Παρασκήνιο: Η Μόσχα εντείνει τον πόλεμο στον Οικουμενικό Πατριάρχη-Η “αιώνια” διαμάχη, η Ουκρανία, το Μαυροβούνιο
Οι κατηγορίες είναι σφοδρές και προέρχονται από τη Ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών (SVR). Σύμφωνα με ανακοίνωσή της, με τη στήριξη των βρετανικών υπηρεσιών- το Οικουμενικό Πατριαρχείο θέλει να εκτοπίσει τη ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. «Οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες τον υποστηρίζουν ενεργά, τροφοδοτώντας ρωσοφοβικά συναισθήματα στις ευρωπαϊκές χώρες», ανέφερε η SVR σύμφωνα με το πρακτορείο TASS.
«Ο Οικουμενικός Πατριάρχης βασίζεται στους ιδεολογικούς του συμμάχους, που εκπροσωπούνται από τοπικούς εθνικιστές και νεοναζί, σε μια προσπάθεια να αποσπάσει τις Ορθόδοξες Εκκλησίες της Λιθουανίας, της Λετονίας και της Εσθονίας από το Πατριαρχείο της Μόσχας, μετατρέποντας τους ιερείς και τους πιστούς τους σε θρησκευτικές μαριονέτες της Κωνσταντινούπολης», πρόσθεσε η SVR.
Όπως προσθέτει το πρακτορείο Isvestia: «Αυτή η ‘ενσάρκωση του διαβόλου’ είναι εμμονικός με την ιδέα να εκδιώξει τη Ρωσική Ορθοδοξία από το έδαφος των κρατών της Βαλτικής και να ιδρύσει στη θέση της εκκλησιαστικές δομές που θα ελέγχονται πλήρως από το Φανάρι», κατέληξε η SVR.
Πέραν αυτών η SVR λέει ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος σκοπεύει να παραχωρήσει αυτοκεφαλία στη μη αναγνωρισμένη Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου με σκοπό να πλήξει τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Η επιθετική διάθεση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως «δεν περιορίζεται στην Ουκρανία και τις χώρες της Βαλτικής», σημείωσε το γραφείο Τύπου.
«Η πονηριά του εξαπλώνεται σταδιακά στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Προκειμένου να ξεκινήσει μια εκστρατεία καταστολής της «ιδιαίτερα επίμονης» Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, σκοπεύει να παραχωρήσει αυτοκεφαλία στη μη αναγνωρισμένη Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου», τόνισε η SVR.
«Στους εκκλησιαστικούς κύκλους σημειώνεται ότι ο Βαρθολομαίος κυριολεκτικά διαλύει το ζωντανό Σώμα της Εκκλησίας», σημείωσε το γραφείο Τύπου. «Και με αυτό τον τρόπο, ενεργεί όπως οι ψευδοπροφήτες που περιγράφονται στην Επί του Όρους Ομιλία: ‘Έρχονται σε σας με ενδύματα προβάτων, αλλά εσωτερικά είναι λύκοι αρπακτικοί <…>. Θα τους αναγνωρίσετε από τους καρπούς τους’», πρόσθεσε η Ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών.
- Η ένταση μεταξύ των Πατριαρχείων (Ρωσικού και Οικουμενικού), κλιμακώθηκε το 2018 μετά την παραχώρηση αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας. Ήταν το σημείο χωρίς επιστροφή στην κόντρα ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και τη Μόσχα.
Η ρωσική αντικατασκοπεία συνδέει πλέον άμεσα τη θρησκευτική αυτή αντιπαράθεση με τους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της Δύσης, και συγκεκριμένα του Λονδίνου, εν μέσω της γενικότερης κρίσης στις σχέσεις Ρωσίας-ΝΑΤΟ.
Για τον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος δεν θεωρείται απλώς ένας θρησκευτικός αντίπαλος, αλλά ένας «γεωπολιτικός εχθρός» που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Δύσης.
