“Δραματική” επίσκεψη Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο-Έξι βασικές απαιτήσεις και λόμπι επιρροής ενόψει συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν

 “Δραματική” επίσκεψη Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο-Έξι βασικές απαιτήσεις και λόμπι επιρροής ενόψει συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν
💡 AI Summary by Libre

Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αναμένεται να συναντήσει τον Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσινγκτον για διαπραγματεύσεις σχετικά με το Ιράν, σε μια επίσκεψη υψηλής στρατηγικής σημασίας.

Η αλλαγή της ημερομηνίας της επίσκεψης και η έμφαση στο «επείγον» δείχνουν προσπάθεια αποφυγής συλλογικών δεσμεύσεων και πολιτικού κόστους, ειδικά για το θέμα της Γάζας.

Η ισραηλινή κυβέρνηση προωθεί έξι βασικές απαιτήσεις για το πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν, θέτοντας αυστηρά όρια και επιδιώκοντας πιο σκληρούς όρους στη συμφωνία.

Παράλληλα, ο Νετανιάχου επιχειρεί να ενισχύσει την εσωτερική του εικόνα και να δημιουργήσει λόμπι στον Λευκό Οίκο, ενόψει της εκλογικής μάχης στο Ισραήλ.

Η αιφνιδιαστική ανακοίνωση από το γραφείο του πρωθυπουργού του Ισραήλ ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αναμένεται να συναντήσει στην Ουάσινγκτον τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ την προσεχή Τετάρτη, με αιχμή τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν, παρουσιάστηκε ως εξέλιξη υψηλής στρατηγικής. Ωστόσο, όπως εκτιμούν αναλύσεις που κυκλοφορούν στο ισραηλινό μιντιακό και πολιτικό περιβάλλον, η «δραματοποίηση» της επίσκεψης δεν αντανακλά κατ’ ανάγκην μια ουσιαστική μεταβολή στο ίδιο το διαπραγματευτικό πεδίο. Αντίθετα, φαίνεται να εξυπηρετεί δύο παράλληλους στόχους: αφενός την ενίσχυση της εσωτερικής εικόνας του πρωθυπουργού σε μια περίοδο όπου η εκλογική δυναμική αποτελεί κεντρικό άγχος για την κυβέρνησή του, και αφετέρου μια προσπάθεια έγκαιρης επιρροής των αμερικανικών αποφάσεων, πριν παγιωθεί ένα πλαίσιο συνεννόησης με την Τεχεράνη.

Το αρχικό πλάνο και το «Συμβούλιο Ειρήνης»

Σύμφωνα με το αφήγημα που προβάλλεται, ο Νετανιάχου ζήτησε αρχικά επίσκεψη στην αμερικανική πρωτεύουσα με ημερομηνία την 18η του μήνα. Η θεματολογία περιλάμβανε τον φάκελο του Ιράν, το ευρύτερο αμερικανικό σχέδιο για το παλαιστινιακό, αλλά και ζητήματα που αγγίζουν το προσωπικό και πολιτικό του πεδίο, καθώς στο Ισραήλ εξακολουθούν να τον βαραίνουν ανοιχτές υποθέσεις.

Την επομένη, στις 19, είχε προγραμματιστεί στην Ουάσινγκτον συνεδρίαση ενός σχήματος που ισραηλινά μέσα αποκαλούν «Συμβούλιο Ειρήνης». Αυτό τροφοδότησε εκτιμήσεις ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός θα βρισκόταν εκεί και θα συμμετείχε. Όμως ακολούθησαν σήματα επιφύλαξης: ο ίδιος εμφανίστηκε να «ζυγίζει» το πολιτικό κόστος μιας παρουσίας που θα μπορούσε να συνοδευτεί από πιέσεις να μειώσει τα εμπόδια στην εφαρμογή δεσμεύσεων, ειδικά στο μέτωπο της Γάζας.

Η αλλαγή ημερομηνίας ως κίνηση αποφυγής

Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση να αλλάξει η ημερομηνία και να παρουσιαστεί ως «επείγουσα» επίσκεψη, με επίκληση του ιρανικού φακέλου, ερμηνεύεται από αναλυτές ως κίνηση αποφυγής: να ταξιδέψει στον Λευκό Οίκο χωρίς να βρεθεί υπό το βάρος συλλογικών δεσμεύσεων που θα ζητούσαν άλλοι διεθνείς συνομιλητές.

Η συζήτηση αυτή «κουμπώνει» με την πραγματικότητα επί του πεδίου στη Γάζα. Αναφορές για καθημερινές παραβιάσεις, καθυστερήσεις σε κρίσιμα σημεία διέλευσης και δυσλειτουργίες σε εμβληματικές υποδομές όπως η Ράφα ενισχύουν την εικόνα ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο στρατιωτικό. Είναι πρωτίστως πολιτικό: ποιος ελέγχει τον ρυθμό και τους όρους της μετάβασης.

Το «επείγον» του Ιράν και οι συνομιλίες στο Ομάν

Το επιχείρημα του «επείγοντος» περιστρέφεται γύρω από τις ενδείξεις ότι οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν –με σημείο αναφοράς τις συνομιλίες στο Ομάν– παράγουν «θετικό σήμα», όπως φέρεται να έχει αφήσει να εννοηθεί ο Ντόναλντ Τραμπ.

