαίνοντας από την εμπειρία του πολέμου. Επιπλέον, μια επιβίωση του καθεστώτος θα οδηγούσε πιθανότατα στην αποπομπή διεθνών επιθεωρητών και σε ακόμη μεγαλύτερη αδιαφάνεια γύρω από τον εμπλουτισμό ουρανίου.
Αντίθετα, εάν η επιχείρηση οδηγήσει στην πτώση του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ και του πυρήνα εξουσίας του, μετά τον θάνατό του, ο Τραμπ θα μπορούσε να ισχυριστεί ιστορική επιτυχία. Το καθεστώς αντιμετωπίζει εσωτερική φθορά και περιορισμένη λαϊκή στήριξη. Ωστόσο, η επιδίωξη ανατροπής μέσω αεροπορικών επιδρομών δεν έχει ιστορικό προηγούμενο επιτυχίας.
Οι κίνδυνοι είναι άμεσοι. Με την επίθεση σε ηγετικές δομές της Τεχεράνης, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έθεσαν το καθεστώς σε κατάσταση υπαρξιακής άμυνας. Το Ιράν απαντά με πλήγματα σε αμερικανικές βάσεις, ενεργειακές εγκαταστάσεις στον Κόλπο, ίσως προχωρήσει και σε απόπειρα αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ. Οι πρώτες εκρήξεις σε περιοχές όπως το Μπαχρέιν και η κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης στο Ισραήλ καταδεικνύουν το εύρος της έντασης.
Παράλληλα, οι περιφερειακές ισορροπίες είναι εύθραυστες. Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αν και εχθρικές προς την Τεχεράνη, εμφανίζονται επιφυλακτικές, φοβούμενες αποσταθεροποίηση και ενεργειακές αναταράξεις.
Ακόμη και αν το καθεστώς καταρρεύσει, η επόμενη ημέρα είναι αβέβαιη. Το Ιράν, με πληθυσμό 92 εκατ. και σύνθετη εθνοτική δομή, δεν διαθέτει οργανωμένη εναλλακτική ηγεσία. Οι κουρδικές πολιτικές δυνάμεις έχουν ήδη κινητοποιηθεί, προκαλώντας ανησυχία στην Τουρκία.
Η αμερικανική εμπειρία σε Αφγανιστάν, Ιράκ και Λιβύη υπενθυμίζει ότι η στρατιωτική ανατροπή καθεστώτος δεν εγγυάται σταθερότητα. Η επιχείρηση κατά του Ιράν ενδέχεται να αναδιαμορφώσει τη Μέση Ανατολή — ή να εγκλωβίσει τις ΗΠΑ σε έναν ακόμη μακρόχρονο και αβέβαιο πόλεμο επιλογής.
BBC/ Πόλεμος κατ’ επιλογή, με απρόβλεπτες συνέπειες
Η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ να εξαπολύσουν νέα στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν σηματοδοτεί μια εξαιρετικά επικίνδυνη καμπή στη Μέση Ανατολή. Παρότι το Ισραήλ χαρακτήρισε την επιχείρηση «προληπτική», τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δείχνουν ύπαρξη άμεσης απειλής. Πρόκειται, σύμφωνα με αναλυτές, για πόλεμο κατ’ επιλογή.
Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ φαίνεται να εκτίμησαν ότι το ιρανικό καθεστώς είναι ευάλωτο: Βαθειά οικονομική κρίση, εσωτερική αποσταθεροποίηση μετά τη βίαιη καταστολή διαδηλώσεων και στρατιωτικές υποδομές που επλήγησαν σοβαρά στον περσινό πόλεμο. Η συγκυρία θεωρήθηκε ευκαιρία που δεν έπρεπε να χαθεί.
Ωστόσο, η κίνηση εγείρει σοβαρά ερωτήματα νομιμότητας. Η επίκληση αυτοάμυνας είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί δεδομένης της τεράστιας ανισορροπίας ισχύος μεταξύ ΗΠΑ–Ισραήλ και Ιράν. Παρά τις δηλώσεις του Τραμπ και Νετανιάχου ότι το Ιράν αποτελεί υπαρξιακή και παγκόσμια απειλή, δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια αποδεικτικό στοιχείο περί απειλής επικείμενης επίθεσης.
Οι πολιτικοί υπολογισμοί είναι επίσης εμφανείς. Ο Νετανιάχου, που αντιμετωπίζει εκλογές, έχει επανειλημμένα ενισχύσει τη θέση του σε περιόδους πολέμου. Για τον Τραμπ, οι στόχοι εμφανίζονται μεταβαλλόμενοι: από την καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος έως την έμμεση προτροπή για αλλαγή καθεστώτος. Και οι δύο απηύθυναν έκκληση στον ιρανικό λαό να εξεγερθεί.
