Η (βολική) “θεωρία των δύο άκρων” και η αποτυχία του Κέντρου…

 Η (βολική) “θεωρία των δύο άκρων” και η αποτυχία του Κέντρου…

AfD/Deposit Photos

💡 AI Summary by Libre

✨Ο Γρηγόρης Δημητριάδης αναλύει τις πρόσφατες γερμανικές εκλογές, επισημαίνοντας την ανησυχητική άνοδο του ακροδεξιού AfD και την άνοδο της ριζοσπαστικής Αριστεράς Die Linke.

✨Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το AfD τριπλασίασε τα ποσοστά του, κυρίως στην Ανατολική Γερμανία, ενώ το Die Linke αυξάνει την παρουσία του στο Βερολίνο με πιο θεσμικό προφίλ.

✨Η θεωρία των δύο άκρων αμφισβητείται, καθώς το AfD υπονομεύει τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αξίες, ενώ το Die Linke λειτουργεί ως θεσμικός παίκτης με ριζοσπαστικές οικονομικές θέσεις.

✨Η κρίση της Ευρώπης συνδέεται με την αποστασιοποίηση του πολιτικού Κέντρου, που δυσκολεύεται να εμπνεύσει και αφήνει τους πολίτες να αναζητούν λύσεις στα άκρα.

Σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του στο protagon.gr, υπό τον εύγλωττο τίτλο ” Όταν ανεβαίνουν τα άκρα, κάτι δεν κάνει καλά το Κέντρο”, ο πρώην γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού Γρηγόρης Δημητριάδης επικαλείται τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών σε (ομόσπονδα) κρατίδια της Γερμανίας και υιοθετεί τη γνωστή “θεωρία των δύο άκρων” (Extremism Theory / Extremismustheorie) για να περιγράψει τους κινδύνους που απειλούν την χώρα-οικονομικό προμαχώνα της Ε.Ε και την Ευρώπη γενικότερα.

Παρότι εκκινεί από την εύκολη και βολική, αλλά τόσο αμφιλεγόμενη, θεωρία της εξομοίωσης, το άρθρο επισημαίνει κάτι με το οποίο δύσκολα μπορεί κανείς να διαφωνήσει.

Το παραθέτω αυτολεξεί:

” Ο πολίτης που φοβάται ότι το παιδί του θα ζήσει χειρότερα από τον ίδιο, ο εργάτης μιας γερμανικής βιομηχανικής πόλης που βλέπει το εργοστάσιο να συρρικνώνεται, ο Γάλλος της περιφέρειας που αισθάνεται ότι το Παρίσι δεν γνωρίζει καν την ύπαρξή του, δεν ζητούν μόνο έναν ισοσκελισμένο πίνακα Excel. Ζητούν να γνωρίζουν πού πηγαίνει η χώρα τους και ποια θέση έχουν οι ίδιοι μέσα σε αυτήν. Εκεί βρίσκεται ίσως η βαθύτερη αιτία της ευρωπαϊκής πολιτικής κρίσης. Το Κέντρο, εκεί όπου κυβέρνησε για πολλά χρόνια, κινδύνευσε να μετατραπεί από πολιτική δύναμη σε ψυχρό λογιστήριο της εξουσίας. Εμαθε να διαχειρίζεται αλλά δυσκολεύτηκε να εμπνεύσει. Εμαθε να υπολογίζει το κόστος κάθε απόφασης, αλλά όχι πάντοτε το κόστος της αδράνειας. Εμαθε να εξηγεί στους πολίτες γιατί κάτι «δεν γίνεται», αφήνοντας στα άκρα το πολιτικά πανίσχυρο προνόμιο να τους υπόσχονται ότι όλα μπορούν να γίνουν.”

