ΗΠΑ-Ενδιάμεσες εκλογές: Γιατί ολοένα και περισσότεροι υποψήφιοι των Ρεπουμπλικανών τηρούν αποστάσεις από Τραμπ
✨Ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει να μετατρέψει τις ενδιάμεσες εκλογές σε δημοψήφισμα για τον ίδιο, με πολυήμερη προεκλογική περιοδεία και κεντρικό ρόλο στη στρατηγική των Ρεπουμπλικανών.
✨Σε αμφίρροπες πολιτείες, υποψήφιοι του κόμματος αποφεύγουν την ευθεία σύγκρουση με τον Τραμπ, διαφοροποιούνται σε πολιτικές και εστιάζουν σε τοπικά οικονομικά ζητήματα και τιμές καυσίμων.
✨Η πίεση από τις τοπικές ανάγκες και η φθίνουσα δημοτικότητα του Τραμπ, με ποσοστό αποδοχής 32%, οδηγούν σε προσεκτικές αποστάσεις από τον Λευκό Οίκο χωρίς ανοιχτή ρήξη.
✨Οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου θα κρίνουν αν η επιρροή του Τραμπ παραμένει ισχυρή στο κόμμα, ακόμα και όταν το όνομά του δεν βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ θέλει οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου να εξελιχθούν σε ένα ακόμη δημοψήφισμα για τον ίδιο. Ζητά από τους ψηφοφόρους να συμπεριφερθούν σαν να βρίσκεται το όνομά του πάνω στο ψηφοδέλτιο, σχεδιάζει πολυήμερη προεκλογική περιοδεία και εμφανίζεται βέβαιος ότι οι Ρεπουμπλικάνοι υποψήφιοι θέλουν μια θέση δίπλα του. Στις αμφίρροπες Πολιτείες, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Υποψήφιοι του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος αποφεύγουν τη μετωπική σύγκρουση με τον πρόεδρο, γνωρίζοντας ότι η επιρροή του στη βάση παραμένει ισχυρή, αλλά ταυτόχρονα διαφοροποιούνται από ορισμένες πολιτικές του και μεταφέρουν το βάρος της καμπάνιας τους στους λογαριασμούς, τις τιμές των καυσίμων και τις τοπικές θέσεις εργασίας.
Δεν πρόκειται για ανοιχτή εξέγερση. Είναι η προσεκτική απομάκρυνση πολιτικών που αρχίζουν να αναρωτιούνται αν το ισχυρότερο όνομα του κόμματός τους παραμένει εκλογικό πλεονέκτημα ή αν, στις πιο δύσκολες περιφέρειες, έχει αρχίσει να κοστίζει.
Ο Τραμπ θέλει να είναι στο ψηφοδέλτιο – κάποιοι προτιμούν απόσταση
Ο Αμερικανός πρόεδρος επιμένει να τοποθετεί τον εαυτό του στο κέντρο της μάχης για το Κογκρέσο. Οι δημοσκοπήσεις, ωστόσο, περιγράφουν ένα δυσκολότερο περιβάλλον.
Μέτρηση των Reuters/Ipsos τον Σεπτέμβριο κατέγραψε την αποδοχή του στο 32%, ενώ οι Δημοκρατικοί προηγούνταν κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες στην πρόθεση ψήφου για το Κογκρέσο. Υποχώρηση καταγράφηκε ακόμη και μεταξύ Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων.
Σε ασφαλείς συντηρητικές περιφέρειες αυτό ενδέχεται να έχει περιορισμένη σημασία. Στην Πενσιλβάνια, τη Φλόριντα, την Αϊόβα ή το Μίσιγκαν, όμως, όπου μερικές χιλιάδες ψήφοι μπορούν να κρίνουν μια έδρα, οι υποψήφιοι μετρούν πολύ πιο προσεκτικά τις αποστάσεις τους από τον Λευκό Οίκο.
«Κύριε πρόεδρε, πήγαμε πολύ μακριά»
Η Μαρία Ελβίρα Σαλαζάρ, Ρεπουμπλικανή βουλευτής από τη Φλόριντα, έκανε κάτι που πριν από λίγο καιρό θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς: απευθύνθηκε δημοσίως στον Τραμπ και τον προειδοποίησε ότι η πολιτική του στο μεταναστευτικό έχει ξεπεράσει τα όρια.
Η προειδοποίησή της άγγιξε ένα ακόμη πιο ευαίσθητο σημείο. Οι Ισπανόφωνοι που συνέβαλαν στην επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2024, υποστήριξε, αισθάνονται σήμερα προδομένοι.
Η Σαλαζάρ δεν τα έσπασε με τον πρόεδρο ούτε αμφισβήτησε συνολικά την πολιτική του. Έκανε αυτό που συνηθίζουν οι πολιτικοί όταν η εκλογική αριθμητική πιέζει: χάραξε μια γραμμή που να προστατεύει τη δική της έδρα χωρίς να προκαλεί ευθέως τη βάση του Τραμπ.
