Δραγασάκης στο libre: Η Αριστερά πρέπει να εφεύρει τη δική της απάντηση στην κρίση πολιτικής εκπροσώπησης
✨Ο Γιάννης Δραγασάκης τονίζει την ανάγκη συνεργασίας μεταξύ αριστερών και προοδευτικών κομμάτων για την επίλυση κρίσιμων κοινωνικών προβλημάτων, όπως η ακρίβεια και η στεγαστική κρίση.
✨Παρά τις προγραμματικές συγκλίσεις, το κύριο πολιτικό ζήτημα είναι η αδυναμία υλοποίησης κοινών προτάσεων χωρίς συνεννόηση και υπέρβαση υποκειμενισμών.
✨Η πρωτοβουλία της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης θεωρείται θετική, αλλά απαιτούνται περαιτέρω βήματα για τη διαμόρφωση μιας ισχυρής προοδευτικής συμμαχίας.
✨Η Αριστερά πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών που απομακρύνθηκαν από την πολιτική, με συνεπείς μάχες αξιών και συγκεκριμένες προτάσεις.
Σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων και κατακερματισμού στον προοδευτικό χώρο, ο πρώην Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και νυν ανεξάρτητος βουλευτής, Γιάννης Δραγασάκης, μιλά στο libre και τοποθετείται για το κρίσιμο ζήτημα των προγραμματικών και πολιτικών συγκλίσεων της Αριστεράς, καθώς και την ανάγκη διαμόρφωσης μιας εναλλακτικής προοδευτικής διεξόδου απέναντι στην τρέχουσα διακυβέρνηση.
Ο κ. Δραγασάκης υπογραμμίζει ότι, ενώ σε προγραμματικό επίπεδο υπάρχουν σαφείς συγκλίσεις και κοινοί τόποι στα καθημερινά προβλήματα της κοινωνίας —όπως η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση και τα δημόσια αγαθά— το κύριο πολιτικό πρόβλημα έγκειται στην αδυναμία υλοποίησής τους. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει, κανένα κόμμα μόνο του δεν μπορεί να δώσει λύση χωρίς κάποια μορφή συνεργασίας, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο «ιταλοποίησης» της πολιτικής ζωής αν δεν παραμεριστούν οι υποκειμενισμοί και οι περιχαρακώσεις.
Παράλληλα, σχολιάζει τις πρωτοβουλίες στον χώρο της Αριστεράς, τονίζοντας ότι η υπέρβαση της κρίσης εκπροσώπησης απαιτεί την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών που έχουν απομακρυνθεί από την πολιτική διαδικασία. Τέλος, αναλύει τα δομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, επισημαίνοντας την επιτακτική ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου και τη δημιουργία μιας ισχυρής κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας για την ουσιαστική αναδιανομή του πλούτου.
Σχολιάζοντας το νέο πολιτικό τοπίο μετά την ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ, ο έμπειρος πολιτικός της Αριστεράς επισημαίνει με νόημα πως “…υπάρχουν όχι μόνο συγκλίσεις αλλά και κοινοί τόποι τόσο ανάμεσα στην Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα και το ΠΑΣΟΚ όσο και άλλων μικρότερων κομμάτων που αυτοτοποθετούνται αριστερά του Κέντρου”, δείχνοντας εμμέσως τον δρόμο της συνεννόησης.
Συνέντευξη στον Χρόνη Διαμαντόπουλο
–Κύριε Δραγασάκη ανατρέχοντας σε παλαιότερες δηλώσεις σας, είδα ότι 2022 βλέπατε «συγκλίσεις» μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ. Σήμερα είστε βουλευτής, ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές του 2023, τριχοτομήθηκε και εσείς επιλέξατε να παραμείνετε ανεξάρτητος βουλευτής. Τι συμβαίνει στον πολιτικό χώρο που σήμερα εκπροσωπούν ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ ή Νέα Αριστερά και η ΕΛ.Α.Σ. του κ. Τσίπρα; Γιατί μόνο συγκλίσεις δεν βλέπουμε…

Αναφέρεστε στο πολιτικό επίπεδο και έχετε δίκιο. Διότι στο προγραμματικό και σήμερα υπάρχουν συγκλίσεις. Και μάλιστα στα άμεσα ζητήματα που απασχολούν την κοινωνική πλειοψηφία, όπως η ακρίβεια, το εισόδημα, τα ενοίκια και η κατοικία, η πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες και τα δημόσια αγαθά, και πολλά άλλα, υπάρχουν όχι μόνο συγκλίσεις αλλά και κοινοί τόποι τόσο ανάμεσα στην Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα και το ΠΑΣΟΚ όσο και άλλων μικρότερων κομμάτων που αυτοτοποθετούνται αριστερά του Κέντρου.
