Γιατί Κίνα και Ρωσία λένε ουσιαστικά “όχι” στο “Συμβούλιο Ειρήνης” του Τραμπ

 Γιατί Κίνα και Ρωσία λένε ουσιαστικά “όχι” στο “Συμβούλιο Ειρήνης” του Τραμπ
💡 AI - Με μια ματιά by Libre

Η Ρωσία και η Κίνα απορρίπτουν σιωπηρά την αμερικανική πρωτοβουλία για το «Συμβούλιο Ειρήνης» του Τραμπ, επικεντρώνοντας στην πολυμέρεια και το διεθνές δίκαιο μέσω του ΟΗΕ.

Η δήλωση του Ουσακόφ τονίζει ότι οποιαδήποτε νέα δομή ειρήνης χωρίς συμμετοχή των μόνιμων μελών με βέτο θεωρείται παράκαμψη και εργαλείο αμερικανικής επιβολής.

Μόσχα και Πεκίνο κρατούν στρατηγική αναμονή, αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα χωρίς να δεσμεύονται, ενώ επαναφέρουν τη σημασία της συλλογικής ασφάλειας και του Χάρτη του ΟΗΕ.

Η κινεζική στάση εκλαμβάνει την πρωτοβουλία ως απειλή στη μακροπρόθεσμη παγκόσμια τάξη, απορρίπτοντας μονομερείς ορισμούς ειρήνης που αγνοούν τη συναίνεση και τη συνεργασία.

Η δήλωση του Γιούρι Ουσακόφ, στενού συνεργάτη του Βλαντίμιρ Πούτιν, ότι Ρωσία και Κίνα έχουν κοινή θέση απέναντι στο λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» για τη Γάζα του Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι απλώς μια τυπική διπλωματική διατύπωση. Αντιθέτως, πρόκειται για μια φράση υψηλού γεωπολιτικού φορτίου, η οποία –διαβασμένη μέσα από ρωσικές και κινεζικές πηγές– υποδηλώνει μια σιωπηρή αλλά σαφή απόρριψη της αμερικανικής πρωτοβουλίας και ταυτόχρονα μια προσπάθεια επαναβεβαίωσης της επικέντρωσης στο πολυπολικό σύστημα διεθνών σχέσεων, με αιχμή το διεθνές δίκαιο και τον ρόλο του ΟΗΕ. Στην πραγματικότητα, η φράση-κλειδί δεν είναι το ίδιο το «Συμβούλιο», αλλά το πλαίσιο στο οποίο ο Ουσακόφ επιλέγει να το «εγκλωβίσει»: Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, νομιμοποίηση, ισοτιμία, συλλογική ασφάλεια. Όλα αυτά λειτουργούν σαν κώδικας: προειδοποίηση ότι οποιαδήποτε νέα αρχιτεκτονική «ειρήνης» που παρακάμπτει τους κανόνες, θα αντιμετωπιστεί ως εργαλείο ισχύος.

Σύμφωνα με τον Ουσακόφ, Ρωσία και Κίνα τάσσονται υπέρ «ισότιμης και αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας στη βάση του διεθνούς δικαίου και του Χάρτη του ΟΗΕ». Η διατύπωση αυτή δεν είναι ουδέτερη. Στη ρωσική διπλωματική γλώσσα, τέτοιες προτάσεις λειτουργούν συχνά ως έμμεσος τρόπος απόρριψης πρωτοβουλιών που κρίνονται μονομερείς ή υπονομευτικές για τους υφιστάμενους θεσμούς. Το γεγονός ότι ο Ουσακόφ δεν διευκρίνισε αν Μόσχα και Πεκίνο θα αποδεχθούν ή θα απορρίψουν την πρόσκληση, ερμηνεύεται ως συνειδητή ασάφεια: ένα διπλωματικό «όχι» χωρίς να ειπωθεί ρητά, ένα σήμα «κρατάμε απόσταση» χωρίς να καεί επίσημα το κανάλι.

  • Στους διαδρόμους της ρωσικής διπλωματίας, το «Συμβούλιο Ειρήνης» περιγράφεται ως προσπάθεια των ΗΠΑ να δημιουργήσουν έναν παράλληλο μηχανισμό παγκόσμιας διακυβέρνησης, στον οποίο ο Τραμπ θα διατηρεί αποκλειστικό δικαίωμα βέτο. Αυτό θεωρείται από τη Μόσχα ευθεία προσβολή της αρχής της συλλογικής ασφάλειας, πάνω στην οποία στηρίζεται το σύστημα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου Ρωσία και Κίνα διαθέτουν θεσμικά κατοχυρωμένο βέτο. Με άλλα λόγια, η ρωσική ανάγνωση είναι θεσμική αλλά και ψυχολογική: «μας ζητούν να μπούμε σε ένα σχήμα όπου χάνουμε το κλειδί του δωματίου και το κρατά μόνο η Ουάσινγκτον».

