Τέσσερις μέρες στο κόκκινο: Το θρίλερ πίσω από τη συμφωνία Ισραήλ–Λιβάνου
✨Η συμφωνία-πλαίσιο Ισραήλ και Λιβάνου προέκυψε μετά από έντονες διαπραγματεύσεις, αμοιβαλή δυσπιστία και αμερικανική μεσολάβηση μέσα σε τέσσερις ημέρες έντασης.
✨Οι βασικές διαφωνίες αφορούσαν την αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων από τον νότιο Λίβανο, τον ρόλο της Χεζμπολάχ και την επιρροή του Ιράν στην περιοχή.
✨Η τελική συμφωνία περιλαμβάνει 14 σημεία, με παύση εχθροπραξιών, αναδιάταξη λιβανικού στρατού και μηχανισμό παρακολούθησης, αλλά η εφαρμογή της παραμένει αβέβαιη.
✨Η Χεζμπολάχ απορρίπτει τη συμφωνία, ενώ η πολιτική κατάσταση στον Λίβανο παραμένει διχασμένη, θέτοντας υπό δοκιμασία τη βιωσιμότητα της νέας ισορροπίας.
Η συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου δεν γεννήθηκε σε κλίμα διπλωματικής ηρεμίας, αλλά μέσα σε τέσσερις ημέρες έντασης, αμοιβαίας δυσπιστίας, παρασκηνιακών πιέσεων και σχεδόν συνεχών τηλεφωνημάτων ανάμεσα στην Ουάσιγκτον, την Ιερουσαλήμ και τη Βηρυτό. Σύμφωνα με το Al Arabiya, που επικαλείται ρεπορτάζ του Axios και έξι αμερικανικές, ισραηλινές και λιβανικές πηγές με γνώση των συνομιλιών, η πρώτη ουσιαστική πολιτική συμφωνία των δύο χωρών εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες πέρασε από διπλωματικό ναρκοπέδιο πριν φτάσει στο τελικό κείμενο. Στο τραπέζι δεν βρισκόταν μόνο η αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων από τον νότιο Λίβανο. Βρισκόταν η επιρροή του Ιράν, ο ρόλος της Χεζμπολάχ, η δυνατότητα του λιβανικού στρατού να αναλάβει πραγματικό έλεγχο στα σύνορα, αλλά και η ανάγκη της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να παρουσιάσει μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία σε μια στιγμή που η Μέση Ανατολή κινείται ξανά στα όρια ανάφλεξης.
Αυτό που ανακοινώθηκε ως συμφωνία ήταν, στην πραγματικότητα, το αποτέλεσμα μιας σκληρής σύγκρουσης νεύρων: το Ισραήλ και ο Λίβανος φοβούνταν ότι η Ουάσιγκτον είχε ήδη διαμορφώσει χωριστή κατανόηση με την Τεχεράνη για το λιβανικό μέτωπο, ενώ οι Αμερικανοί μεσολαβητές προσπαθούσαν να πείσουν και τις δύο πλευρές ότι ο στόχος ήταν ένας: να κλείσει το μέτωπο χωρίς να εμφανιστεί κανείς ως η πλευρά που υποχώρησε.
Η πρώτη σύγκρουση στην Ουάσιγκτον
Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών μέσα σε βαρύ κλίμα. Αφορμή ήταν οι πληροφορίες για συνεννοήσεις ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν στην Ελβετία σχετικά με τον Λίβανο, οι οποίες προκάλεσαν έντονη δυσφορία τόσο στο Ισραήλ όσο και στη Βηρυτό.
Ο πρέσβης του Ισραήλ στην Ουάσιγκτον, Γιεχιέλ Λάιτερ, φέρεται να χαρακτήρισε αυτές τις συνεννοήσεις «καταστροφικές», θέτοντας ευθέως στους Αμερικανούς το ερώτημα αν η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να επιδιώκει τον περιορισμό της ιρανικής επιρροής στον Λίβανο. Από την άλλη πλευρά, η λιβανική αντιπροσωπεία ζήτησε επίσης εξηγήσεις, καθώς στη Βηρυτό υπήρχε ο φόβος ότι η χώρα θα μετατρεπόταν ξανά σε πεδίο διαπραγμάτευσης τρίτων δυνάμεων.
Οι Αμερικανοί μεσολαβητές προσπάθησαν να κρατήσουν τη διαδικασία ζωντανή. Το μήνυμα ήταν ότι η συμφωνία έπρεπε να γίνει ανάμεσα στο Ισραήλ και τον Λίβανο, χωρίς ιρανική κηδεμονία και χωρίς εξωτερικά βέτο. Ωστόσο, η πρώτη ημέρα, σύμφωνα με αμερικανική πηγή, ήταν «δύσκολη», με τις συνομιλίες να δείχνουν ότι αντί να προχωρούν, επέστρεφαν στα αρχικά σημεία διαφωνίας.