Το ίδιο παρατηρώ και στο θέμα των σκανδάλων, της διαφθοράς, της διασπάθισης του δημόσιου χρήματος, και εδώ διατυπώνονται προτάσεις συγκλίνουσες ή συμπληρωματικές. Βεβαίως υπάρχουν και μεγάλες διαφορές κυρίως σε στρατηγικά ζητήματα, δικαιολογημένα θα έλεγα, καθώς ζούμε μια εποχή τεκτονικών αλλαγών, και ανατροπών, γεωπολιτικών αναθεωρήσεων και παγκοσμίων αναδιατάξεων. Επιστρέφοντας πάντως στα άμεσα προβλήματα, εδώ μπορεί κάποιος να κάνει μια μακρά λίστα από κοινές προτάσεις και μπορούν να γίνουν ακόμη περισσότερες αν υπάρχει πολιτική βούληση. Όμως στην πολιτική, σημασία έχει, όχι μόνο τι λες, αλλά και αν μπορείς να το υλοποιήσεις. Και το πολιτικό πρόβλημα είναι αυτό. Ενώ όλα τα αριστερά και προοδευτικά κόμματα λένε κάποια σωστά πράγματα, κανένα κόμμα από μόνο του δεν μπορεί να τα κάνει πράξη, αν δεν υπάρξει κάποιας μορφής συνεργασία. Αν αυτό δεν συμβεί, υπάρχει κίνδυνος να απαξιωθεί συνολικά ο χώρος.
Για να αποφύγουμε την «ιταλοποίηση» της πολιτικής ζωής, οι προοδευτικές δυνάμεις του τόπου πρέπει να παραμερίσουν τις διαφορές, να υπερβούν υποκειμενισμούς, να συνδιαμορφώσουν ένα κλίμα διαλόγου και να καταθέσουν συγκεκριμένες προτάσεις για τον οδικό χάρτη της δημοκρατικής εξόδου από την πολυκρίση του ζούμε.
–Την προσπάθεια του κ. Τσίπρα πως την βλέπετε; Ο ίδιος δήλωσε πρόσφατα ότι αποφάσισε να επανέλθει επειδή διαπίστωσε πως δεν υπήρχε πραγματική πολιτική προοπτική νίκης απέναντι στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Με δεδομένη την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στον χώρο της Αριστεράς χαρακτήρισα θετική την πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα για τη δημιουργία της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, ως ένα πρώτο βήμα για την υπέρβαση του κατακερματισμού και τη διαμόρφωση μιας εναλλακτικής προοδευτικής διεξόδου. Όμως, θα χρειαστούν και άλλα βήματα και πρωτοβουλίες, ώστε να διαμορφωθεί πραγματικά ένα κλίμα συμπαράταξης και πανστρατιάς.
Υπάρχει ένα δεύτερο θέμα. Η Αριστερά πρέπει να εφεύρει τη δική της απάντηση στην κρίση πολιτικής εκπροσώπησης.
Η πολιτική μάχη σήμερα γίνεται για τον κόσμο που έχει γυρίσει την πλάτη του στο πολιτικό σύστημα. Οι Δημοκρατικοί στις ΗΠΑ έχουν εκλογικές επιτυχίες εκεί όπου μπόρεσαν να κινητοποιήσουν πολίτες που είχαν αποσυρθεί από τη πολιτική. Αλλά και το ακροδεξιό AfD νίκησε στη Σαξονία – Άνχαλτ στη Γερμανία, καταφέρνοντας να κερδίσει κόσμο της αποχής. Το μάθημα είναι πολύ ισχυρό για να αγνοηθεί από την Αριστερά.
Το στοίχημα για την ανάκαμψη της Αριστεράς και την απόκρουση της ακροδεξιάς θα κερδηθεί όχι με την κινητοποίηση μόνο όσων παραμένουν πολιτικά ενεργοί και κομματικά ενταγμένοι, αλλά με την ανάκτηση της εμπιστοσύνης όσων νιώθουν να είναι «εκτός των τειχών», σε απόσταση από το πολιτικό σύστημα, από τα κόμματα, ακόμη και από τις εκλογικές διαδικασίες.
