Το σχέδιο των ΗΠΑ για να “εξουδετερώσουν” το ΔΠΔ της Χάγης- Ο Ρούμπιο αιχμή του δόρατος

 Το σχέδιο των ΗΠΑ για να “εξουδετερώσουν” το ΔΠΔ της Χάγης- Ο Ρούμπιο αιχμή του δόρατος
💡 AI Summary by Libre

Η κυβέρνηση Τραμπ ξεκίνησε συντονισμένη εκστρατεία για να απομονώσει το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και να εμποδίσει έρευνες κατά Αμερικανών πολιτών.

Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο απείλησε συμμάχους με πολιτικό και διπλωματικό κόστος αν στηρίξουν το Δικαστήριο ενώ εξαρτώνται από τις ΗΠΑ.

Οι αμερικανικές κυρώσεις περιλαμβάνουν απαγορεύσεις εισόδου, πάγωμα περιουσιακών στοιχείων και διακοπή τραπεζικών υπηρεσιών σε δικαστές και οργανώσεις που συνεργάζονται με τη Χάγη.

Η επιτυχία της εκστρατείας εξαρτάται από τη στάση των ευρωπαϊκών κρατών, που υποστηρίζουν δημόσια την ανεξαρτησία του Δικαστηρίου της Χάγης.

Η Ουάσιγκτον δεν περιορίζεται πλέον σε προειδοποιήσεις, κυρώσεις κατά μεμονωμένων δικαστών ή οργισμένες δηλώσεις για τις έρευνες του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ περνά σε μια συντονισμένη πολιτική, οικονομική και διπλωματική εκστρατεία με σαφή στόχο να απομονώσει το Δικαστήριο της Χάγης και να περιορίσει την ικανότητά του να ερευνά Αμερικανούς στρατιωτικούς, αξιωματούχους και συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών. Επικεφαλής της πρωτοβουλίας βρίσκεται ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος περιέγραψε τη σύγκρουση ως έναν διαφορετικό πόλεμο: όχι με πυραύλους και σφαίρες, αλλά με δικαστικές αποφάσεις, διεθνείς συνθήκες και τη δύναμη του διεθνούς δικαίου.

Το μήνυμα προς τις χώρες που συνεργάζονται με την Αμερική είναι σαφές: όποιος στηρίζει τη Χάγη, ενώ ταυτόχρονα βασίζεται στην αμερικανική βοήθεια ή στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με σοβαρό πολιτικό και διπλωματικό κόστος.

Η εντολή είναι να «απενεργοποιηθεί» το Δικαστήριο

Στις 13 Ιουλίου 2026, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε μια ευρεία εκστρατεία που, σύμφωνα με την επίσημη διατύπωση, θα αξιοποιήσει ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό ώστε να εμποδίσει το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο να ασκεί διώξεις σε βάρος Αμερικανών πολιτών.

Το σχέδιο δεν περιορίζεται σε νέες κυρώσεις. Περιλαμβάνει ανακλήσεις θεωρήσεων εισόδου, ταξιδιωτικές απαγορεύσεις για στελέχη του Δικαστηρίου, οικονομικά μέτρα κατά συνεργαζόμενων οργανισμών και διπλωματικές παρεμβάσεις προς κυβερνήσεις που αναγνωρίζουν τη δικαιοδοσία του.

Παράλληλα, η Ουάσιγκτον εξετάζει το ενδεχόμενο να πιέσει κράτη είτε να αποχωρήσουν από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο είτε να απορρίψουν δημόσια κάθε δικαιοδοσία του επί Αμερικανών στρατιωτικών και αξιωματούχων.

Το μήνυμα Ρούμπιο προς τους συμμάχους

Ο Μάρκο Ρούμπιο δεν άφησε περιθώρια για ουδέτερες στάσεις. Χώρες που συνεργάζονται με τις αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας, φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις ή βρίσκονται κάτω από την αμερικανική αμυντική ομπρέλα καλούνται να απορρίψουν κάθε αρμοδιότητα της Χάγης επί Αμερικανών πολιτών.

Ακόμη πιο σαφές είναι το μήνυμα προς κράτη που λαμβάνουν αμερικανική βοήθεια αλλά εξακολουθούν να στηρίζουν το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC). Αμερικανός αξιωματούχος προειδοποίησε ότι οι κυβερνήσεις αυτές θα τεθούν υπό αυξημένο έλεγχο, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο η οικονομική βοήθεια, η στρατιωτική συνεργασία ή η διπλωματική υποστήριξη να συνδεθούν με τη στάση τους απέναντι στο Δικαστήριο.

Στο στόχαστρο δεν βρίσκονται μόνο οι δικαστές της Χάγης. Η πίεση μεταφέρεται πλέον και στις κυβερνήσεις που θα κληθούν να επιλέξουν ανάμεσα στη διεθνή δικαιοσύνη και στη στρατηγική σχέση τους με την Ουάσιγκτον.

Γιατί οι ΗΠΑ φοβούνται τη Χάγη

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στο Καταστατικό της Ρώμης, με το οποίο ιδρύθηκε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο το 2002. Υποστηρίζουν, συνεπώς, ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ερευνά ή να δικάζει Αμερικανούς χωρίς τη συγκατάθεση της Ουάσιγκτον.

