NABEP: Η αμερικανική εταιρεία που ανέλαβε να ρίξει 100 δισ. στην πετρελαϊκή συμφωνία με Βενεζουέλα

 NABEP: Η αμερικανική εταιρεία που ανέλαβε να ρίξει 100 δισ. στην πετρελαϊκή συμφωνία με Βενεζουέλα
💡 AI Summary by Libre

Η κυβέρνηση Τραμπ υπέγραψε συμφωνία με τη Βενεζουέλα για 100 χρόνια εκμετάλλευσης 17 πετρελαϊκών κοιτασμάτων με 65 δισ. βαρέλια αποθεμάτων.

Οι ΗΠΑ αποκτούν 35% συμμετοχή στη μητρική εταιρεία, δικαιώματα αγοράς παραγωγής και βέτο στη διοίκηση, εξασφαλίζοντας σημαντική παρουσία στην ενεργειακή ασφάλεια.

Η επένδυση απαιτεί έως 100 δισ. δολάρια για εκσυγχρονισμό υποδομών και αύξηση παραγωγής, παρά τα ρίσκα των εθνικοποιήσεων και πολιτικών ανατροπών.

Η διαδικασία επιλογής εταιρειών δεν ήταν διαφανής, ενώ το μέλλον της συμφωνίας εξαρτάται από πολιτικές εξελίξεις και δικαστικές αποφάσεις.

Η Βενεζουέλα κάθεται πάνω στα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα πετρελαϊκά αποθέματα του πλανήτη και η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ απέκτησε κάτι πολύ περισσότερο από πρόσβαση σε μερικά ακόμη φορτία αργού. Η νέα συμφωνία Ουάσιγκτον–Καράκας δίνει στις ΗΠΑ συμμετοχή στην εταιρεία που θα εκμεταλλευθεί 17 κοιτάσματα, λόγο στη διοίκησή της και προνομιακή πρόσβαση στην παραγωγή για έναν ολόκληρο αιώνα. Ο Λευκός Οίκος μιλά για ενεργειακή ασφάλεια, φθηνότερο πετρέλαιο και οικονομική ανάκαμψη της Βενεζουέλας. Οι επικριτές βλέπουν μια πρωτοφανή διείσδυση της Ουάσιγκτον στον σημαντικότερο πλούτο της χώρας.

Οι πετρελαϊκές, πάλι, κοιτάζουν τους αριθμούς: δεκάδες δισεκατομμύρια σε επενδύσεις, γεωτρήσεις, αγωγοί, προβληματικές υποδομές, ακριβή επεξεργασία και ένα πολιτικό περιβάλλον με βαρύ ιστορικό ανατροπών. Τα 65 δισ. βαρέλια ακούγονται εντυπωσιακά. Για να γίνουν δολάρια, όμως, πρέπει πρώτα κάποιος να αναλάβει το ρίσκο να τα βγάλει από τη γη.

17 κοιτάσματα, 65 δισ. βαρέλια και η Ουάσιγκτον μέσα στο παιχνίδι

Στο επίκεντρο βρίσκεται η North American Blue Energy Partners (NABEP), η οποία απέκτησε παραχωρήσεις διάρκειας 100 ετών για 17 πετρελαϊκά πεδία με αποδεδειγμένα αποθέματα περίπου 65 δισ. βαρελιών.

Η διάρκεια προκαλεί εντύπωση, αλλά οι όροι έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ εξασφαλίζει συμμετοχή 35% στη μητρική εταιρεία, ενώ το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αποκτά δικαίωμα αγοράς του 20% της παραγωγής σε τιμή κόστους και προτεραιότητα για την αγορά του υπολοίπου.

Η Ουάσιγκτον διατηρεί παράλληλα δικαίωμα βέτο στην επιλογή μελών του διοικητικού συμβουλίου, στο οποίο η πλειονότητα θα πρέπει να είναι Αμερικανοί.

Τα αποθέματα παραμένουν ιδιοκτησία της Βενεζουέλας. Στην παραγωγή, τη χρηματοδότηση και τη διάθεση του πετρελαίου, όμως, οι ΗΠΑ αποκτούν θέση που ξεπερνά κατά πολύ εκείνη ενός απλού αγοραστή.

Γιατί ο Τραμπ θέλει το πετρέλαιο τώρα

Η χρονική στιγμή δεν είναι τυχαία. Οι αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές και τα προβλήματα στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς έχουν επαναφέρει την ασφάλεια εφοδιασμού ψηλά στην αμερικανική ατζέντα.