Όμως η ιστορία δείχνει ότι η αλλαγή καθεστώτος δεν επιτυγχάνεται μόνο με αεροπορικές επιδρομές. Η ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν το 2003 και του Μουαμάρ Καντάφι το 2011 ακολούθησε ευρείας κλίμακας στρατιωτική εμπλοκή και κατέληξε σε παρατεταμένη αστάθεια. Το Ιράν είναι ένα σύνθετο κράτος 92 εκατομμυρίων κατοίκων, χωρίς οργανωμένη εναλλακτική ηγεσία έτοιμη να αναλάβει.
Ακόμη και η εξόντωση του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ δεν εγγυάται κατάρρευση του συστήματος. Η Ισλαμική Δημοκρατία διαθέτει θεσμικό βάθος και στηρίζεται στους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC), που είναι ιδεολογικά προσανατολισμένοι και έτοιμοι για σύγκρουση. Η ιδέα της «συναλλαγής» που χαρακτηρίζει τη σκέψη Τραμπ δύσκολα εφαρμόζεται σε ένα καθεστώς όπου η ιδεολογία και το αφήγημα του μαρτυρίου παίζουν κεντρικό ρόλο.
Η Τεχεράνη φαίνεται να είχε προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο πολέμου, παρά τις παράλληλες διαπραγματεύσεις. Η δυσπιστία απέναντι στις ΗΠΑ, ιδίως μετά την αποχώρηση από τη συμφωνία JCPOA, ενίσχυσε την πεποίθηση ότι οι συνομιλίες δεν αποτελούσαν εγγύηση ασφάλειας.
Οι περιφερειακές συνέπειες είναι δυνητικά σοβαρές: Απειλή για τα Στενά του Ορμούζ, ενεργειακή αστάθεια και κίνδυνος γενικευμένης ανάφλεξης. Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία παρακολουθούν με ανησυχία.
Η νέα σύγκρουση βαθαίνει την ήδη εύθραυστη ισορροπία της περιοχής. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η στρατιωτική επιχείρηση θα επιτύχει τους στόχους της, αλλά και τι θα ακολουθήσει — σε μια Μέση Ανατολή που έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι οι πόλεμοι επιλογής σπάνια παραμένουν υπό έλεγχο.
Atlantic/ Ο επικίνδυνος τζόγος του Τραμπ για αλλαγή καθεστώτος
Η αμερικανική εμπειρία στο Ιράκ το 1991 και το 2003, καθώς και στη Λιβύη το 2011, δείχνουν ότι η ανατροπή καθεστώτων συχνά οδηγεί σε χάος.
Η απόφαση του Ντ. Τραμπ να εμπλέξει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πόλεμο κατά του Ιράν συνιστά ένα από τα πιο ριψοκίνδυνα γεωπολιτικά εγχειρήματα της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας. Παρά τους ισχυρισμούς περί «επικείμενης απειλής» και «προληπτικών πληγμάτων», τα δεδομένα δεν υποδεικνύουν άμεσο κίνδυνο για τις ΗΠΑ ή το Ισραήλ. Πρόκειται για πόλεμο κατ’ επιλογή — και, ουσιαστικά, για πόλεμο αλλαγής καθεστώτος.
Το ιρανικό καθεστώς είναι αυταρχικό και βίαιο, με πρόσφατες μαζικές δολοφονίες διαδηλωτών και μακρά ιστορία καταστολής. Η πτώση του θα μπορούσε, θεωρητικά, να ανοίξει τον δρόμο για ένα πιο φιλελεύθερο και φιλοδυτικό σύστημα. Ωστόσο, η διαδρομή προς ένα τέτοιο αποτέλεσμα είναι εξαιρετικά στενή και γεμάτη κινδύνους.
Ο Τραμπ δεν έχει παρουσιάσει σαφή στρατηγική ούτε έχει καθορίσει κριτήρια επιτυχίας. Πέρα από τη δέσμευση για αποτροπή πυρηνικού εξοπλισμού, η λογική φαίνεται να είναι ότι η εκτεταμένη στρατιωτική καταστροφή θα αποδυναμώσει το καθεστώς και θα ωθήσει τον λαό σε εξέγερση. Η ιστορία όμως δείχνει ότι οι δικτατορίες διαθέτουν υψηλή ανοχή στον πόνο, ιδίως όταν το κόστος μεταφέρεται στους πολίτες.
Η αμερικανική εμπειρία στο Ιράκ το 1991 και το 2003, καθώς και στη Λιβύη το 2011, λειτουργεί ως προειδοποίηση. Η ανατροπή καθεστώτων δεν εγγυάται σταθερότητα· συχνά οδηγεί σε χάος, εμφύλιες συγκρούσεις και μακροχρόνια αποσταθεροποίηση. Το Ιράν, με πληθυσμό 92 εκατ . και ισχυρούς θεσμούς εξουσίας όπως οι Φρουροί της Επανάστασης, είναι πολύ μεγαλύτερη και πιο σύνθετη περίπτωση από προηγούμενα παραδείγματα.