Από την πλευρά του, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο υποστηρίζει ότι μπορεί να εξετάζει εγκλήματα που φέρεται να διαπράχθηκαν στο έδαφος κράτους το οποίο έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του, ακόμη και αν οι ύποπτοι είναι πολίτες χώρας που δεν συμμετέχει σε αυτό.

Η αντιπαράθεση έγινε ιδιαίτερα έντονη με την έρευνα για πιθανά εγκλήματα πολέμου στο Αφγανιστάν, η οποία περιέλαβε καταγγελίες σε βάρος Αμερικανών στρατιωτικών και στελεχών των υπηρεσιών πληροφοριών. Η έρευνα ξεκίνησε το 2020, ωστόσο το ενδιαφέρον των εισαγγελέων μετατοπίστηκε αργότερα κυρίως στις πράξεις των Ταλιμπάν και των αφγανικών δυνάμεων. Μέχρι σήμερα, κανένας Αμερικανός πολίτης δεν έχει διωχθεί.

Στο βάθος βρίσκεται και το Ισραήλ

Η αμερικανική επίθεση κατά της Χάγης δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την υπόθεση του Ισραήλ. Η έκδοση εντάλματος σύλληψης κατά του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου τον Νοέμβριο του 2024 μετέτρεψε μια παλιά θεσμική διαφωνία σε ανοιχτή πολιτική σύγκρουση.

Η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί ότι το Δικαστήριο χρησιμοποιεί το διεθνές δίκαιο για να πλήξει όχι μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και τους στενότερους συμμάχους τους. Κυρώσεις έχουν ήδη επιβληθεί σε δικαστές, στον εισαγγελέα Καρίμ Χαν, καθώς και σε οργανώσεις που παρείχαν αποδεικτικό υλικό για έρευνες της Χάγης.

Για την κυβέρνηση Τραμπ, η υπεράσπιση του Ισραήλ και η προστασία Αμερικανών στρατιωτικών και αξιωματούχων αποτελούν πλέον μέρος της ίδιας στρατηγικής απέναντι στο Δικαστήριο.

Κυρώσεις που χτυπούν πέρα από τη Χάγη

Οι αμερικανικές κυρώσεις δεν είναι απλώς συμβολικές. Μπορούν να οδηγήσουν σε πάγωμα περιουσιακών στοιχείων, διακοπή τραπεζικών υπηρεσιών, ακύρωση πιστωτικών καρτών, περιορισμό ψηφιακών λογαριασμών και απαγόρευση συναλλαγών με αμερικανικές εταιρείες.

Δικαστές που έχουν ήδη τεθεί υπό καθεστώς κυρώσεων περιγράφουν σοβαρές δυσκολίες στην καθημερινή και επαγγελματική τους ζωή, ενώ οι επιπτώσεις μπορούν να αγγίξουν ακόμη και συγγενικά τους πρόσωπα.

Αυτό είναι και το ισχυρότερο όπλο της Ουάσιγκτον: το Δικαστήριο βρίσκεται στη Χάγη, όμως μεγάλο μέρος του διεθνούς τραπεζικού και τεχνολογικού συστήματος εξακολουθεί να περνά από αμερικανικές εταιρείες και υποδομές.

Μπορεί πράγματι ο Ρούμπιο να γονατίσει το ICC;

Παρά τη σκληρή ρητορική, οι επιλογές της Ουάσιγκτον έχουν όρια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να δυσκολέψουν τη χρηματοδότηση, τις μετακινήσεις και τη διεθνή συνεργασία του Δικαστηρίου, δεν μπορούν όμως να το καταργήσουν μονομερώς.

Η επιτυχία της εκστρατείας θα εξαρτηθεί από τη στάση των ευρωπαϊκών κρατών, τα περισσότερα από τα οποία είναι μέλη του Δικαστηρίου και υπερασπίζονται δημόσια την ανεξαρτησία του. Αν αντισταθούν στις αμερικανικές πιέσεις, η Χάγη θα συνεχίσει να λειτουργεί, έστω αποδυναμωμένη. Αν, αντίθετα, αρχίσουν να αποστασιοποιούνται ή να περιορίζουν τη συνεργασία τους, το πλήγμα θα είναι πολύ βαθύτερο.

Το πραγματικό διακύβευμα ξεπερνά τον Μάρκο Ρούμπιο, τον Ντόναλντ Τραμπ ή μια συγκεκριμένη έρευνα. Η σύγκρουση αφορά το κατά πόσο οι μεγάλες δυνάμεις και οι σύμμαχοί τους μπορούν να λογοδοτούν ενώπιον ενός διεθνούς δικαστή ή αν η πολιτική και στρατιωτική ισχύς θα εξακολουθήσει να λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι σε κάθε εξωτερικό έλεγχο.

Για τους επικριτές της Ουάσιγκτον, η εκστρατεία αποτελεί ακόμη ένα βήμα υπονόμευσης της διεθνούς δικαιοσύνης. Για την κυβέρνηση Τραμπ, αντίθετα, πρόκειται για μάχη υπέρ της αμερικανικής κυριαρχίας. Το βέβαιο είναι ότι η σύγκρουση δεν αφορά πλέον μόνο το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Αφορά το ποιος θα καθορίζει τελικά τα όρια του διεθνούς δικαίου: οι διεθνείς θεσμοί ή οι μεγάλες δυνάμεις.

Σχετικά Άρθρα