100 ημέρες φωτιά: Ποιος κερδίζει, ποιος βυθίζεται από την “Επική οργή” των Τραμπ, Νετανιάχου
✨Εκατό ημέρες μετά τη σύγκρουση Ιράν-ΗΠΑ, ο πόλεμος στον Κόλπο προκαλεί παγκόσμιο οικονομικό σοκ με αυξανόμενες τιμές πετρελαίου και πληθωριστικές πιέσεις.
✨Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ μπλοκάρει σημαντικές ενεργειακές ροές, αναγκάζοντας κυβερνήσεις και αγορές να αντιμετωπίσουν αυξημένο κόστος και πολιτικές προκλήσεις.
✨Οι παραγωγοί του Κόλπου αντιμετωπίζουν περιορισμούς στις εξαγωγές παρά την αύξηση των τιμών, ενώ η Ασία υφίσταται τις σοβαρότερες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
✨Κερδισμένες είναι οι ενεργειακές εταιρείες εκτός Κόλπου, οι αμυντικές βιομηχανίες και όσοι επενδύουν σε εναλλακτικές πηγές και τεχνολογίες ενεργειακής ασφάλειας.
Εκατό ημέρες μετά την έκρηξη της σύγκρουσης ανάμεσα στο Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πόλεμος στον Κόλπο δεν είναι πια μια περιφερειακή κρίση με διεθνείς προεκτάσεις. Είναι ένα παγκόσμιο οικονομικό σοκ σε πλήρη εξέλιξη. Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, μιας από τις πιο κρίσιμες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη, έφερε ξανά στο προσκήνιο έναν σκληρό κανόνα: όταν μπλοκάρεται η ενέργεια, δεν πιέζονται μόνο οι αγορές, πιέζονται κράτη, κοινωνίες και κυβερνήσεις. Οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύθηκαν, οι μεταφορές ακριβαίνουν, οι αλυσίδες εφοδιασμού δοκιμάζονται και η απειλή ενός νέου κύματος πληθωρισμού επιστρέφει.
Το ερώτημα, πλέον, δεν είναι μόνο ποιος αντέχει περισσότερο στρατιωτικά. Είναι ποιος πληρώνει τον λογαριασμό και ποιος μετατρέπει την κρίση σε ευκαιρία.
Το Ορμούζ ως παγκόσμιος διακόπτης
Το Στενό του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα θαλάσσιο πέρασμα. Είναι ο διακόπτης ενός μεγάλου μέρους της παγκόσμιας ενεργειακής ασφάλειας. Από εκεί περνά περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου, σημαντικό μέρος του υγροποιημένου φυσικού αερίου και κρίσιμες ποσότητες λιπασμάτων και πρώτων υλών.
Η διακοπή της κανονικής ναυσιπλοΐας προκάλεσε αλυσιδωτή αντίδραση. Οι αγορές κινήθηκαν νευρικά, τα ασφάλιστρα κινδύνου αυξήθηκαν, οι ναυτιλιακές εταιρείες αναζήτησαν εναλλακτικές διαδρομές και οι κυβερνήσεις άρχισαν να μετρούν αποθέματα, κόστη και πολιτικές αντοχές.
Το πετρέλαιο Brent έφθασε έως τα 138 δολάρια το βαρέλι, ενώ η πίεση πέρασε γρήγορα στο φυσικό αέριο, στο ντίζελ, στα αεροπορικά καύσιμα, στα λιπάσματα και σε βασικές βιομηχανικές πρώτες ύλες.
Οι παραγωγοί δεν πανηγυρίζουν
Σε μια κλασική ενεργειακή κρίση, οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες θα εμφανίζονταν ως οι αυτονόητοι κερδισμένοι. Αυτή τη φορά, όμως, η εξίσωση ανατράπηκε.
Οι χώρες του Κόλπου είδαν τις τιμές να ανεβαίνουν, αλλά την ικανότητά τους να εξάγουν να περιορίζεται. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Κουβέιτ και το Ιράκ βρέθηκαν μπροστά σε ένα δύσκολο παράδοξο: ακριβότερη ενέργεια, αλλά λιγότερη δυνατότητα αξιοποίησης της συγκυρίας.
Οι εναλλακτικοί αγωγοί δεν επαρκούν για να αντικαταστήσουν τις θαλάσσιες ροές μέσω Ορμούζ. Οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές αύξησαν το κόστος ασφαλείας και λειτουργίας, ενώ η αβεβαιότητα αποθαρρύνει επενδύσεις και μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς.
Ο μεγαλύτερος χαμένος παραμένει το ίδιο το Ιράν. Η χώρα βρίσκεται ταυτόχρονα αντιμέτωπη με πόλεμο, κυρώσεις, περιορισμένο εμπόριο, επενδυτική απομόνωση και βαθύτερη οικονομική πίεση.