Το Κρεμλίνο και το Πατριαρχείο της Μόσχας θεωρούν ακόμα και σήμερα την Ουκρανία ως το «λίκνο» της, καθώς στο Κίεβο έλαβε χώρα το βάπτισμα των Ρως του Κιέβου που η Μόσχα θεωρεί το πρώτο ρωσικό βασίλειο. Η αυτοκεφαλία στην Ουκρανία αυτομάτως στέρησε το Πατριαρχείο της Μόσχας από μια δεξαμενή περίπου 30 εκατομμυρίων πιστών, αλλά και την πρόσβαση σε σημαντικά προσκυνήματα. Εκτός της εκκλησιαστικής όμως υπάρχει και η πολιτική και γεωπολιτική διάσταση στην συστηματική στοχοποίηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου από την Ρωσία.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος έχουν οικοδομήσει μια ιδεολογία που θέλει τη Ρωσία ως το πνευματικό κέντρο όλων των ρωσόφωνων ή σλαβικών λαών. Σύμφωνα με αυτό το δόγμα, η Ρωσική Εκκλησία πρέπει να έχει τη δικαιοδοσία παντού όπου υπάρχει ρωσική επιρροή (Ουκρανία, Λευκορωσία, Βαλτική).
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, επιμένοντας στον ιστορικό του ρόλο ως «Πρώτος μεταξύ ίσων» (Primus inter Pares), αποτελεί το μοναδικό θεσμικό εμπόδιο που μπορεί να ακυρώσει τις επεκτατικές διαθέσεις της Μόσχας στον ορθόδοξο κόσμο.
Ακολουθεί ένα σύντομο ιστορικό με τη σύγκρουση:
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, βάσει της εκκλησιαστικής παράδοσης και των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων, κατέχει πρωτείο τιμής στην Ορθοδοξία, καθώς και συγκεκριμένες κανονικές αρμοδιότητες, όπως η παραχώρηση αυτοκεφαλίας και η επίλυση διασυνοδικών διαφορών. Αντιθέτως, το Πατριαρχείο Μόσχας, το οποίο αναγνωρίστηκε ως πατριαρχείο στα τέλη του 16ου αιώνα, εξελίχθηκε με την πάροδο του χρόνου σε ισχυρό εκκλησιαστικό και πολιτικό πόλο, ιδίως μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης και την ανάδυση της ιδεολογίας της «Τρίτης Ρώμης».
Καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η μεταξύ τους αντιπαράθεση παρέμεινε υποδόρια, εκδηλωνόμενη κυρίως γύρω από τη δικαιοδοσία της ορθόδοξης διασποράς και τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριάρχη ως συντονιστικού κέντρου της πανορθόδοξης ενότητας. Η Μόσχα προώθησε σταδιακά μια αντίληψη εκκλησιολογικής ισοτιμίας χωρίς ουσιαστικό πρωτείο, αμφισβητώντας στην πράξη τις παραδοσιακές αρμοδιότητες της Κωνσταντινούπολης.
Η κρίση κορυφώθηκε το 2018, όταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο προχώρησε στην άρση της κανονικής πράξης του 1686 και, έναν χρόνο αργότερα, στην παραχώρηση Τόμου Αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας. Η απόφαση αυτή αντιμετωπίστηκε από το Πατριαρχείο Μόσχας ως ευθεία αμφισβήτηση της κανονικής του δικαιοδοσίας, οδηγώντας στη διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας με την Κωνσταντινούπολη και στην κλιμάκωση της ρητορικής περί «παπικών πρακτικών».
Η αντιπαράθεση συνδέεται στενά με γεωπολιτικές επιδιώξεις, τη στενή σχέση της Ρωσικής Εκκλησίας με το ρωσικό κράτος, αλλά και με δύο αντικρουόμενες εκκλησιολογικές αντιλήψεις: από τη μία, τον υπερεθνικό και συντονιστικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και, από την άλλη, έναν έντονο εκκλησιαστικό εθνικισμό που επιδιώκει ηγεμονικό ρόλο στον ορθόδοξο κόσμο.
Σήμερα, η ρήξη παραμένει ανοικτή, επιβαρύνοντας την πανορθόδοξη ενότητα και δημιουργώντας ένα πολυδιάσπαστο τοπίο, στο οποίο οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην κανονική παράδοση και τις σύγχρονες πολιτικές και γεωστρατηγικές πιέσεις.