Ισραήλ: Γιατί ο Γκάλαντ επιτίθεται τώρα στον Νετανιάχου;
✨Η πολιτική κρίση στο Ισραήλ κλιμακώνεται με δημόσια σύγκρουση Νετανιάχου και Γκάλαντ για τις ευθύνες της 7ης Οκτωβρίου 2023 και τη διαχείριση της ασφάλειας.
✨Ο Νετανιάχου μεταθέτει ευθύνες σε προηγούμενες κυβερνήσεις και τη στρατιωτική ηγεσία, ενώ ο Γκάλαντ τον κατηγορεί για παραπλάνηση και απόπειρα αποποίησης ευθυνών.
✨Η αντιπαράθεση εντείνεται ενόψει πιθανών πρόωρων εκλογών, με υψηλή κοινωνική πόλωση, πολιτικές κατηγορίες και πιέσεις για ανεξάρτητη διερεύνηση των γεγονότων.
✨Η διαμάχη αντικατοπτρίζει βαθύτερη κρίση ταυτότητας και στρατηγικής στο Ισραήλ, θέτοντας σε κίνδυνο την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και το μέλλον της πολιτικής ηγεσίας.
Η πολιτική σκηνή στο Ισραήλ εισέρχεται σε μια περίοδο έντονης θεσμικής και ηθικής δοκιμασίας, καθώς η συζήτηση γύρω από τις ευθύνες για τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023 μετατρέπεται σε ανοιχτή σύγκρουση κορυφής. Η δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ του πρώην υπουργού Άμυνας Γιοάβ Γκάλαντ και του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν αφορά απλώς διαφωνίες πολιτικής διαχείρισης· συνιστά μια βαθιά μάχη αφηγήσεων για το ποιος φέρει την ευθύνη για το σοβαρότερο –κατά ευρεία εκτίμηση στο εσωτερικό της χώρας– πλήγμα ασφάλειας, στρατηγικής και θεσμικής αξιοπιστίας στη σύγχρονη ιστορία του ισραηλινού κράτους. Η αντιπαράθεση εξελίσσεται εν μέσω συνεχιζόμενων επιχειρήσεων στη Γάζα, διεθνούς πίεσης και εντεινόμενης κοινωνικής πόλωσης, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό πολιτικό μείγμα.
Η αφορμή δόθηκε μετά τη δημοσιοποίηση από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου ενός εγγράφου 55 σελίδων με απαντήσεις που υπέβαλε προς τον κρατικό ελεγκτή σχετικά με τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου και το διάστημα που προηγήθηκε. Σύμφωνα με ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, ο πρωθυπουργός επανέφερε τη γραμμή άμυνάς του, μεταθέτοντας ευθύνες σε προηγούμενες κυβερνήσεις και στη στρατιωτική ηγεσία, υποστηρίζοντας ότι η απειλή της Χαμάς είχε υποτιμηθεί από αρμόδιους αξιωματούχους. Μέσω «επιλεκτικών αποσπασμάτων» από κυβερνητικές και στρατιωτικές συσκέψεις, επιχείρησε να εμφανιστεί ως ο πλέον αυστηρός απέναντι στην οργάνωση, προβάλλοντας ότι είχε υποστηρίξει πιο επιθετικές επιλογές.
Η αντίδραση του Γιοάβ Γκάλαντ υπήρξε σφοδρή. Σε τηλεοπτική του συνέντευξη χαρακτήρισε τον πρωθυπουργό «ψεύτη», κατηγορώντας τον ότι διαμορφώνει μια παραπλανητική αφήγηση με στόχο να αποποιηθεί πολιτικές ευθύνες. Ο πρώην υπουργός Άμυνας –ο οποίος απομακρύνθηκε από τη θέση του στα τέλη του 2024– υποστήριξε ότι ο χρόνος δημοσιοποίησης του εγγράφου δεν είναι τυχαίος, αλλά εντάσσεται σε μια προσπάθεια μετατόπισης του βάρους προς τη στρατιωτική ηγεσία και τις υπηρεσίες ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της Σιν Μπετ.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αναφορά του Γκάλαντ στη διαχείριση της πόλης Ράφα στη νότια Γάζα το 2024. Αντικρούοντας τον ισχυρισμό του πρωθυπουργού ότι η καθυστέρηση της χερσαίας επιχείρησης οφειλόταν σε επιφυλάξεις του στρατού, υποστήριξε ότι το ζήτημα ήταν κυρίως επιχειρησιακό, καθώς ο στρατός προετοίμαζε αποθέματα πυρομαχικών λόγω ανησυχιών για πιθανή σύγκρουση στο βόρειο μέτωπο. Η διάσταση αυτή αγγίζει τον πυρήνα της στρατηγικής ευθύνης, καθώς επαναφέρει το ερώτημα περί ιεράρχησης απειλών.