Το αγκάθι της ισραηλινής αποχώρησης
Τη δεύτερη ημέρα σημειώθηκε πρόοδος, αλλά πολύ γρήγορα οι δύο πλευρές συγκρούστηκαν ξανά στο πιο ευαίσθητο σημείο: πού, πότε και με ποιους όρους θα αποχωρούσαν οι ισραηλινές δυνάμεις από τον νότιο Λίβανο.
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο πρόεδρος του Λιβάνου Τζόζεφ Αούν ζήτησαν περισσότερο χρόνο για διαβουλεύσεις με τα επιτελεία τους. Οι Αμερικανοί συμφώνησαν να παρατείνουν τις συνομιλίες για ακόμη μία ημέρα, γνωρίζοντας ότι μια κατάρρευση της διαδικασίας θα έστελνε μήνυμα αδυναμίας σε ολόκληρη την περιοχή.
Εκεί άρχισε η πιο έντονη αμερικανική πίεση. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο φέρεται να πραγματοποίησε περίπου οκτώ τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Νετανιάχου και τον Αούν, ενώ ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς είχε επαφές και με τις δύο πλευρές. Το μήνυμα της Ουάσιγκτον ήταν σαφές: ο Τραμπ ήθελε τη συμφωνία πριν τελειώσει η εβδομάδα.
Οι δύο αλλαγές που ξεκλείδωσαν το κείμενο
Στην τελική συνεδρίαση, ο Ρούμπιο παρενέβη προσωπικά για να κλείσουν τα ανοιχτά σημεία. Η αμερικανική πλευρά ζήτησε από το Ισραήλ δύο κρίσιμες τροποποιήσεις στο κείμενο, ώστε να καταστεί δυνατή η τελική συμφωνία.
Η πρώτη αφορούσε την αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων από χωριό του νότιου Λιβάνου που παρέμενε υπό ισραηλινό έλεγχο. Η δεύτερη ήταν πολιτικά ακόμη πιο σημαντική: να προστεθεί σαφής διατύπωση ότι αυτή η αποχώρηση αποτελεί την αρχή μιας ευρύτερης διαδικασίας ισραηλινής αναδιάταξης από λιβανικά εδάφη.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον φέρεται να πίεσε το Ισραήλ να ανοίξει τον δρόμο για τις λεγόμενες «πιλοτικές ζώνες», περιοχές όπου θα αναπτυχθεί ο λιβανικός στρατός στην πρώτη φάση εφαρμογής της συμφωνίας. Για το Ισραήλ, αυτές οι ζώνες λειτουργούν ως τεστ: αν η Βηρυτός αποδείξει ότι μπορεί να ελέγξει το έδαφος και να περιορίσει τη δράση της Χεζμπολάχ, τότε μπορεί να ακολουθήσει νέα φάση αναδιάταξης.
Συμφωνία με 14 σημεία — και ένα μεγάλο ρίσκο
Το τελικό κείμενο περιλαμβάνει 14 σημεία. Προβλέπει παύση εχθροπραξιών, επαναδιάταξη του λιβανικού στρατού στις συνοριακές περιοχές, σταδιακή ισραηλινή αποχώρηση βάσει συμφωνημένων ρυθμίσεων και μηχανισμό παρακολούθησης της εφαρμογής.
Περιλαμβάνει επίσης το δικαίωμα του Ισραήλ να απαντήσει εάν δεχθεί επίθεση από τη Χεζμπολάχ, ενώ προβλέπει τη συγκρότηση ομάδων εργασίας για τη διαμόρφωση συνολικότερης ειρηνευτικής συμφωνίας.
Ωστόσο, το δύσκολο κομμάτι δεν είναι η υπογραφή. Είναι η εφαρμογή. Στον Λίβανο, η εσωτερική σκηνή παραμένει βαθιά διχασμένη, ενώ η Χεζμπολάχ απορρίπτει τη συμφωνία και τη βλέπει ως αμερικανοϊσραηλινό σχέδιο περιορισμού της ισχύος της. Αυτό σημαίνει ότι το νέο πλαίσιο μπορεί να δοκιμαστεί πολύ γρήγορα, είτε στο πεδίο είτε στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο της Βηρυτού.
Η Ουάσιγκτον πέτυχε να φέρει το Ισραήλ και τον Λίβανο σε ένα κείμενο που μέχρι πρόσφατα θα έμοιαζε αδιανόητο. Όμως η πραγματική ερώτηση παραμένει ανοιχτή: είναι αυτή η αρχή μιας νέας ισορροπίας ή μια συμφωνία που θα καταρρεύσει μόλις συγκρουστεί με την πραγματικότητα του νότιου Λιβάνου;