Ανάλυση: Το μεγάλο δίλημμα του Πούτιν-Τι φοβάται πραγματικά αν παγώσει ο πόλεμος στην πρώτη γραμμή
✨Η συζήτηση για το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία εστιάζει πλέον στην πολιτική επιβίωση του Πούτιν και στην παρουσίαση της τελικής συμφωνίας στη ρωσική κοινωνία.
✨Μια κατάπαυση του πυρός θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως νίκη από το Κρεμλίνο, μειώνοντας την κοινωνική κόπωση και ενισχύοντας πολιτικά τον Πούτιν.
✨Η Μόσχα αναζητά ανταλλάγματα σε πιθανό γεωπολιτικό παζάρι με τις ΗΠΑ, υπό το πρίσμα των αμερικανικών εκλογών και της περιορισμένης διαπραγματευτικής ευελιξίας.
✨Το ιστορικό προηγούμενο της Ανακωχής του Αντρούσοβο δείχνει πώς το Κρεμλίνο μπορεί να μετατρέψει ατελή στρατιωτικό απολογισμό σε πολιτική νίκη, ενώ ο πόλεμος συνεχίζει να επιβαρύνει όλους.
Η συζήτηση για το πώς μπορεί να τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία μετακινείται σταδιακά από το πεδίο των μαχών σε ένα πολύ πιο σκοτεινό πεδίο: εκείνο της πολιτικής επιβίωσης του Βλαντίμιρ Πούτιν. Το σενάριο μιας κατάπαυσης του πυρός κατά μήκος της σημερινής γραμμής του μετώπου παρουσιάζεται από ορισμένους κύκλους στη Δύση, αλλά και μέσα στη Ρωσία, ως προσωπική ήττα του Ρώσου προέδρου, ακόμη και ως εξέλιξη που θα μπορούσε να απειλήσει την εξουσία του. Ωστόσο, στη Μόσχα το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα εδάφη θα βρίσκονται υπό ρωσικό έλεγχο όταν σιγήσουν τα όπλα. Είναι ποιος θα γράψει την τελευταία παράγραφο του πολέμου και, κυρίως, πώς αυτή θα παρουσιαστεί στη ρωσική κοινωνία.
Έπειτα από χρόνια απωλειών, κυρώσεων, επιστρατεύσεων και μιας οικονομίας προσαρμοσμένης στις ανάγκες της σύγκρουσης, το τέλος του πολέμου μπορεί να αποδειχθεί για τον Πούτιν ταυτόχρονα πολιτική ευκαιρία και εξαιρετικά λεπτή στιγμή.
Το σενάριο που τρομάζει – ή βολεύει – το Κρεμλίνο
Ο Economist επανέφερε το ζήτημα στο προσκήνιο, υποστηρίζοντας ότι ο Πούτιν ενδέχεται να θεωρεί εξαιρετικά επικίνδυνη μια συμφωνία που δεν θα του εξασφαλίζει ολόκληρο το Ντονμπάς. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ανώνυμη πηγή αποδίδει μάλιστα στον Ρώσο πρόεδρο τη φράση «θα με κρεμάσουν».
Η πληροφορία είναι εντυπωσιακή, αλλά δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα. Παρ’ όλα αυτά, φωτίζει το βασικό ερώτημα: θα θεωρούνταν πράγματι μια τέτοια συμφωνία ήττα στη Ρωσία;
Μια κατάπαυση του πυρός που θα πάγωνε το μέτωπο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα παρουσιαζόταν με αυτόν τον τρόπο. Το Κρεμλίνο διαθέτει έναν ισχυρό μηχανισμό πολιτικής επικοινωνίας και θα μπορούσε να χτίσει μια εντελώς διαφορετική αφήγηση: ότι η Ρωσία άντεξε στις δυτικές κυρώσεις, απέφυγε την εσωτερική αποσταθεροποίηση, διατήρησε υπό τον έλεγχό της σημαντικά ουκρανικά εδάφη και εξασφάλισε τον χερσαίο διάδρομο προς την Κριμαία.
Στη ρωσική τηλεόραση, ένας τέτοιος συμβιβασμός θα μπορούσε εύκολα να παρουσιαστεί όχι ως υποχώρηση, αλλά ως νίκη.
Η κοινωνία που θέλει να αφήσει πίσω της τον πόλεμο
Υπάρχει και μια παράμετρος που συχνά χάνεται πίσω από τις στρατιωτικές αναλύσεις: η κόπωση της ρωσικής κοινωνίας.
Ο τερματισμός των μαχών θα περιόριζε τον φόβο μιας νέας επιστράτευσης, θα μείωνε την πίεση από τις ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικό έδαφος και θα επέτρεπε στο Κρεμλίνο να υποσχεθεί επιστροφή σε μια πιο προβλέψιμη καθημερινότητα.
Οι ακραίες εθνικιστικές φωνές θα κατηγορούσαν ασφαλώς τον Πούτιν ότι εγκατέλειψε τον στόχο της «ολοκληρωτικής νίκης». Άλλο όμως η οργή στα κανάλια του Telegram και άλλο η πραγματική δυνατότητα αμφισβήτησης ενός καθεστώτος που έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να απορροφά σοβαρές εσωτερικές πιέσεις.