Από ισραηλινής πλευράς, διατυπώνεται η ανησυχία ότι μια αμερικανική ομάδα διαπραγμάτευσης θα μπορούσε να κινηθεί προς συμβιβασμούς που το Ισραήλ θεωρεί στρατηγικά επικίνδυνους. Έτσι, η επίσκεψη αποκτά χαρακτήρα «προληπτικού φρένου»: πριν «κλειδώσει» η αμερικανική γραμμή, ο Νετανιάχου επιδιώκει να χαράξει κόκκινες γραμμές και να απαιτήσει να ενταχθούν ρητά στο πακέτο όχι μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά και το πυραυλικό πρόγραμμα και η περιφερειακή επιρροή της Τεχεράνης μέσω συμμάχων και οργανώσεων.

Οι «έξι απαιτήσεις» και το πλαίσιο πίεσης

Σύμφωνα με ισραηλινές δημοσιογραφικές αναφορές, η κυβέρνηση Νετανιάχου φέρεται να προωθεί έξι βασικές απαιτήσεις. Οι δύο πρώτες αφορούν το βαλλιστικό σκέλος (με συγκεκριμένο όριο εμβέλειας) και τη διακοπή της υποστήριξης προς δίκτυα που το Ισραήλ χαρακτηρίζει «πληρεξουσίους» του Ιράν στην περιοχή.

Στο πυρηνικό πεδίο, τα αιτήματα περιλαμβάνουν πλήρη κατάργηση του προγράμματος, απομάκρυνση του εμπλουτισμένου ουρανίου από τη χώρα, μηδενικό εμπλουτισμό οποιουδήποτε επιπέδου και επιστροφή επιθεωρητών της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας με δυνατότητα αιφνιδιαστικών ελέγχων.

Στον πυρήνα αυτής της γραμμής βρίσκεται η επιδίωξη όχι απλώς ενός «καλύτερου» συμφώνου, αλλά ενός πλαισίου που θα δυσκολεύει πολιτικά τον Λευκό Οίκο να κλείσει συμφωνία με όρους «μερικής συμμόρφωσης».

«Λομπί» στον Λευκό Οίκο και το δίλημμα ισχύος

Η «δραματική» διάσταση ενισχύθηκε και από πληροφορίες ότι ο Νετανιάχου επιχειρεί να εμφανίσει τη στρατιωτική πίεση ως ρεαλιστική εναλλακτική, διατηρώντας ψηλά το δίλημμα: συμφωνία με σκληρούς όρους ή απειλή χρήσης ισχύος.

Παράλληλα, το πρόγραμμα επαφών που αποδίδεται στο ρεπορτάζ λειτουργεί ως ένδειξη προσπάθειας δημιουργίας εσωτερικού λόμπι στον Λευκό Οίκο. Στη λίστα συναντήσεων εμφανίζονται ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο στρατηγός Μπραντ Κούπερ και οι απεσταλμένοι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ. Η λογική είναι σαφής: αν δεν υπάρξει πλήρης σύμπτωση με τους διαπραγματευτές, να συγκροτηθεί μια κρίσιμη μάζα επιρροής γύρω από τον Τραμπ.

Η εσωτερική διάσταση: πολιτικό κεφάλαιο και εκλογική πίεση

Την ίδια στιγμή, Ισραηλινοί ειδικοί επιχειρούν να αποδομήσουν τον πανικό ως σε μεγάλο βαθμό «τεχνητό», υποστηρίζοντας ότι το πυραυλικό πρόγραμμα είναι εκ των πραγμάτων μέρος κάθε σοβαρής συζήτησης για την πιθανότητα πυρηνικής δυνατότητας.

Σε πιο ωμή διατύπωση, ο πρώην υπουργός και επικεφαλής αμυντικής βιομηχανίας Γιουβάλ Στάινιτς αποδίδεται να λέει ότι το Ισραήλ δεν επιθυμεί ουσιαστικά συμφωνία, καθώς κάθε συμφωνία θα άρει κυρώσεις και θα αυξήσει τους οικονομικούς πόρους της Τεχεράνης, οι οποίοι –κατά την ισραηλινή οπτική– θα κατευθυνθούν σε περιφερειακή ενίσχυση συμμάχων.

Η κεντρική ανάγνωση, πάντως, παραμένει πολιτική. Με την εκλογική μάχη στο Ισραήλ να θεωρείται ήδη σε εξέλιξη και με τις δημοσκοπήσεις να πιέζουν, ο Νετανιάχου χρειάζεται μια εικόνα ισχύος και διεθνούς πρωταγωνισμού που να μεταφράζεται σε εσωτερικό πολιτικό κεφάλαιο. Η Ουάσινγκτον προσφέρει ακριβώς αυτό: ένα σκηνικό όπου μπορεί να εμφανιστεί ως ο ηγέτης που «βάζει όρους» για την ασφάλεια του Ισραήλ απέναντι στο Ιράν.

Το ερώτημα είναι εάν θα καταφέρει να διαμορφώσει το αμερικανικό πλαίσιο χωρίς να συγκρουστεί με τη βασική στρατηγική του Τραμπ –και χωρίς να επιταχύνει, άθελά του, μια δυναμική που θα μπορούσε να οδηγήσει την Τεχεράνη σε σκληρότερη στάση ή ακόμη και σε αποχώρηση από τις συνομιλίες. Σε κάθε περίπτωση, η «δραματική» επίσκεψη μοιάζει λιγότερο με διπλωματική ρουτίνα και περισσότερο με κίνηση υψηλού ρίσκου, όπου το εσωτερικό πολιτικό συμφέρον, η διεθνής διαπραγμάτευση και οι περιφερειακές ισορροπίες συμπλέκονται σε έναν επικίνδυνα στενό διάδρομο.

Σχετικά Άρθρα