Αντίστοιχα, σε κινεζικές αναλύσεις –ιδίως σε μέσα και κύκλους που κινούνται κοντά στη γλώσσα του υπουργείου Εξωτερικών και σε πανεπιστημιακά ινστιτούτα διεθνών σχέσεων– η πρωτοβουλία εμφανίζεται ως «νεο-ηγεμονικό εργαλείο». Η βασική κριτική του Πεκίνου δεν εστιάζει τόσο στο πρόσωπο του Τραμπ, όσο στη λογική της μονοκεντρικής εξουσίας: ένα διεθνές σχήμα όπου ο «τελικός κριτής» είναι ένας παίκτης. Για την Κίνα, κάθε δομή που δεν στηρίζεται στην πολυμέρεια και στη συναίνεση αντιμετωπίζεται ως εκ προοιμίου ύποπτη, όχι επειδή το Πεκίνο απορρίπτει την «ειρήνη», αλλά επειδή απορρίπτει τον ορισμό της ειρήνης ως προϊόν μονομερούς απόφασης.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το βαθύτερο νόημα της δήλωσης Ουσακόφ: η επίκληση του Χάρτη του ΟΗΕ λειτουργεί ως έμμεση υπενθύμιση ότι μόνο ο ΟΗΕ διαθέτει τη «σφραγίδα» της διεθνούς νομιμοποίησης ως πλαίσιο παγκόσμιας διακυβέρνησης. Οτιδήποτε άλλο, ακόμη κι αν φέρει τον τίτλο της «ειρήνης», μπορεί να ιδωθεί ως εργαλείο γεωπολιτικής αναδιάταξης με όρους ισχύος και όχι δικαίου. Και αυτό είναι το κόκκινο πανί: η μετάβαση από μια τάξη κανόνων σε μια τάξη «διαχειριστή».

Στη ρωσική στρατηγική σκέψη, τέτοιες πρωτοβουλίες εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των ΗΠΑ να υποβαθμίσουν θεσμικά τον ΟΗΕ, ακριβώς επειδή εκεί δεν ελέγχουν πλήρως τις αποφάσεις. Το ότι στο νέο όργανο το δικαίωμα βέτο θα ανήκει αποκλειστικά στον Αμερικανό πρόεδρο παρουσιάζεται ως ομολογία αποτυχίας να επιβληθεί η αμερικανική γραμμή μέσω των υπαρχόντων μηχανισμών. Με αυτή την ανάγνωση, το «Συμβούλιο» δεν είναι καινοτομία· είναι παράκαμψη.

  • Από την κινεζική πλευρά, η στάση είναι πιο μακροπρόθεσμη και «συστημική». Το Πεκίνο βλέπει τέτοιες ιδέες ως απειλή για τον στόχο της σταδιακής οικοδόμησης ενός πολυπολικού διεθνούς συστήματος, όπου οι μεγάλες δυνάμεις συνυπάρχουν χωρίς αποκλεισμούς και χωρίς μονομερείς «διευθυντές» της παγκόσμιας τάξης. Η Κίνα, που επενδύει σταθερά στη γλώσσα του πολυμερούς και της «μη ανάμειξης», δεν θέλει να νομιμοποιήσει ένα μοντέλο όπου η «παγκόσμια ειρήνη» μετατρέπεται σε προεδρικό προνόμιο.

Έτσι, το ότι Ρωσία και Κίνα δήλωσαν πως «έλαβαν υπόψη» την πρόσκληση, χωρίς να δώσουν καθαρή απάντηση, δεν αποτελεί ένδειξη αμφιταλάντευσης. Αντιθέτως, είναι μια κλασική μορφή στρατηγικής αναμονής: κρατούν την πόρτα μισάνοιχτη για να μην χρεωθούν τη ρήξη, αλλά αφήνουν τον χρόνο να δοκιμάσει την αντοχή της αμερικανικής ιδέας και –κυρίως– να δουν ποιοι τρίτοι θα μπουν πρώτοι στο νέο σχήμα. Στη διπλωματία, η καθυστέρηση είναι συχνά εργαλείο ισχύος.

Η δήλωση Ουσακόφ, λοιπόν, λειτουργεί σε τρία επίπεδα: πρώτον, ως μήνυμα προς τις ΗΠΑ ότι οποιαδήποτε νέα δομή αγνοεί τον ΟΗΕ δύσκολα θα αποκτήσει νομιμοποίηση χωρίς τη συμμετοχή των μόνιμων μελών με βέτο. Δεύτερον, ως σήμα εσωτερικής σύμπλευσης Μόσχας–Πεκίνου, σε μια περίοδο που η στρατηγική τους συνεργασία βαθαίνει και θέλει να εμφανίζεται «συνεκτική» απέναντι στις δυτικές πρωτοβουλίες. Και τρίτον, ως ιδεολογική τοποθέτηση υπέρ ενός κόσμου όπου η «ειρήνη» δεν ορίζεται από έναν ηγέτη, αλλά από συλλογικούς κανόνες και θεσμούς που –έστω προβληματικοί– αποτελούν το κοινά αποδεκτό πεδίο παιχνιδιού.

Με απλά λόγια, πίσω από τη φαινομενικά ουδέτερη φράση του Ουσακόφ κρύβεται ένα ξεκάθαρο μήνυμα: το «Συμβούλιο Ειρήνης» του Τραμπ δεν αντιμετωπίζεται από Ρωσία και Κίνα ως πρωτοβουλία ειρήνης, αλλά ως προσπάθεια ανακατασκευής της παγκόσμιας τάξης με αμερικανικούς όρους. Και σε αυτό το σχέδιο, τουλάχιστον προς το παρόν, Μόσχα και Πεκίνο δεν δείχνουν διάθεση να γίνουν συμμέτοχοι· δείχνουν διάθεση να το αφήσουν να φθαρεί μόνο του, επαναφέροντας στο τραπέζι το δικό τους σταθερό επιχείρημα: ΟΗΕ, Χάρτης, διεθνές δίκαιο, πολυμέρεια.

Σχετικά Άρθρα