Το βενεζουελάνικο αργό διαθέτει ένα κρίσιμο πλεονέκτημα: βρίσκεται στην αμερικανική «γειτονιά» και μπορεί να φθάσει στα διυλιστήρια του Κόλπου του Μεξικού χωρίς να εξαρτάται από τα επικίνδυνα περάσματα της Μέσης Ανατολής. Τα συγκεκριμένα διυλιστήρια είναι, μάλιστα, κατάλληλα για την επεξεργασία του βαρέος, υψηλής περιεκτικότητας σε θείο πετρελαίου που παράγει η Βενεζουέλα.

Υπάρχει και η πολιτική διάσταση. Με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν, μια συμφωνία που μπορεί να παρουσιαστεί ως ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και ανάχωμα στις τιμές των καυσίμων είναι πολύτιμη για τον Τραμπ.

Το πρόβλημα είναι ότι ο εκλογικός χρόνος μετριέται σε μήνες. Ο πετρελαϊκός σε χρόνια.

Τα 100 δισ. υπάρχουν προς το παρόν στα χαρτιά

Η North American Blue Energy Partners (NABEP) σχεδιάζει επενδύσεις που μπορεί να φθάσουν τα 100 δισ. δολάρια, φιλοδοξώντας να ανεβάσει την παραγωγή των δραστηριοτήτων της σε περισσότερο από ένα εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως.

Οι αριθμοί των αποθεμάτων δεν πρέπει, ωστόσο, να συγχέονται με την πραγματική δυνατότητα παραγωγής. Η Βενεζουέλα διαθέτει περίπου 303 δισ. βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων, αλλά σήμερα αντλεί πολύ λιγότερο από τα περισσότερα από 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως που παρήγαγε στις καλύτερες εποχές της.

Το αργό της είναι βαρύ και ακριβότερο στην εξόρυξη και την επεξεργασία, ενώ η μακρόχρονη υποεπένδυση έχει αφήσει εγκαταστάσεις και δίκτυα με σοβαρές ανάγκες εκσυγχρονισμού. Τα κοιτάσματα υπάρχουν. Το δύσκολο είναι να βρεθούν τα κεφάλαια που θα τα επαναφέρουν σε μεγάλη παραγωγή με ανταγωνιστικό κόστος.

Ο εφιάλτης των εθνικοποιήσεων

Πάνω από κάθε μακροπρόθεσμη επένδυση στη Βενεζουέλα κρέμεται και μια παλιά ιστορία: οι εθνικοποιήσεις ξένων περιουσιακών στοιχείων.

Η ExxonMobil και η ConocoPhillips είδαν επενδύσεις τους να απαλλοτριώνονται το 2007 και ακολούθησαν πολυετείς διεθνείς διαιτησίες. Αυτό το παρελθόν δεν διαγράφεται επειδή άλλαξε το πολιτικό κλίμα.

Οι επενδυτές καλούνται τώρα να δεσμεύσουν τεράστια κεφάλαια σε έργα που θα χρειαστούν δεκαετίες για να αποδώσουν, γνωρίζοντας ότι στη διάρκεια ζωής τους θα αλλάξουν πολλές κυβερνήσεις τόσο στο Καράκας όσο και στην Ουάσιγκτον.

Η Chevron δείχνει πάντως έτοιμη να αυξήσει την παρουσία της, με επενδύσεις άνω των 7 δισ. δολαρίων σε βάθος πενταετίας και στόχο να υπερδιπλασιάσει την παραγωγή της στη χώρα, περίπου στα 600.000 βαρέλια ημερησίως.

Το αγκάθι της διαφάνειας

Υπάρχει και ένα ερώτημα που μπορεί αργότερα να αποδειχθεί εξίσου σημαντικό με την τιμή του πετρελαίου: πώς επιλέχθηκαν οι εταιρείες και με ποιους ακριβώς όρους;

Η διαδικασία δεν ήταν ανοικτή και οι λεπτομέρειες της επιλογής δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερο βάρος όταν μια ιδιωτική εταιρεία δεν λαμβάνει απλώς παραχωρήσεις, αλλά συνοδεύεται από συμμετοχή του αμερικανικού Δημοσίου, εγγυημένο αγοραστή και συμφωνίες διάρκειας ενός αιώνα.

Εκεί μπορεί να βρίσκεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το φιλόδοξο σχέδιο. Όχι στο υπέδαφος της Βενεζουέλας, όπου το πετρέλαιο είναι γνωστό ότι υπάρχει, αλλά στις αίθουσες των κοινοβουλίων και των δικαστηρίων όταν αλλάξουν οι σημερινοί πολιτικοί συσχετισμοί.

Ο Τραμπ μπορεί να πουλήσει τη συμφωνία ως ενεργειακό θρίαμβο. Για να δικαιωθεί, όμως, κάποιος πρέπει να επενδύσει 100 δισ. πραγματικά δολάρια και να ποντάρει ότι οι υπογραφές του 2026 θα αντέξουν περισσότερο από εκείνους που τις έβαλαν.

Σχετικά Άρθρα