Ένας τερματισμός των εχθροπραξιών, επομένως, θα μπορούσε όχι να αποδυναμώσει αλλά να ενισχύσει πολιτικά τον Πούτιν, εφόσον παρουσιαστεί ως συμφωνία που κατοχυρώνει τα κεκτημένα της Ρωσίας.
Το παζάρι με τον Τραμπ και το παράθυρο που μπορεί να κλείσει
Στην εξίσωση μπαίνει φυσικά και ο Ντόναλντ Τραμπ.
Στη Μόσχα γνωρίζουν ότι ένας Αμερικανός πρόεδρος που αναζητεί μια μεγάλη επιτυχία στην εξωτερική πολιτική έχει ισχυρό κίνητρο να κλείσει τον ουκρανικό φάκελο. Αυτό δημιουργεί χώρο για ένα μεγάλο γεωπολιτικό παζάρι.
Το Κρεμλίνο θα επιχειρούσε να αποσπάσει ανταλλάγματα που ξεπερνούν μια απλή κατάπαυση του πυρός: χαλάρωση ή άρση κυρώσεων, αποκατάσταση οικονομικών διαύλων και κάποια μορφή αποδοχής της πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί στα κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη.
Το πολιτικό ημερολόγιο της Ουάσιγκτον, όμως, πιέζει. Οι ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο μπορούν να μεταβάλουν τους συσχετισμούς και να περιορίσουν τα περιθώρια κινήσεων του Λευκού Οίκου.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο καλλιεργείται σε ρωσικούς κύκλους η υποψία ότι ορισμένες δυνάμεις θα προτιμούσαν να περάσει αυτό το χρονικό παράθυρο χωρίς συμφωνία, ώστε ένα μελλοντικό παζάρι να γίνει πολύ δυσκολότερο.
Το φάντασμα μιας παλιάς ρωσικής ιστορίας
Στη Μόσχα υπάρχει και ένα ιστορικό προηγούμενο που προσφέρεται για πολιτική αξιοποίηση: ο ρωσοπολωνικός πόλεμος του 17ου αιώνα.
Μετά από δεκατρία χρόνια σύγκρουσης, η Ανακωχή του Αντρούσοβο το 1667 δεν έδωσε στη Ρωσία όλα όσα θα μπορούσε κάποτε να είχε ελπίσει. Ουσιαστικά κατοχύρωσε έναν νέο εδαφικό συσχετισμό, ενώ άφησε το Κίεβο στη ρωσική πλευρά υπό όρους που αργότερα μεταβλήθηκαν.
Παρά τις τεράστιες απώλειες και την εγκατάλειψη αρχικών φιλοδοξιών, η ρωσική ιστοριογραφία δεν κατέγραψε εκείνη την έκβαση ως εθνική ήττα.
Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να επιχειρήσει και σήμερα το Κρεμλίνο: να μετατρέψει έναν ατελή στρατιωτικό απολογισμό σε πολιτική νίκη.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος ίσως είναι η συνέχιση του πολέμου
Το κρίσιμο στοίχημα για τον Πούτιν βρίσκεται, τελικά, αλλού. Εφόσον πιστεύει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του, έχει κάθε λόγο να συνεχίσει τη στρατιωτική πίεση για καλύτερους όρους. Κάθε επιπλέον μήνας πολέμου, όμως, αυξάνει παράλληλα το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κόστος.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν έχει περιγράψει το αδιέξοδο με μια απλή διαπίστωση: καμία πλευρά δεν έχει ακόμη αποφασίσει ότι ο τερματισμός του πολέμου είναι σημαντικότερος από όλα τα υπόλοιπα συμφέροντά της.
Αυτό αφορά τη Μόσχα, αλλά όχι μόνο αυτή. Η Ευρώπη δεν έχει δώσει την εντύπωση ότι μια εκεχειρία θα οδηγούσε αυτομάτως σε άρση των κυρώσεων και επιστροφή στις σχέσεις πριν από το 2014. Το Κίεβο, από την πλευρά του, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ως φυσιολογική μια συμφωνία που θα παγίωνε την κατοχή ουκρανικών εδαφών.
Έτσι σχηματίζεται η παγίδα: όλοι μιλούν για το τέλος του πολέμου, αλλά κανείς δεν θέλει να εμφανιστεί ως εκείνος που έκανε τη μεγαλύτερη υποχώρηση.
Για τον Πούτιν, λοιπόν, το πραγματικό δίλημμα δεν είναι μόνο αν μπορεί να επιβιώσει πολιτικά από μια συμφωνία. Είναι αν θα αναγνωρίσει εγκαίρως τη στιγμή κατά την οποία η συνέχιση του πολέμου κοστίζει περισσότερο από τον τερματισμό του.
Γιατί στο Κρεμλίνο γνωρίζουν καλά έναν παλιό κανόνα της εξουσίας: δεν αρκεί να κερδίσεις έναν πόλεμο. Πρέπει να πείσεις ότι τον κέρδισες.