Και δεν είναι η μόνη.
Το Ιράν δοκιμάζει την κομματική πειθαρχία
Στην Αϊόβα, οι Ρεπουμπλικανοί Ζακ Ναν και Μαριάνετ Μίλερ-Μικς, που αντιμετωπίζουν δύσκολες αναμετρήσεις, συντάχθηκαν με τους Δημοκρατικούς σε ψηφοφορία για τον περιορισμό των πολεμικών εξουσιών του Τραμπ στο Ιράν.
Το μήνυμα προς τον Λευκό Οίκο ήταν προσεκτικό αλλά σαφές. Μια παρατεταμένη σύγκρουση χωρίς ορατή έξοδο γίνεται όλο και δυσκολότερο να εξηγηθεί στους ψηφοφόρους, ιδιαίτερα όταν το κόστος της διεθνούς κρίσης φτάνει μέχρι την αντλία καυσίμων και τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ο Ναν έχει δηλώσει ότι δεν θέλει έναν ακόμη πόλεμο χωρίς τέλος, ενώ η Μίλερ-Μικς συνέδεσε τη συνέχιση των επιχειρήσεων με το οικονομικό βάρος που σηκώνουν οι κάτοικοι της Πολιτείας της.
Για ένα κόμμα που επί χρόνια επένδυσε στην απόλυτη συσπείρωση γύρω από τον Τραμπ, τέτοιες διαφοροποιήσεις δεν περνούν απαρατήρητες.
Όταν ο λογαριασμός φτάνει στην κάλπη
Ο πληθωρισμός, οι τιμές της ενέργειας, οι εμπορικές συγκρούσεις και οι δασμοί έχουν μετατραπεί σε καθημερινό πολιτικό πρόβλημα για υποψηφίους που μέχρι πρόσφατα μπορούσαν να στηρίξουν μεγάλο μέρος της καμπάνιας τους στο «Πρώτα η Αμερική».
Ακόμη και σε Πολιτείες όπου οι Ρεπουμπλικανοί θεωρούσαν ορισμένες έδρες σχετικά ασφαλείς, το κόμμα αναγκάζεται να διαθέσει περισσότερα χρήματα και πολιτικό προσωπικό.
Στο Μίσιγκαν, οι στενές οικονομικές σχέσεις με τον Καναδά κάνουν τον εμπορικό πόλεμο ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα. Στην Αϊόβα, οι αγρότες μετρούν το κόστος καυσίμων και λιπασμάτων. Στη Φλόριντα, η σκληρή γραμμή στο μεταναστευτικό δοκιμάζει τη σχέση των Ρεπουμπλικανών με τμήμα της ισπανόφωνης ψήφου.
Το ερώτημα που μέχρι πρόσφατα δύσκολα θα διατυπωνόταν δημόσια αρχίζει να αποκτά πρακτική σημασία: πόσο Τραμπ αντέχει μια αμφίρροπη περιφέρεια;
Κανείς δεν θέλει ρήξη – αλλά όλοι μετρούν την απόσταση
Δεν υπάρχει, τουλάχιστον ακόμη, οργανωμένη εσωκομματική ανταρσία. Οι περισσότεροι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι αποφεύγουν να προκαλέσουν ευθέως τον Τραμπ, γνωρίζοντας ότι μια ανοιχτή σύγκρουση μαζί του μπορεί να αποδειχθεί εξίσου επικίνδυνη με την υπερβολική ταύτιση.
Η μετατόπιση φαίνεται περισσότερο σε όσα επιλέγουν να πουν – και σε όσα αποφεύγουν.
Στις τοπικές προτεραιότητες που προβάλλουν. Στις πολιτικές του Λευκού Οίκου από τις οποίες διαφοροποιούνται. Στη μικρότερη προθυμία ορισμένων να μετατρέψουν την εκστρατεία τους σε προσωπική παράσταση του προέδρου.
Ο Τραμπ επιμένει ότι οι Ρεπουμπλικανοί τον θέλουν δίπλα τους. Κάποιοι υποψήφιοι, ωστόσο, φαίνεται να αναζητούν τη δύσκολη ισορροπία: αρκετά κοντά ώστε να μη χάσουν τη βάση του, αλλά αρκετά μακριά ώστε να μη φορτωθούν όλο το πολιτικό κόστος των επιλογών του.
Στις 3 Νοεμβρίου δεν κρίνεται η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ.
Κρίνεται όμως κάτι που μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντικό για την επιρροή του στο κόμμα: αν το όνομά του εξακολουθεί να κερδίζει ψήφους και όταν δεν βρίσκεται ο ίδιος στο ψηφοδέλτιο.
Αν η απάντηση των εκλογών αμφισβητήσει αυτή τη δύναμη, η συζήτηση που σήμερα γίνεται χαμηλόφωνα μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θα είναι πολύ δυσκολότερο να μείνει χαμηλόφωνη μετά τις κάλπες.