Έρευνα libre με αφορμή τα περιστατικά σε Περιστέρι-Αγ. Αναργύρους: Υπάρχει ακραία φτώχεια; Αναλυτικά στοιχεία
✨Το 27,5% του ελληνικού πληθυσμού το 2025, περίπου 2,8 εκατομμύρια άνθρωποι, βρέθηκαν αντιμέτωποι με κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.
✨Η παιδική φτώχεια αυξήθηκε στο 29,6% το 2025, με την Ελλάδα να κατατάσσεται πρώτη στην Ευρώπη σε ποσοστό υλικής στέρησης παιδιών, σύμφωνα με Eurostat.
✨Η έρευνα δείχνει ότι ακόμη και εργαζόμενοι δυσκολεύονται οικονομικά, ενώ το υψηλό κόστος ενοικίων επιδεινώνει την κατάσταση φτώχειας στα μεγάλα αστικά κέντρα.
✨Παρά την οικονομική ανάπτυξη και μείωση ανεργίας, η φτώχεια παραμένει έντονη, με πολλά νοικοκυριά να μην μπορούν να καλύψουν βασικές ανάγκες και έκτακτες δαπάνες.
Ακόμα και μετά τα περιστατικά με τις οικογένειες στους Αγίους Αναργύρους και το Περιστέρι, υπάρχουν συμπολίτες που δεν πείθονται ότι στην Ελλάδα υπάρχει (για κάποια στρώματα του πληθυσμού) ακραία φτώχεια. Ακόμα χειρότερα, αυτού του είδους τα φαινόμενα, όταν αναδεικνύονται από τα ΜΜΕ, τα αποδίδουν σε προσωπικά ελλείμματα ή και λάθος επιλογές των ενήλικων μελών της οικογένειας παρά σ’ ένα γεινικότερο φαινόμενο φτώχειας.
Στο σημερινό ρεπορτάζ θα παραθέσουμε λοιπόν μόνο νούμερα από τις πιο επίσημες στατιστικές στην Ελλάδα για τα θέματα της ακραίας φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, χωρίς οποιοδήποτε δικό μας σχόλιο έτσι ώστε ο αναγνώστης να σχηματίσει εικόνα μόνος του.
Τα στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ ΙΝΕ ΓΣΕΕ
Για το οικονομικό έτος 2023, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε ότι το 26,1% του πληθυσμού βρισκόταν αντιμέτωπο με κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Μιλούσαμε δηλαδή για κίνδυνο που αφορούσε περίπου 2,6 εκ ανθρώπους και ιδιαίτερα μονογονεϊκά νοικοκυριά, ανέργους και παιδιά.
Παράλληλα ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ήταν υψηλότερος στην περίπτωση των παιδιών ηλικίας 17 ετών και κάτω (28,1%), παραμένοντας σταθερός σε σχέση με το 2022.
Ως κατώφλι της φτώχειας οριζόταν το ποσό των 6.030 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 12.663 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών.
Το οικονομικό έτος 2024 τα σχετικά ποσοστά παρουσίασαν σχετική αύξηση αφού αντιμέτωπι με κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού βρέθηκε το 26, 9% του πληθυσμού το οποίο αντιστοιχούσε σε περίπου 2,7 εκ ανθρώπους.
Την ίδια μεγάλη έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για το ίδιο έτος αναδείκνυε το γεγονός ότι 6 στους εργαζόμενους δήλωναν ότι ο μισθός τους δεν επαρκεί και ότι 9 στους 10 γνωστοποιούσαν ότι περιορίζουν την αγορά ακόμα και βασικών ειδών διατροφής.
Για το οικονομικό έτος 2025 η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ έδειξε τα νούμερα ακόμα και πιο ανεβασμένα αφού έφτασαν στο 27,5%. Οι άνθρωποι που βρίσκονταν αντιμέτωπα με κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού έφταναν σχεδόν τα 2,8εκ
Σύμφωνα με την έρευνα εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών της ΕΛΣΤΑΤ, η αύξηση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (δείκτης που συντίθεται από τους επιμέρους δείκτες του κινδύνου φτώχειας, της υλικής και κοινωνικής στέρησης και της χαμηλής έντασης εργασίας) οφείλεται στην αύξηση του ποσοστού και της υλικής και κοινωνικής στέρησης σε 14,9% το 2025 από 14% το 2024.
Πιο “ειδικά” νούμερα
Αν εμβαθύνουμε ακόμη περισσότερα στοιχεία θα διαπιστώσουμε τα εξής:
- Τον Μάιο του 2023, η ΕΛΣΤΑΤ ενημέρωνε ότι το 32,2% των φτωχών νοικοκυριών δήλωναν ότι δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν επαρκή πρωτεϊνική διατροφή κάθε δεύτερη μέρα.
- Το 83,9% δήλωναν αδυναμία να καλύψουν μία έκτατη δαπάνη περίπου 400 ευρώ (όπως γίνεται αντιληπτό σ’ αυτά τα νοικοκυριά δεν υπάρχουν αποταμιεύσεις).
- Το 84,1% των φτωχών νοικοκυριών γνωστοποιούσαν ότι αδυνατούν να κάνουν έστω και μία εβδομάδα διακοπών.
Το 2024 η ΕΛΣΤΑΤ ανακοινώνει τα στοιχεία που αφορούν την παιδική φτώχεια. Μαθαίνουμε ότι το 27,9% των παιδιών έως 17 ετών βρίσκονται αντιμέτωπσα με το φάσμα της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού.
Σε έρευνα της Eurostat για το ίδιο έτος έδειξε ότι το 33,6% των παιδιών στην Ελλάδα βίωναν υλική στέρηση, “επίδοση” που κατέτασσε την Ελλάδα στην πρώτη θέση του σχετικού πίνακα.
Το 2025 ανεβαίνει ακόμη περισσότερο το ποσοστό υλικής στέρησης και φτάνει από το 14% στο 14,9%.
Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι υψηλότερος στην περίπτωση των παιδιών ηλικίας 17 ετών και κάτω (29,6%), αυξημένος σε σχέση με το 2024 (27,9%).
Από όλα τα παραπάνω εξάγονται τρία βασικά συμπεράσματα:
- Παρά τους ρυθμούς ανάπτυξης η φτώχεια δεν μειώνεται. Αυτό καταγράφεται σε όλες τις στατιστικές.
- Η φτώχεια δεν αφορά μόνο τους ανέργους ή όσους δεν μπορούν να δουλέψουν για διάφορους λόγους αλλά και εργαζόμενους.
- Η στεγαστική κρίση γίνεται κοινωνικός επιταχυντής της φτώχειας αφού το κόστος των ενοικίων διαρκώς ανεβαίνει, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Άρα, παρά τη σαφή μείωση της ανεργίας και τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών δεικτών, εκατομμύρια πολίτες συνέχισαν να ζουν υπό το βάρος της ακρίβειας, της στεγαστικής πίεσης και της αδυναμίας κάλυψης βασικών αναγκών.
Η άνοδος τoυ αριθμού φτώχων εργαζόμενων, η επιδείνωση της παιδικής στέρησης και η αύξηση των νοικοκυριών που δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή διαβίωση αποτυπώνουν μια κοινωνία που παραμένει ευάλωτη.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat καταγράφουν όχι μόνο οικονομικές ανισότητες, αλλά και μια βαθύτερη κρίση καθημερινότητας.
Αυτά, για να έχουμε μία όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστη εικόνα για την οικονομική κατάσταση στη χώρα τα τελευταία τρία χρόνια.