Η παγκόσμια δημόσια υγεία σε αχαρτογράφητα νερά το 2026- Το διεθνές αποτύπωμα των πολιτικών Τραμπ

Η δημόσια υγεία είναι, από τη φύση της, υπόθεση χωρίς σύνορα. Όταν, όμως, η ισχυρότερη χώρα του κόσμου επαναπροσδιορίζει τον ρόλο της, αποσύρεται από διεθνείς συνεργασίες και θεσμούς και περιορίζει δραστικά τις επενδύσεις της στην έρευνα και την πρόνοια, οι συνέπειες δεν μένουν εντός εθνικών συνόρων. Οι πολιτικές που εφαρμόζει η διοίκηση Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες επηρεάζουν άμεσα τη διεθνή υγειονομική ασφάλεια, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αυξημένου κινδύνου για πληθυσμούς πολύ πέρα από την αμερικανική επικράτεια.
Καθώς η νέα χρονιά ξεκινά, ειδικοί της δημόσιας υγείας, διεθνείς οργανισμοί και επιστημονικές ενώσεις προειδοποιούν: Η αποδυνάμωση της παγκόσμιας συνεργασίας στην υγεία μπορεί να αποδειχθεί το πιο ακριβό «κόστος εξοικονόμησης» της εποχής.
Έρευνα υπό πίεση: όταν η καινοτομία χάνει το έδαφος
Οι περικοπές στη δημόσια χρηματοδότηση της ιατρικής και βιοϊατρικής έρευνας στις ΗΠΑ δεν αφορούν μόνο αμερικανικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα. Τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (NIH) αποτελούν εδώ και δεκαετίες βασικό πυλώνα της παγκόσμιας επιστημονικής προόδου, χρηματοδοτώντας έρευνες για τον καρκίνο, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, τις νευροεκφυλιστικές παθήσεις και τα λοιμώδη νοσήματα.
Η συρρίκνωση αυτών των πόρων, σε συνδυασμό με απολύσεις και «πάγωμα» διεθνών συνεργασιών, δημιουργεί ένα φαινόμενο ντόμινο: Λιγότερες κλινικές μελέτες, καθυστερήσεις στην ανάπτυξη νέων θεραπειών και αυξανόμενη αβεβαιότητα για το μέλλον της καινοτομίας. Σε έναν κόσμο που ήδη αντιμετωπίζει τη μικροβιακή αντοχή, νέους ιούς και τη γήρανση του πληθυσμού, η υποχώρηση της έρευνας μεταφράζεται σε αυξημένο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως.
Η αποδυνάμωση του ΠΟΥ και το κενό στην παγκόσμια υγειονομική ασφάλεια
Η μείωση – ή και η διακοπή – της χρηματοδότησης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας από τις ΗΠΑ αποτελεί ίσως την πιο συμβολική αλλά και ουσιαστική μεταβολή. Ο ΠΟΥ δεν είναι απλώς ένας διεθνής οργανισμός: Είναι ο βασικός μηχανισμός έγκαιρης προειδοποίησης, συντονισμού και τεχνικής υποστήριξης σε περιόδους υγειονομικής κρίσης.
Η απουσία των ΗΠΑ, τόσο σε οικονομικό όσο και σε επιστημονικό επίπεδο, περιορίζει τη δυνατότητα του Οργανισμού να παρακολουθεί επιδημίες, να στηρίζει χώρες χαμηλού εισοδήματος και να διαμορφώνει κοινές κατευθυντήριες γραμμές. Το αποτέλεσμα είναι ένα πιο κατακερματισμένο σύστημα παγκόσμιας υγείας, λιγότερο έτοιμο να ανταποκριθεί σε νέες απειλές, είτε πρόκειται για πανδημίες είτε για χρόνιες υγειονομικές κρίσεις.
Πρόνοια και ευάλωτοι πληθυσμοί: Το αθέατο κόστος των περικοπών
Οι πολιτικές περιορισμού χρηματοδότησης σε προγράμματα πρόνοιας και διεθνούς βοήθειας πλήττουν κυρίως τις χώρες και τις κοινωνικές ομάδες που εξαρτώνται από αυτές. Η επαναφορά περιοριστικών πολιτικών στη χρηματοδότηση οργανισμών που παρέχουν υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας έχει ήδη συνδεθεί, σε προηγούμενες περιόδους εφαρμογής, με αύξηση των μη ασφαλών αμβλώσεων, των λοιμώξεων από HIV και της μητρικής θνησιμότητας.
Η δημόσια υγεία, ωστόσο, δεν λειτουργεί απομονωμένα: Η υποβάθμιση της φροντίδας σε μία περιοχή επηρεάζει τη συνολική υγειονομική σταθερότητα, αυξάνοντας ανισότητες και επιβαρύνοντας διεθνώς τα συστήματα υγείας.
Το φάρμακο ως γεωπολιτικό ζήτημα
Η προσπάθεια μείωσης των τιμών των φαρμάκων στις ΗΠΑ, αν και πολιτικά δημοφιλής στο εσωτερικό της χώρας, προκαλεί έντονο προβληματισμό διεθνώς. Ειδικοί εκτιμούν ότι η πίεση προς τις φαρμακευτικές εταιρείες μπορεί να οδηγήσει σε μετακύλιση κόστους σε άλλες αγορές, ιδιαίτερα στην Ευρώπη και στις χώρες με μικρότερη διαπραγματευτική ισχύ.
Παράλληλα, η συρρίκνωση των εσόδων ενδέχεται να περιορίσει τις επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη νέων φαρμάκων, με μακροπρόθεσμες συνέπειες για ασθενείς σε όλο τον κόσμο. Το φάρμακο μετατρέπεται έτσι από εργαλείο υγείας σε πεδίο διεθνούς πολιτικής αντιπαράθεσης.
Μια κρίσιμη καμπή για τη χρονιά που έρχεται
Η παγκόσμια δημόσια υγεία εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας. Οι πολιτικές επιλογές των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με τις ήδη υπάρχουσες γεωπολιτικές και υγειονομικές προκλήσεις, διαμορφώνουν ένα περιβάλλον όπου η συνεργασία αντικαθίσταται από τον κατακερματισμό και η πρόληψη υποχωρεί έναντι της διαχείρισης κρίσεων.
Το ερώτημα που τίθεται για τη χρονιά που έρχεται δεν είναι μόνο αν οι χώρες μπορούν να αντέξουν αυτές τις αλλαγές, αλλά αν η διεθνής κοινότητα μπορεί να καλύψει το κενό που δημιουργείται. Γιατί στη δημόσια υγεία, η απουσία συντονισμού δεν είναι ουδέτερη επιλογή — είναι ένας κίνδυνος που αφορά όλους.