Η Ασία πληρώνει πρώτη
Ο βαρύτερος λογαριασμός πέφτει στην Ασία. Η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις ενεργειακές ροές του Κόλπου. Για τις οικονομίες αυτές, το Ορμούζ δεν είναι γεωπολιτικό πρόβλημα. Είναι βιομηχανικό, μεταφορικό και κοινωνικό πρόβλημα.
Η Κίνα μπορεί να διαθέτει αποθέματα και εναλλακτικές συμφωνίες, αλλά η πίεση στη βιομηχανία και στις μεταφορές είναι εμφανής. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα αναγκάστηκαν να κινηθούν πιο προσεκτικά, αξιοποιώντας στρατηγικά αποθέματα για να αποφύγουν σοβαρές διαταραχές.
Η Ινδία αντιμετωπίζει διπλή πίεση: από το πετρέλαιο και από τα λιπάσματα. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση δεν σταματά στα πρατήρια καυσίμων. Φτάνει στα χωράφια, στα τρόφιμα και τελικά στο κόστος ζωής.
Ακόμη πιο ευάλωτες είναι οικονομίες όπως το Πακιστάν και το Μπανγκλαντές, όπου η εξάρτηση από εισαγόμενο υγροποιημένο φυσικό αέριο μπορεί να μετατραπεί γρήγορα σε πρόβλημα ηλεκτροδότησης, παραγωγής και κοινωνικής σταθερότητας.
Η Ευρώπη δεν καίγεται, αλλά τσουρουφλίζεται
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εξαρτάται από τον Κόλπο όσο η Ασία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μένει ασφαλής. Σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά ενέργειας, κανείς δεν μένει πραγματικά εκτός κρίσης.
Η αύξηση των διεθνών τιμών περνά στις μεταφορές, στη βιομηχανία, στη θέρμανση και στα δημόσια οικονομικά. Οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να επανεξετάσουν επιδοτήσεις και δημοσιονομικά περιθώρια, ενώ οι επιχειρήσεις βλέπουν το κόστος παραγωγής να ανεβαίνει.
Για την Ευρώπη, ο μεγαλύτερος φόβος δεν είναι η άμεση έλλειψη ενέργειας. Είναι η επιστροφή ενός επίμονου πληθωρισμού, σε μια στιγμή που η ευρωζώνη δυσκολεύεται να βρει ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική.
Οι κρυφοί κερδισμένοι
Μέσα στην κρίση υπάρχουν και κερδισμένοι. Δεν βρίσκονται απαραίτητα στο επίκεντρο του πολέμου, αλλά στην περιφέρειά του.
Οι αμερικανικές εταιρείες σχιστολιθικού πετρελαίου, οι παραγωγοί ενέργειας εκτός Κόλπου, η Βόρεια Αμερική, η Νορβηγία και ο Καναδάς επωφελούνται από υψηλότερες τιμές χωρίς να έχουν την ίδια έκθεση στον κίνδυνο του Ορμούζ.
Κερδισμένες είναι επίσης οι αμυντικές βιομηχανίες, οι ασφαλιστικές εταιρείες της ναυτιλίας και όσοι δραστηριοποιούνται σε εναλλακτικές διαδρομές, αποθήκευση ενέργειας και τεχνολογίες ενεργειακής ασφάλειας.
Η κρίση επιταχύνει και κάτι ακόμη: την αναζήτηση ενεργειακών εναλλακτικών. Οι ανανεώσιμες πηγές, η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας και η διαφοροποίηση προμηθευτών δεν εμφανίζονται πλέον ως περιβαλλοντική επιλογή, αλλά ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Το νέο δίλημμα της παγκόσμιας οικονομίας
Μετά από 100 ημέρες πολέμου, το συμπέρασμα είναι σαφές: η σύγκρουση Ιράν–ΗΠΑ αποκάλυψε την ευαλωτότητα ενός κόσμου που εξακολουθεί να εξαρτάται από λίγα κρίσιμα περάσματα και από περιοχές υψηλού γεωπολιτικού κινδύνου.
Οι μεγαλύτεροι χαμένοι είναι οι εισαγωγείς ενέργειας, οι βιομηχανίες με υψηλό ενεργειακό κόστος και οι καταναλωτές που πληρώνουν ακριβότερα καύσιμα, τρόφιμα και μεταφορές. Οι παραγωγοί του Κόλπου δεν είναι οι καθαροί νικητές, γιατί η αύξηση των τιμών συνοδεύεται από περιορισμούς στις εξαγωγές και αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο.
Οι πραγματικοί κερδισμένοι είναι όσοι μπορούν να πουλήσουν ενέργεια εκτός ζώνης κρίσης, να ασφαλίσουν τη μεταφορά της, να την αποθηκεύσουν ή να προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις.
Ο πόλεμος στον Κόλπο δεν άλλαξε μόνο την τιμή του πετρελαίου. Άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο κυβερνήσεις και αγορές αντιλαμβάνονται την ενεργειακή ασφάλεια. Και αυτό το κόστος θα μείνει, ακόμη κι αν το Ορμούζ ανοίξει ξανά.