Θόδωρος Αγγελόπουλος: 14 χρόνια χωρίς τον “μάγο” του σινεμά-Η αναζήτηση της αλήθειας μέσα από τον κινηματογράφο
Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος έζησε για το σινεμά και πέθανε για αυτό. Από τους ελάχιστους ανθρώπους στον κόσμο που η αναζήτηση της αλήθειας μέσα από τον κινηματογράφο έγινε σκοπός της ζωής του. Στις 24 Ιανουαρίου 2012 τα γυρίσματα της 14ης ταινίας του «Η άλλη θάλασσα» διακόπηκαν βιαστικά και για πάντα. Στον περιφερειακό δρόμο Δραπετσώνας – Κερατσινίου, Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος παρασύρθηκε από δίκυκλο, τραυματίστηκε θανάσιμα και εξέπνευσε λίγες ώρες μετά στο νοσοκομείο, στο Φάληρο.
Της Νατάσας Μαστοράκου
Τραγικές φιγούρες η σύζυγος και οι τρεις κόρες τους, αλλά και όλοι οι στενοί του συνεργάτες και κατ’ επέκταση η κινηματογραφική κοινότητα και όλοι η Ελλάδα. 14 χρόνια από εκείνη την μέρα ο Αγγελόπουλος είναι από τους καλλιτέχνες που συνεχίζουν να μας λείπουν αφάνταστα.
Ο «μάγος» του ελληνικού σινεμά, ο άνθρωπος πίσω από τον θρυλικό «Θίασο», παραμένει ο σημαντικότερος κινηματογραφιστής που ανέδειξε η χώρα μας και ένας από τους σπουδαιότερους του παγκόσμιου σινεμά.
Ο σκηνοθέτης των μεγάλων σιωπών
Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935. Από μικρός ταγμένος στα γράμματα και τις τέχνες. Σαν από την παιδική του ηλικία να ήξερε ότι κάτι θα κάνει να αλλάξει τον κόσμο. Και όταν είδε, μαθητής ακόμα του δημοτικού την ταινία «Κολασμένες Ψυχές» (Angels With Dirty Faces) του Μάικλ Κέρτιζ κατάλαβε ότι ο κινηματογράφος μπήκε για πάντα στη ζωή του.
Ο ίδιος έχει τιμηθεί με βραβεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό για την προσφορά του στον κινηματογράφο, με σπουδαιότερο τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών το 1998 για την ταινία «Μία αιωνιότητα και μία μέρα». Αυτό όμως που ο Θόδωρος Αγγελόπουλος μετρούσε πιο πολύ, αυτό που ίδιος κρατούσε στην καρδιά του μέχρι το τέλος είναι η τεράστια αγάπη που του είχε το κοινό και η βαθιά εκτίμηση από την παγκόσμια κινηματογραφική κοινότητα.
Ο Αγγελόπουλος υπήρξε ο σκηνοθέτης των μεγάλων σιωπών και των αργών πλάνων. Μέσα από τις ταινίες του ανέδειξε την ιστορική μνήμη, την εξορία, τα σύνορα, τον πόνο και την αναζήτηση ταυτότητας. Έργα όπως Ο Θίασος, Τοπίο στην Ομίχλη και Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα δεν αφηγούνται απλώς ιστορίες· καταγράφουν την ψυχή ενός τόπου και μιας εποχής.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα, οι ταινίες του Αγγελόπουλου μας καλούν να σταθούμε, να παρατηρήσουμε και να θυμηθούμε. Και ίσως αυτό να είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά του: ότι μας έμαθε πως ο χρόνος, όταν τον κοιτάς με ειλικρίνεια, μπορεί να γίνει κινηματογράφος.
Ποιητής της εικόνας
Ο Αγγελόπουλος σπούδασε κινηματογράφο στη Γαλλία και παρουσίασε την πρώτη του μικρού μήκους ταινία «Η εκπομπή» το 1968 στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Το 1970 στο ίδιο φεστιβάλ, παρουσιάζεται η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, “Αναπαράσταση”, η οποία κερδίζει και το πρώτο βραβείο. Οι ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου βραβεύτηκαν επανειλημμένα σε διεθνή φεστιβάλ με αποκορύφωση το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες για την ταινία του «Μία αιωνιότητα και μία Μέρα» (1998), ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι μεγάλοι σκηνοθέτες όπως ο Ε. Κοστουρίτσα, ο Β. Χέρτζογκ, ο Ι. Μπέργκμαν, ο Β. Βέντερς και ο Α. Κουροσάβα για να αναφέρουμε μόνο μερικούς εξ αυτών, έχουν δημόσια εγκωμιάσει τις ταινίες του Έλληνα σκηνοθέτη.