Για να επιτευχθεί αυτό δεν αρκούν λαμπερά πρόσωπα και επώνυμες προσωπικότητες. Όπου υπήρξαν θετικά αποτελέσματα αυτά προέκυψαν μέσα από συνεπείς μάχες αξιών και ιδεών, συγκεκριμένες και αξιόπιστες προτάσεις, δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης, οργάνωση κοινών δράσεων για συγκεκριμένα προβλήματα, συνειδητοποίηση ότι η δημοκρατία και η πολιτική μπορούν να γίνουν όπλο στα χέρια των πολιτών. Αυτό βέβαια δεν αποτελεί ευθύνη μόνο των κομμάτων. Αυτόνομες κινήσεις πολιτών, κομματικά ενταγμένων και ανένταχτων μπορούν να έχουν σημαντική συμβολή στην ενεργοποίηση αδρανών κοινωνικών δυνάμεων. Χώροι διαλόγου και κοινής δράσης με σύγχρονο οικολογικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιεχόμενο, μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαστήρια για τη νέα ενωτική και συνθετική κουλτούρα που έχει ανάγκη η κοινωνία και η Αριστερά της εποχής μας.
–Εκτός από τον κατακερματισμό των κομμάτων στην Κεντροαριστερά και στην Αριστερά, βλέπουμε το ίδιο φαινόμενο και στα δεξιά της ΝΔ. Βλέπετε πιθανή τη διάχυση του συστήματος των κομμάτων μετά τις επόμενες εκλογές;
Πράγματι, οι διασπάσεις και οι κατακερματισμοί στον αριστερό χώρο υπήρχαν πάντα. Το καινούριο είναι η κρίση των κατεστημένων ηγεμονιών και ιδεολογιών. Η παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ, η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού, η ενότητα της Δύσης, ό,τι αποτελούσε σταθερά κατά τις τελευταίες δεκαετίες, σήμερα υποχωρεί. Ειδικά οι ΗΠΑ, με την σημερινή τους πολιτική δεν μπορούν πλέον να εξασφαλίσουν τις αναγκαίες συναινέσεις και καταφεύγουν στις απειλές, στην ωμή βία και στις πρακτικές αρπαγής (βλ. Κούβα και Βενεζουέλα).
Στις συνθήκες αυτές, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, η δύναμη και ο ρόλος των ολιγαρχών παίρνει πρωτοφανείς διαστάσεις. Ορισμένοι από τους ολιγάρχες στρέφονται προς την Άκρα Δεξιά, ενθαρρύνουν την άνοδό της, στηρίζουν τη δράση της ενάντια στους μετανάστες, την αξιοποιούν για τον εκφοβισμό και τη παθητικοποίηση των πολιτών.
Στην περίπτωση της χώρας μας, διεργασίες που συντελούνται στον δεξιό και ακροδεξιό χώρο συνδέονται ασφαλώς με τις επικείμενες εκλογές και τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της «δεξιάς πολυκατοικίας», αλλά μένει να δούμε αν πρόκειται μόνο γι’ αυτό ή πρόκειται και για πιο στρατηγικού χαρακτήρα ανακατατάξεις ή μετατοπίσεις.
–Στον πολιτικό διάλογο για τη φετινή ΔΕΘ κυριάρχησε η κοστολόγηση των οικονομικών προγραμμάτων των κομμάτων. Πιστεύετε ότι αυτό βοηθάει στην αξιοπιστία της πολιτικής;
Δεν νομίζω. Ασφαλώς πρέπει να υπάρχει η αίσθηση του κόστους για ό,τι προτείνεται. Όμως η πολιτική δεν είναι λογιστική, δεν έχει νόημα αν απογυμνωθεί από τη δυνατότητα να αλλάζει τα δεδομένα προς το καλύτερο. Από την άλλη πλευρά, η πραγματικότητα είναι γεμάτη από εκπλήξεις και απρόοπτα και η πολιτική πρέπει να είναι ανοιχτή σε όλα τα ενδεχόμενα. Αν η άνοδος των επιτοκίων συνεχιστεί ή αν υπάρξει μια διεθνής κρίση, οι σημερινές κοστολογήσεις δεν θα έχουν καμία αξία.