Επιπλέον, ο πρώην υπουργός διέψευσε δημόσια τον ισχυρισμό ότι ισραηλινοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας περιορισμών στην προμήθεια όπλων από την κυβέρνηση του πρώην προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Τζο Μπάιντεν. Παρότι αναγνώρισε δυσκολίες στις αμερικανικές σχέσεις, τόνισε ότι η εικόνα περί κρίσιμης έλλειψης πυρομαχικών, όπως παρουσιάστηκε στον δημόσιο διάλογο, δεν ανταποκρίνεται –κατά τον ίδιο– στην πραγματικότητα.
Η χρονική συγκυρία της επίθεσης Γκάλαντ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον ενόψει πιθανών πρόωρων εκλογών για την Κνεσέτ, καθώς η θητεία της λήγει τον Οκτώβριο. Δημοσκοπήσεις δείχνουν σημαντικό ποσοστό πολιτών να εκφράζει κόπωση απέναντι στον Νετανιάχου, ο οποίος παράλληλα αντιμετωπίζει δίκες για υποθέσεις διαφθοράς. Το πολιτικό κλίμα χαρακτηρίζεται από υψηλή πόλωση, με ανησυχίες για κοινωνική ένταση ενόψει εκλογικών εξελίξεων.
Στην αντιπαράθεση παρενέβη και ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Γιαΐρ Λαπίντ, ο οποίος κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι επιχειρεί να διαγράψει τη δική του ευθύνη. Υπενθύμισε μάλιστα συναντήσεις του καλοκαιριού του 2023, όπου –όπως υποστήριξε– οι πληροφορίες έδειχναν αυξημένο κίνδυνο κλιμάκωσης. Το ερώτημα που έθεσε –πώς είναι δυνατόν ο αρχηγός της αντιπολίτευσης να είχε γνώση κινδύνου που αγνοούσε ο πρωθυπουργός– ενισχύει την πίεση για σύσταση ανεξάρτητης επιτροπής διερεύνησης, αίτημα που μέχρι στιγμής απορρίπτεται από τον κυβερνητικό συνασπισμό.
Πέρα από την πολιτική διάσταση, η σύγκρουση αυτή συνδέεται και με το διεθνές πεδίο. Στον δημόσιο διάλογο επανέρχεται και η διάσταση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, στο οποίο ο Νετανιάχου και ο Γκάλαντ φέρονται να αντιμετωπίζουν σοβαρές κατηγορίες σε σχέση με τη Γάζα, στοιχείο που προσδίδει πρόσθετη διεθνή βαρύτητα στη μάχη της εσωτερικής αφήγησης.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν αυτή η δημόσια ρήξη σηματοδοτεί την απαρχή μιας νέας πολιτικής φάσης στο Ισραήλ. Η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, η ανάγκη απόδοσης ευθυνών και η διαμάχη για τον έλεγχο της ιστορικής μνήμης της 7ης Οκτωβρίου συνθέτουν ένα σύνθετο σκηνικό. Η αναμέτρηση δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά και τη διαμόρφωση της μελλοντικής πολιτικής ηγεσίας.
Σε τελική ανάλυση, η σύγκρουση Γκάλαντ – Νετανιάχου αποτυπώνει μια βαθύτερη κρίση ταυτότητας και στρατηγικής στο ισραηλινό κράτος. Με την κοινωνία διχασμένη και το πολιτικό σύστημα υπό πίεση, το διακύβευμα υπερβαίνει τις προσωπικές αντιπαραθέσεις. Πρόκειται για τη διαμόρφωση της επίσημης εκδοχής ενός γεγονότος που ήδη θεωρείται ιστορικό τραύμα. Και καθώς οι εκλογικές προοπτικές πλησιάζουν, η ερώτηση που κυριαρχεί είναι ποιος θα επιβάλει τελικά τη δική του αφήγηση για τη μεγαλύτερη κρίση της σύγχρονης ισραηλινής ιστορίας.