Η αφετηρία είναι οι πρόσφατες γερμανικές εκλογές και στην ανάγνωση των αποτελεσμάτων εμφιλοχωρεί το πρώτο εσφαλμένο –που μετατρέπεται σε δομικό στοιχείο της ανάλυσης που ακολουθεί: Τα άκρα! Ήτοι, από τη μία το νεοναζιστικό στις ρίζες του, ακροδεξιό AfD και το κόμμα τις ριζοσπαστικής Αριστεράς Die Linke. Δηλαδή, κινδυνεύουμε το ίδιο…

Όμως, πώς μπορεί να συγκρίνεται η επικράτηση του Die Linke στο ασφυκτιών από τη στεγαστική κρίση (που χτυπά κυρίως τους νέους) Βερολίνο, το οποίο πάλλεται από την ελευθερία της σκέψης και των τάσεων, με την εκρηκτική άνοδο των ποσοστών της πιό χυδαίας εκδοχής της ακροδεξιάς στις περιοχές της οικονομικά χειμαζόμενης και βυθισμένης στις ανισότητες Ανατολικής Γερμανίας;

Οι δημοσκοπήσεις σε εθνικό επίπεδο που ακολούθησαν τις τοπικές εκλογές επιβεβαιώνουν πώς δεν υφίσταται κάποια ταυτόχρονη και συντονισμένη άνοδο των ποσοστών των δύο κομμάτων. Σύμφωνα με την μέτρηση του ZDF-Politbarometer, το AfD καταγράφει 28%, αφήνοντας τους Χριστιανοδημοκράτες και Χριστιανοκοινωνιστές του CDU/CSU στο 21%, τους Πράσινους (Grune) στο 14%, τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) στο 13% και το κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς στο 12%. Σε άλλη μέτρηση του INSA, τα ποσοστά είναι αντίστοιχα: 29%, 19,5%, 13,5%,12,5% και το Die Linke 10,5%.

Στις εκλογές του 2026, το AfD αναδείχθηκε δεύτερο με 20,8% και το Die Linke συγκέντρωσε 8,8%, ενώ στις προηγούμενες εκλογές του 2021, το ακροδεξιό κόμμα έλαβε μόλις 10,8% και το Die Linke εισήλθε οριακά (4.9%) στη Βουλή.

Κοντολογίς, το βασικό, μείζον και θεμελιακό για τη Δημοκρατία πρόβλημα είναι το γεγονός ότι οι νεοναζί του AfD τριπλασιάζουν, ως φαίνεται, το εθνικό ποσοστό τους σε λιγότερο από έξι χρόνια και όχι ότι το Die Linke κέρδισε το “ειδικών συνθηκών” Βερολίνο και αυξάνει τη δύναμή του κατά περίπου τρεις μονάδες στις δημοσκοπήσεις σε σύγκριση με το ποσοστό που έλαβε στις τελευταίες εκλογές.

Δεν είναι, όμως, μόνο τα ποσοστά που δρουν ως “σπέρμα αμφιβολίας” σε εκείνους που υιοθετούν απνευστί την “θεωρία των δύο άκρων”. Αυτή η συζήτηση γίνεται και επί γερμανικού εδάφους από ειδικούς και αναλυτές, κάτι που μάλλον έχει μεγαλύτερη αξία.

Για παράδειγμα, το έγκυρο DW (Germany’s AfD is labeled far right) κάνει έναν χρήσιμο διαχωρισμό: το AfD, λέει, αμφισβητεί τις θεμελιώδεις αξίες της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας (ανθρώπινα δικαιώματα, πλουραλισμός, διαχωρισμός των εξουσιών) και προωθεί εθνοκεντρικές θεωρίες συνωμοσίας. Αντίθετα, το Die Linke, παρά τις ριζοσπαστικές οικονομικές του θέσεις (όπως οι κρατικοποιήσεις), δεν επιδιώκει την κατάλυση του πλουραλιστικού πολιτεύματος και λειτουργεί ως θεσμικός παίκτης. Στις κρατικοποιήσεις ας μην σταθούμε ιδιαίτερα καθώς έχουν ανασυρθεί από την πολιτική “αποθήκη” ακόμα και κεντρώων ή και συντηρητικών κομμάτων ανά την Ευρώπη για την αντιμετώπιση π.χ της ενεργειακής κρίσης.