–Τα κόμματα παρουσίασαν τα οικονομικά προγράμματα στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Με ποιο από όλα συμφωνείτε περισσότερο; Είδατε κάτι που σας φάνηκε υπερβολικό;

Τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης προσπάθησαν να πείσουν ότι μπορούν να υπάρξουν βελτιώσεις και διορθώσεις, αν υπάρξει κυβερνητική αλλαγή, και νομίζω σε κάποιο βαθμό το πέτυχαν. Αυτό ήταν αναγκαίο, αλλά ήταν μονόπλευρο. Δεν πρέπει να χάνεται η μεγάλη εικόνα, η ευθραυστότητα της οικονομίας, τα δομικά κατασκευαστικά προβλήματα του ακολουθουμένου μοντέλου ανάπτυξης, οι κίνδυνοι που απορρέουν από αυτό, καθώς και οι νέες προκλήσεις που έχουμε ως κοινωνία να αντιμετωπίσουμε. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η σημερινή, έστω μικρή, ανάκαμψη δεν είναι διατηρήσιμη. Ό,τι η κυβέρνηση παρουσιάζει ως επίτευγμα στηρίζεται στη συμπίεση των κοινωνικών αναγκών και τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Τα ελλείμματα του προϋπολογισμού έχουν μεταφερθεί στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών, στα ελλείμματα υποδομών, στις ακάλυπτες ανάγκες υγείας και κοινωνικής προστασίας. Και η μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ επιτυγχάνεται κυρίως με τη βοήθεια του πληθωρισμού, ο οποίος όμως την ίδια στιγμή μειώνει την αγοραστική δύναμη μισθών και συντάξεων. Γι΄αυτό, και παρόλο που για την κυβέρνηση «όλα πάνε καλά» οι αντοχές μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού δοκιμάζονται και η κοινωνική δυσαρέσκεια αυξάνεται.
Ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε για την ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου και άνοιξε το θέμα της φορολόγησης του μεγάλου πλούτου. Όμως η σφοδρότητα των αντιδράσεων, με διάφορα επιχειρήματα και προσχήματα, δείχνει πως κάθε επανιεράρχηση των κοινωνικών αναγκών και των πηγών χρηματοδότησής τους, κάθε ουσιαστική αλλαγή των σημερινών «ισορροπιών» θα βρει μεγάλες αντιστάσεις από κατεστημένα συμφέροντα.
Επομένως, η εκλογική ήττα του κ. Μητσοτάκη και της ΝΔ είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται ισχυρή κοινωνική και πολιτική συμμαχία για να γίνουν πραγματικά προοδευτικές αλλαγές, τόσο στο μοντέλο παραγωγής, όσο και στη διανομή και αναδιανομή του πλούτου.
–Τονίζετε την ανάγκη αλλαγής παραγωγικού μοντέλου. Είναι εφικτός αυτός ο στόχος, όταν έκλεισε και η στρόφιγγα χρηματοδοτήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης;
Η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου δεν είναι μια επιλογή, που μπορούμε να υιοθετήσουμε ή όχι. Η κλιματική αλλαγή την καθιστά υποχρεωτική. Ειδικά για τη χώρα μας αποτελεί μια ζωτική εθνική ανάγκη. Η Ελλάδα δεν χρεοκόπησε το 2010 μόνο για το υψηλό δημόσιο χρέος, αλλά και γιατί είχε αδύναμη παραγωγική βάση και μεγάλη εξάρτηση από ξένα κεφάλαια και εξωτερικό δανεισμό. Το πρόβλημα παραμένει και έχει επιδεινωθεί. Όλες οι εκθέσεις των διεθνών οίκων αναφέρονται στο ελλειμματικό εξωτερικό ισοζύγιο, στην αδύνατη επενδυτική θέση της χώρας, στο χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα, στην αρνητική εγχώρια αποταμίευση. Αν συνεχίσουμε να κρύβουμε τα προβλήματα κάτω από το χαλί, μια νέα διεθνής κρίση μπορεί και πάλι να βρει την χώρα με την πλάτη στον τοίχο.
Το Ταμείο Ανάκαμψης συνιστούσε τη μεγάλη ευκαιρία, μετά την άνυδρη μνημονιακή περίοδο, για να δρομολογηθεί η αλλαγή της δομής της ελληνικής οικονομίας προς μια κατεύθυνση αυξημένης παραγωγικότητας και βιώσιμης ανάπτυξης. Εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι η ευκαιρία χάθηκε. Η κυβέρνηση δεν είχε ούτε τη πολιτική βούληση ούτε το αναγκαίο σχέδιο.
Η χώρα μας από πλευράς παραγωγικότητας βρίσκεται στο 45% του μέσου επιπέδου της ΕΕ. Επομένως, η πρόκληση παραμένει. Όμως, οι γενικές αναφορές στην αναγκαία αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου δεν αρκούν. Πρέπει να υπάρξει συγκεκριμένο σχέδιο και να τεθεί ως «εθνικός στόχος». Πρέπει να γίνει κεντρική προτεραιότητα για τις αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις. Χρειάζονται πιο συγκεκριμένες επεξεργασίες, πιο σαφείς πολιτικές δεσμεύσεις και διαρκείς προσπάθειες, ώστε η σχετική συζήτηση να γειωθεί και να συνδεθεί με την πράσινη μετάβαση, τη στήριξη των εισοδημάτων, τη δράση για τα προβλήματα της τοπικής και της περιφερειακής ανάπτυξης.