Σενάριο επιτυχίας υπάρχει: Μια αεροπορική εκστρατεία τόσο αποτελεσματική που θα αποκεφαλίσει την ηγεσία, θα διαλύσει τους μηχανισμούς καταστολής και θα οδηγήσει σε μαζικές αποστασίες και οργανωμένη λαϊκή εξέγερση. Σε αυτή την εκδοχή, νέες πολιτικές δυνάμεις θα αναλάβουν γρήγορα τη διακυβέρνηση και η περιοχή θα παραμείνει εκτός παρέμβασης τρίτων δυνάμεων.
Οι πιθανότητες αποτυχίας, όμως, είναι περισσότερες: Απώλειες Αμερικανών στρατιωτών που θα οδηγήσουν σε βεβιασμένη αποχώρηση,· επιβίωση του καθεστώτος μετά από σκληρή καταστολή· αντικατάστασή του από στρατιωτική χούντα ακόμη πιο βίαιη· ή ευρεία περιφερειακή ανάφλεξη μέσω ιρανικών αντιποίνων. Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος εγκατάλειψης μιας αποτυχημένης εξέγερσης, όπως συνέβη στο Αφγανιστάν.
Ο Τραμπ δεν έχει ζητήσει έγκριση από το Κογκρέσο ούτε έχει οικοδομήσει διεθνή συμμαχία πέραν του Ισραήλ. Σε αντίθεση με προηγούμενες επεμβάσεις, δεν διαφαίνεται πολυμερής στήριξη ή σχέδιο για τη «μετά την πτώση» εποχή.
Η επιχείρηση μοιάζει με υψηλού ρίσκου στοίχημα: Λίγοι δρόμοι οδηγούν σε επιτυχία, πολλοί σε στρατηγικό αδιέξοδο. Όπως σε μια παρτίδα πόκερ με «inside straight», η νίκη είναι δυνατή αλλά απίθανη. Και σε τέτοιου είδους γεωπολιτικά στοιχήματα, το κόστος της αποτυχίας δεν είναι απλώς πολιτικό — είναι ανθρώπινο και ιστορικό.
Reuters/ Ο Τραμπ γνώριζε: Ίσως υπάρξουν βαριές αμερικανικές απώλειες
Λίγο πριν διατάξει την αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν, ο Ντ. Τραμπ είχε ενημερωθεί ότι επρόκειτο για μια επιχείρηση «υψηλού ρίσκου, υψηλής ανταμοιβής». Σύμφωνα με αξιωματούχους που μίλησαν στο Reuters, τα ενημερωτικά σημειώματα προς τον πρόεδρο περιλάμβαναν τόσο σαφείς προειδοποιήσεις για ενδεχόμενες βαριές αμερικανικές απώλειες όσο και εκτιμήσεις ότι μια επιτυχής εκστρατεία θα μπορούσε να επιφέρει ιστορική ανατροπή ισορροπιών στη Μέση Ανατολή υπέρ των ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τις διαρροές, ο Τραμπ είχε διαδοχικές ενημερώσεις από κορυφαίους αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων ο διευθυντής της CIA John Ratcliffe, ο υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio και ο υπουργός Άμυνας Pete Hegseth. Οι εκτιμήσεις περιλάμβαναν σενάρια ιρανικών βαλλιστικών επιθέσεων που θα μπορούσαν να υπερφορτώσουν τα αμερικανικά συστήματα αεράμυνας, καθώς και χτυπήματα από ιρανικές παραστρατιωτικές οργανώσεις σε Ιράκ και Συρία.
Παρά τη μαζική στρατιωτική ενίσχυση στην περιοχή, οι ίδιες πηγές παραδέχονται ότι υπήρχαν όρια στις διαθέσιμες άμυνες. Ειδικοί προειδοποιούν ότι ακόμη και μετά τα αρχικά πλήγματα, το Ιράν διατηρεί σημαντικές δυνατότητες αντιποίνων — από βαλλιστικούς πυραύλους και drones έως κυβερνοεπιθέσεις. Όπως σημείωσε ο πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου Daniel Shapiro, η Τεχεράνη διαθέτει περισσότερους πυραύλους ικανούς να πλήξουν αμερικανικές βάσεις απ’ ό,τι οι ΗΠΑ διαθέτουν αναχαιτιστικά συστήματα.
Ο ίδιος ο Τραμπ αναγνώρισε δημοσίως το ρίσκο, δηλώνοντας ότι «οι ζωές γενναίων Αμερικανών μπορεί να χαθούν», αλλά παρουσίασε την επιχείρηση ως «ευγενή αποστολή» με μακροπρόθεσμο στόχο την εξάλειψη της ιρανικής απειλής. Οι διακηρυγμένοι στόχοι του είναι εκτεταμένοι: καταστροφή πυραυλικών δυνατοτήτων, εξουδετέρωση του ναυτικού, αποδυνάμωση των περιφερειακών συμμάχων της Τεχεράνης και παρεμπόδιση απόκτησης πυρηνικού όπλου — στόχο που το Ιράν αρνείται ότι επιδιώκει.
Απόδοση από το KREPORT