Ακόμα, όπως επισημαίνεται από κεντρώους αναλυτές στη Γερμανία, η ρητορική του AfD (“επαναπατρισμός” / remigration) στοχοποιεί άμεσα μειονότητες και μετανάστες, δημιουργώντας κλίμα κοινωνικού διχασμού. Η ρητορική του Die Linke εστιάζει στην ενσωμάτωση και την καταπολέμηση των διακρίσεων.

Μία σύγκριση των βασικών ιδεολογικών χαρακτηριστικών του AfD με το Die Linke βοηθά έτι περαιτέρω:

AfD: Εθνολαϊκισμός, σκληρός εθνικισμός (Nativism), αυταρχισμός- Κατά της μετανάστευσης, αντι-ισλαμική ρητορική, ευρωσκεπτικισμός- Χαρακτηρίζεται (επίσημα από τις μυστικές υπηρεσίες BfV) ως ακροδεξιά εξτρεμιστική οργάνωση σε τοπικό επίπεδο, με αντιδημοκρατικά στοιχεία κ.ά

Die Linke: Δημοκρατικός σοσιαλισμός, αντιφασισμός, αναδιανομή του πλούτου- Κοινωνική δικαιοσύνη, στεγαστική κρίση (π.χ. κρατικοποίηση επενδυτικών funds στο Βερολίνο)- Λειτουργεί εντός του συνταγματικού πλαισίου· συμμετέχει σε δημοκρατικούς κυβερνητικούς συνασπισμούς κρατιδίων εδώ και χρόνια.

Αναμφίβολα, και τα δύο κόμματα τροφοδοτούνται από την λεγόμενη αντισυστημική ψήφο, όμως αυτό δεν δικαιολογεί καμία εξομοίωση. Κάτι τέτοιο, εκτός ότι είναι παραπλανητικό, ενισχύει έμμεσα την “κανονικότητα” της ακροδεξιάς και προκαλεί σύγχυση: έναντι δύο δυνητικών κινδύνων, ο οργισμένος ψηφοφόρος που απαξιώνει το πολιτικό σύστημα μπορεί ευκολότερα να επιλέξει την ακροδεξιά των φασιστοειδών…

[ Για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία (περί προθέσεων), δεν θεωρώ πώς θα ήταν ευτυχής συγκυρία να κυβερνηθεί η Γερμανία από το Die Linke, όμως θα ισοδυναμούσε με καταστροφή για τη Δημοκρατία να κατακτήσουν οι νεοναζί το Ράϊχσταγκ. Το Die Linke, άλλωστε, θα μπορούσε (όπως συμβαίνει σε κάποια κρατίδια: Μεκλεμβούργο, Βρέμη, Βερολίνο, Θουριγγία) να συμμετάσχει σε μία κυβέρνηση ευρείας συνεργασίας, εάν και εφόσον χρειαστεί, το AfD ποτέ. Κι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, πάλι καταστροφή για τη Δημοκρατία θα ήταν…]

Συμπέρασμα: Εάν αλλάξει κανείς τον πληθυντικό (άκρα) και σταθεί στον ενικό (άκρο) και αναδείξει τον πραγματικό κίνδυνο για το γερμανικό πολιτικό σύστημα, και κατ΄ επέκταση το ευρωπαϊκό, ο Γρηγόρης Δημητριάδης έχει δίκιο όταν, στην τελευταία παράγραφο του άρθρου του, αναφέρει: “Γι’ αυτό η άνοδος των άκρων δεν αντιμετωπίζεται με ύβρεις προς τους ψηφοφόρους τους ούτε μόνο με πολιτικά και θεσμικά τείχη. Οταν ανεβαίνουν τα άκρα, το πρώτο ερώτημα που οφείλει να απευθύνει στον εαυτό του το Κέντρο δεν είναι «τι έπαθαν οι ψηφοφόροι;». Είναι «τι κάναμε εμείς και δεν μας εμπιστεύονται πια;». Και όσο δεν βρίσκει πειστική απάντηση σε αυτό το ερώτημα, η βελόνα στην Ευρώπη θα συνεχίσει να μετακινείται προς τα άκρα.”

