Μετά τα “ήρεμα νερά”…
Συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπένζαμιν Νετανιάχου, Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2023. (ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI)
Θα ήταν μεμψιμοιρία να υποτιμήσει, ακόμα περισσότερο να εκμηδενίσει, κανείς το γεγονός ότι η Ελλάδα αναβαθμίζεται γεωστρατηγικά. Ναι, είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της συγκυρίας που διαμορφώνουν κατά κύριο λόγο τα αμερικανικά συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή μας.Η συγκυρία, ωστόσο, για να καταστεί ευνοϊκή σε βάθος χρόνου χρειάζεται την αναγνώρισή της και τον κατάλληλο χρονισμό.
Το ζητούμενο σήμερα είναι να αξιοποιηθεί το μομέντουμ στο έπακρο ώστε να επιφέρει τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη. Αλλά και να προετοιμαστούμε στρατηγικά και για τους κινδύνους που μπορεί να επιφυλάσσουν όσα συμβαίνουν γύρω μας.
Δυστυχώς, οι απόψεις που συγκρούονται στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό εφορμούν συχνά από πρόσκαιρες πολιτικές σκοπιμότητες, ιδιαίτερα τώρα που εισερχόμαστε σε (προ)εκλογικό χρόνο και μάλιστα με κοινωνικά και δημοσκοπικά δεδομένα που δεν επιτρέπουν σταθερές προβλέψεις. Η κυβέρνηση θριαμβολογεί για να ενισχύσει το δίλημμα περί σταθερότητας, η αντιπολίτευση υποβαθμίζει τις δυνατότητες που απορρέουν από τις εξελίξεις.
Οι μεγάλες ενεργειακές συμφωνίες, ο “κάθετος διάδρομος”, το ενδιαφέρον των πολυεθνικών κολοσσών στο Ιόνιο και νότια της Κρήτης και η στρατηγική αναβάθμιση της αμυντικής ισχύος μας, αποτελούν βάση για την γεωπολιτική επανατοποθέτηση. Δεν μπορούν και δεν πρέπει όμως να συναρτώνται μόνο με τις επιλογές της διοίκησης Τραμπ η οποία έχει αποδείξει ότι υποκινείται από το άμεσο όφελος και, κυρίως, ότι προκρίνει την ευκαιριακή “συναλλαγή” και όχι το διεθνές δίκαιο που επί δεκαετίες θεωρείται η αφετηριακή επιχειρηματολογία στα εθνικά μας θέματα.
Πριν δύο χρόνια η Διακήρυξη των Αθηνών χαιρετίστηκε ως ιστορική στιγμή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και έκτοτε τα “ήρεμα νερά” κατέστησαν δόγμα, ενώ δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μία ευνοϊκή και αμοιβαία συμφέρουσα (και στις δύο χώρες) συγκυρία. Η Άγκυρα ουδέποτε αφαίρεσε από την ρητορική της τις γνωστές αιτιάσεις και επιδιώξεις της και εδώ και καιρό αποδομεί σταδιακά εκείνη τη συμφωνία, μέχρι του σημείου να έχουμε ξανά αερομαχίες πάνω από το Αιγαίο.
Ορισμένοι επισημαίνουν ως αντίφαση το ό,τι, ενώ η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί και προετοιμάζει τη σύγκλιση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας με την Τουρκία και την επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Άγκυρα ήταν επισπεύδουσα για την πραγματοποίηση της τριμερούς με την Κύπρο και το Ισραήλ. Ο Νετανιάχου είναι ο μεγάλος εχθρός του Ερντογάν στην περιοχή και οι επιλογές της ελληνικής διπλωματίας προκάλεσαν αναμενόμενα αντιδράσεις και ενίσχυση της τουρκικής προκλητικότητας.
Είναι αυτονόητο πώς η Ελλάδα δεν πρέπει να εξαρτά τον ευρύτερο ρόλο της από το τι κατευνάζει τον Τούρκο πρόεδρο, όμως θα ήταν λάθος να πιστεύει πώς μπορούν να μένουν άθικτα όλα τα αυγά που μπαίνουν στο ίδιο καλάθι. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε πώς βασικός μας στόχος είναι να κλείσει ο κύκλος της έντασης στο Αιγαίο και αυτό αφορά πρωτίστως και κυρίως τις δύο χώρες και όχι αμφιλεγόμενες πρωτοβουλίες κάποιων ευκαιριακών από μηχανής “ειρηνοποιών”.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν όλες αυτές οι κινήσεις είναι αποσπασματικές και εμφορούμενες από την διάθεση μιας προβολής διεθνούς κινητικότητας ή και ισχύος για εσωτερική κατανάλωση, ή ψηφίδες ενός καλά δουλεμένου παζλ εθνικής στρατηγικής. Μακάρι να ισχύει το δεύτερο. Εφόσον ισχύει πρέπει να εμπεδωθεί και στο εσωτερικό της χώρας με πρωτοβουλίες συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων και κατανόησης της κοινής γνώμης…