Οι ταινίες του Αγγελόπουλου διακρίνονται από το προσωπικό αφηγηματικό ύφος του και την κινηματογραφική δομή που χαρακτηρίζεται από λεπτομερείς και καλοσχεδιασμένες λήψεις μεγάλης διάρκειας με συγκεκριμένους ρυθμούς.
Ο κινηματογράφος του Αγγελόπουλου συνδυάζει μια ελεγειακή προσέγγιση σύγχρονων θεμάτων όπως η μετανάστευση, ο νόστος και η σύγχρονη νεοελληνική ιστορία, και ταυτόχρονα μία ποιητική συνάρθρωση του κλασσικού και του παραδοσιακού.
Οι Μέρες του ’36, ο Θίασος και οι Κυνηγοί
Ο Αγγελόπουλος θα αναδυθεί στο διεθνές κινηματογραφικό προσκήνιο με το ιστορικοπολιτικό τρίπτυχο Μέρες του ’36 (1972), Θίασος (1974) και Κυνηγοί (1977), που αποτελεί μια σπουδή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία.
Οι Μέρες του ’36 είναι αυτές που προετοίμασαν την εγκατάσταση της δικτατορίας Μεταξά.
Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός πράκτορα της ασφάλειας που έχει πέσει σε δυσμένεια και κατηγορείται για το φόνο ενός συνδικαλιστή. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί το επεισόδιο αυτό για να καταδείξει τα αίτια που οδήγησαν στη δικτατορία Μεταξά και να κάνει ένα έμμεσο σχόλιο για τη δικτατορία των συνταγματαρχών, που διαφέντευε τις τύχες της Ελλάδας την εποχή που γυρίστηκε η ταινία.
Στις Μέρες του ’36 συναντάμε τα μεγάλης διάρκειας πλάνα-σεκάνς, που αποτελούν το σήμα-κατατεθέν της τέχνης του Αγγελόπουλου.
Αργότερα έγιναν μανιέρα από τους επιγόνους του και «βύθισαν μια γενιά στα πιο βαθιά χασμουρητά», σύμφωνα με τον Διονύση Σαββόπουλο.
Ο Θίασος, το δεύτερο μέρος του ιστορικοπολιτικού τρίπτυχου, αναφέρεται στην ιστορία της Ελλάδας από το 1939 έως το 1952, μέσα από τις περιπέτειες ενός περιοδεύοντος θιάσου, που παίζει την Γκόλφω, το γνωστό κωμειδύλλιο του Περεσιάδη.
Η ταινία, που έκανε διάσημο τον Αγγελόπουλο στο εξωτερικό, θεωρείται ίσως η κορυφαία στιγμή του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ περιλαμβάνεται σε λίστες με τις καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, που συντάσσονται κατά καιρούς από τους κινηματογραφικούς κριτικούς.
Η ταινία θα ήταν υποψήφια για Βραβείο Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, αλλά η κυβέρνηση Καραμανλή τη θεώρησε πολύ «αριστερή» για να εκπροσωπήσει τη χώρα μας, προκαλώντας κύμα αντιδράσεων.
Το τρίπτυχο κλείνουν Οι Κυνηγοί, μια ταινία που εκτυλίσσεται την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1977. Μια ομάδα κυνηγών βρίσκει στην περιοχή κοντά στη λίμνη των Ιωαννίνων, μέσα στο πυκνό χιόνι, το πτώμα ενός αντάρτη του Εμφυλίου. Το αίμα τρέχει ακόμα φρέσκο απ’ την πληγή του, παρ’ όλο που έχουν περάσει κοντά τριάντα χρόνια.
Οι κυνηγοί, όλοι εκπρόσωποι της αστικής τάξης (μαζί τους κι ένας ανανήψας αριστερός), μεταφέρουν το πτώμα στο ξενοδοχείο τους, όπου και θα περάσουν μια νύχτα Πρωτοχρονιάς γεμάτη απ’ τα φαντάσματα της ιστορικής τους συνείδησης και το φόβο του παρελθόντος.