Επικαλείται, επίσης, το πολιτικό υπόδειγμα της Γαλλίας, όπου ο “μακρονισμός” εξαϋλώνεται και η προσεχής μάχη για τις Προεδρικές εκλογές (2027) φαίνεται να περιορίζεται μεταξύ της Μαρίν Λεπέν και του Ζαν Λυκ Μελανσόν. Στη Γαλλία, λοιπόν, η αντίστοιχη “θεωρία των δύο άκρων” ονομάζεται (και) “θεωρία του πετάλου” (théorie du fer à cheval), οι διαφορές, όμως, μεταξύ του “Εθνικού Συναγερμού-RN” και της “Ανυπότακτης Γαλλίας” είναι θεμελιακές, το γεγονός, δε, ότι οι Σοσιαλιστές και άλλα κόμματα της Αριστεράς συνεργάστηκαν και συνεχίζουν να συνομιλούν με τον Μελανσόν στο πλαίσιο του “Μετώπου” αναιρεί κάθε προσπάθεια εξομοίωσης.

Είναι κάποιες απόψεις του Μελανσόν για την οικονομία ακραίες; Αναμφίβολα, με βάση τον τρόπο που λειτουργεί η ΕΕ. Ακόμα και η θέση για κατάργηση της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας και η αντικατάστασή της από την 6η που θα είναι πολύ πιό συμμετοχική, ακούγεται ουτοπική, αν και ελάχιστοι αμφισβητούν ότι τα όρια της πρώτης έχουν εξαντληθεί προ καιρού. Ούτε, από την άλλη πρέπει να μας ξεγελάει το γεγονός ότι η Λεπέν έχει αφήσει στην άκρη (…) τις απόψεις της για το Frexit. Παραμένει οπαδός της “περίκλειστης Γαλλίας” με ακραία αντιμεταναστευτικές απόψεις, ενώ δεν πρέπει να ξεχνά κανείς τις εξαρτήσεις της από τη Μόσχα. Ήταν και είναι ακροδεξιά.

Οι “μακρονιστές”, βεβαίως, ενισχύουν τη “θεωρία του πετάλου”, επισημαίνοντας πώς Λεπέν και Μελανσόν αντικαθιστούν τον διαχωρισμό Αριστερά- Δεξιά με την άποψη “ο λαός εναντίον των ελίτ”, συγκλίνουν στην ανάγκη για ισχυρή κρατική παρέμβαση και ενισχύουν την πόλωση. Ίσως να μην είναι ανακριβή κάποια απ΄ αυτά, η προσέγγιση, ωστόσο, πάσχει στον πυρήνα της: ποιός με τις πολιτικές του βάθυνε τις ανισότητες και προκάλεσε τον διχασμό στην κοινωνία;

Επ΄ αυτού, πάλι ο Γρηγόρης Δημητριάδης, δίνει μία απάντηση για τις ευθύνες του …Κέντρου.

“Ο Εμανουέλ Μακρόν, εκπρόσωπος του Κέντρου, έχει πλέον χάσει τον έλεγχο του πολιτικού παιχνιδιού που είχε στην πρώτη προεδρική του θητεία. Η κατακερματισμένη Εθνοσυνέλευση δυσκολεύεται να δημιουργήσει σταθερές πλειοψηφίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο προϋπολογισμός του 2026 τελικά θεωρήθηκε ψηφισμένος μόνον αφού η κυβέρνηση ενεργοποίησε το άρθρο 49.3 του Συντάγματος και επέζησε δύο προτάσεων μομφής. Μιλάμε για τη δεύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και τη μοναδική πυρηνική δύναμη της ΕΕ! Και όμως, η κυβέρνησή της δυσκολεύεται να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία για τη βασικότερη πράξη μιας κυβέρνησης: τον προϋπολογισμό. Η πίεση δεν έρχεται μόνο από μία πλευρά. Πρόσφατη δημοσκόπηση για τις προεδρικές εκλογές του 2027 κατέγραψε την ισχυρή θέση της Μαρίν Λεπέν και παράλληλα τον Ζαν-Λικ Μελανσόν στη δεύτερη θέση στα περισσότερα σενάρια που εξετάστηκαν. Η συμπίεση του Κέντρου πραγματοποιείται επομένως και από δεξιά και από αριστερά.”

Και δεν είναι μόνο η Γερμανία και η Γαλλία που πρέπει να μας απασχολεί. Ομολογώ πώς είναι “βολικά” πολιτικά υποδείγματα για να αναδεικνύει κανείς την “θεωρία των δύο άκρων”, ωστόσο η ακροδεξιά σε όλες τις εκφάνσεις της –από τον ακροδεξιό λαϊκισμό, την αποδόμηση του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου, την ακραία αντιμεταναστευτική ρητορική, ακόμα και τις θεωρίες συνωμοσίας– δεν καραδοκεί μόνο στο Παρίσι και στο Βερολίνο.

Για παράδειγμα:

–γιατί απέτυχαν οικτρά οι συστημικοί Τόρις και Εργατικοί στο Λονδίνο και ο (ακροδεξιός λαϊκιστής και συνωμοσιολόγος του Brexit) Νάϊτζελ Φάρατζ επελαύνει;

-γιατί το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα ανέχτηκε επί 21 χρόνια το ακροδεξιό Fidesz του Βίκτορ Όρμπαν (200-2021); Τότε “ανακάλυψε” την αντιευρωπαϊκή ρητορική και πρακτική του, τις οικτρές παραβιάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών και των δημοκρατικών κανόνων, την διαφθορά κ.ά;

–και γιατί, στις μέρες μας, πολλά πολιτικά συστήματα στην Ευρώπη (και αρκετοί καθ΄ημάς) ενσωματώνουν τις πιό σκοτεινές πτυχές του “τραμπισμού”;

Ανάλογα παραδείγματα υποτονικής ή υποκριτικής αντιμετώπισης της ακροδεξιάς από την ευρωπαϊκή οικογένεια, και ειδικότερα το ΕΛΚ, σημειώθηκαν και σε βορειοευρωπαϊκές χώρες, ακόμα και στην Ιβηρική αλλά και στην Ιταλία. Η Τζόρτζια Μελόνι έπρεπε να αξιοποιήσει τις συστάσεις και “εγγυήσεις” του Μάριο Ντράγκι προς τις Βρυξέλλες και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για να γίνει δεκτή, αρχικά στο φουαγιέ και μετά το σαλόνι, και σταδιακά να ενταχθεί κι αυτή στο πλαίσιο “κανονικοποίησης” των απόψεων που είχε στο παρελθόν.

Σε κάθε περίπτωση, η “θεωρία των δύο άκρων” μπάζει νερά. Κυρίως, όμως, η εξομοίωση υποβαθμίζει τον τρόμο που κρύβει ο πραγματικός κίνδυνος για τη Δημοκρατία: η ακροδεξιά, είτε με τη σημαία υψωμένη, είτε η άλλη που κρύβει στους φοριαμούς της τους σκελετούς του παρελθόντος της. Κι ακόμα περισσότερο, αυτή η συζήτηση υποτιμά την γενεσιουργό αιτία του “τέρατος”, αν και αυτό, για να είμαστε δίκαιοι, το αναφέρει (μάλλον χωρίς σαφές “δια ταύτα”) ο Γρηγόρης Δημητριάδης:

“Τι συνέβη στο ευρωπαϊκό Κέντρο; Για δεκαετίες κέρδιζε επειδή υποσχόταν ασφάλεια, ευημερία, κοινωνική κινητικότητα και ευρωπαϊκή προοπτική. Σταδιακά όμως άρχισε να μιλάει περισσότερο τη γλώσσα των δεικτών παρά τη γλώσσα της κοινωνίας. Γι’ αυτό, όταν ανεβαίνουν τα άκρα, το πρώτο ερώτημα που οφείλει να απευθύνει στον εαυτό του το Κέντρο είναι «τι κάναμε και δεν μας εμπιστεύονται πια;”

Σχετικά Άρθρα