Βενιζέλος: Η Ελλάδα θα πρέπει να προχωρήσει στην οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και να αναλάβει πρωτοβουλίες

 Βενιζέλος: Η Ελλάδα θα πρέπει να προχωρήσει στην οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και να αναλάβει πρωτοβουλίες
💡 AI Summary by Libre

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος τόνισε την ανάγκη για επανεξέταση της σχέσης πολιτικού συστήματος, κοινωνίας και θεσμών μετά την οικονομική κρίση και τα μνημόνια.

Η κοινωνία εμφανίζεται ανασφαλής και καχύποπτη, ενώ η έννοια της «επιστροφής στην κανονικότητα» θεωρείται ασαφής και μη αποδεκτή από την κοινή γνώμη.

Υπογράμμισε την ανάγκη νέου κοινωνικού συμβολαίου και θεσμικών αλλαγών χωρίς απαραίτητα συνταγματική αναθεώρηση, επισημαίνοντας την υπερσυγκέντρωση εξουσίας σε πρόσωπα.

Στην εξωτερική πολιτική, ζήτησε ενεργό συμμετοχή σε διεθνή σχήματα, διατήρηση ελέγχου στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και εθνική συναίνεση για τα κρίσιμα ζητήματα.

Tην ανάγκη για μια σοβαρή επανεξέταση της σχέσης πολιτικού συστήματος, κοινωνίας και θεσμών, αλλά και για έναν νέο συλλογικά αποδεκτό ορισμό της μεταμνημονιακής κανονικότητας, ανέδειξε ο Ευάγγελος Βενιζέλος στο πλαίσιο του ετήσιου Συνεδρίου με τίτλο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας», που διοργανώνει ο Κύκλος Ιδεών σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.

Αφετηρία της παρέμβασής του αποτέλεσε η πανελλαδική έρευνα κοινής γνώμης της Metron Analysis, την οποία χαρακτήρισε «εύγλωττη», καθώς -όπως είπε- αποτυπώνει μια κοινωνία ανασφαλή, δυσαρεστημένη, φοβισμένη και έντονα καχύποπτη απέναντι στο πολιτικό αφήγημα που επιχειρείται να της επιβληθεί.

Κατά τον κ. Βενιζέλο, «τα ευρήματα της έρευνας δεν περιγράφουν απλώς ένα συγκυριακό κλίμα κοινωνικής δυσφορίας, αλλά ένα βαθύτερο και πιο σύνθετο πρόβλημα πολιτικής και κοινωνικής αντιπροσώπευσης».

Όπως σημείωσε, «η Ελλάδα δεν έχει ποτέ, μετά την οικονομική κρίση, ανοίξει πραγματικά μια σοβαρή δημόσια συζήτηση για το κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα της μνημονιακής περιόδου. Δεν έχει εξεταστεί σε βάθος πώς μεταβλήθηκε η κοινωνική διαστρωμάτωση, πώς επηρεάστηκαν οι προσδοκίες των πολιτών, πώς αναδιαμορφώθηκαν οι σχέσεις εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα».

Υποστήριξε ότι η έννοια της «επιστροφής στην κανονικότητα» παραμένει ασαφής και ενδεχομένως παραπλανητική, εφόσον δεν μπορεί να σημαίνει επιστροφή σε μια προηγούμενη κατάσταση που οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία. Σε κάθε περίπτωση η κοινή γνώμη δεν αποδέχεται ότι επανήλθαμε στην κανονικότητα

Έθεσε με έμφαση το ζήτημα ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, λέγοντας ότι «οι πολίτες αναζητούν ένα νέο πλαίσιο σχέσης με το κράτος, την οικονομία και τους θεσμούς». Αναφερόμενος στα πορίσματα της έρευνας, έκανε λόγο για «καταθλιπτική» εικόνα, τονίζοντας ότι η κοινωνία δεν πείθεται πως οι θεσμικοί μηχανισμοί λειτουργούν με τρόπο που διασφαλίζει την απονομή δικαιοσύνης.

Στο πλαίσιο αυτό, στάθηκε στην αμφιβολία που καταγράφεται γύρω από υποθέσεις, όπως οι υποκλοπές, τα Τέμπη και ο ΟΠΕΚΕΠΕ. «Η κοινωνία πρέπει να πείθεται ότι κινείται μία διαδικασία, ένας θεσμικός μηχανισμός κι όπως φαίνεται δεν πείθεται κανείς», είπε και πρόσθεσε ότι δικαιώνεται δική του παλαιότερη εκτίμηση πως «η χώρα είναι πολύ δύσκολα διακυβερνήσιμη», προσθέτοντας χαρακτηριστικά ότι «υφέρπει ένας βρασμός».

Η συζήτηση επεκτάθηκε και στη συνταγματική αναθεώρηση. Σχολιάζοντας το εύρημα σύμφωνα με το οποίο σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης αντιμετωπίζει την κυβερνητική πρωτοβουλία με δυσπιστία, ο κ. Βενιζέλος υποστήριξε ότι αυτό επιβεβαιώνει τη δική του εκτίμηση πως η σχετική συζήτηση έχει προσχηματικό χαρακτήρα. Όπως ανέφερε, πολλές από τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές μπορούν να γίνουν χωρίς αλλαγή του Συντάγματος. «Ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησης του», τόνισε .

Ερωτηθείς για τη συζήτηση γύρω από τη Δικαιοσύνη και την έννοια της «τοξικότητας», σημείωσε ότι το ζήτημα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, καθώς διεθνώς η δικαστική εξουσία με τις αποφάσεις της παράγει πολιτικά αποτελέσματα και ασκεί έμμεση πολιτική επιρροή. Ωστόσο, επεσήμανε ότι στην ελληνική περίπτωση το πρόβλημα συνδέεται και με την αίσθηση υπερσυγκέντρωσης εξουσίας, «όχι απλώς σε ένα κόμμα αλλά σε ένα πρόσωπο», κάτι που -όπως είπε- «αλλοιώνει τον πολιτικό πολιτισμό της χώρας».

Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής ασφάλειας, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα πρέπει να συμμετέχει ενεργά και πολυδιάστατα σε όλα τα διεθνή σχήματα συνεργασίας, αλλά -όπως είπε- δεν πρέπει σε καμία περίπτωση από ελληνικής πλευράς να χαθεί ο έλεγχος του ρυθμού στις ελληνοτουρκικές σχέσεις που δεν μπορεί να εκχωρηθεί σε οποιοδήποτε τρίτο.

Συνεχίζοντας αναφέρθηκε στη σημερινή εικόνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

«Μετά από το 2023, έχουμε μια νέα φάση. Τη διακήρυξη των Αθηνών, τα ήρεμα νερά, τη μείωση των παραβάσεων και παραβιάσεων, τα αεροναυτικά μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, τα οποία λειτουργούν, και αυτό καταλήγει σε μια νέα όξυνση που παίρνει και τη μορφή μιας νομοθετικής δήλωσης που στην πραγματικότητα θέτει ένα ακόμη ζήτημα και επιβαρύνει την ατμόσφαιρα. Το να απαντήσουμε όπως απαντάμε είναι αυτονόητο» είπε και τόνισε πως η Ελλάδα θα πρέπει να προχωρήσει κατά το διεθνές δίκαιο στην οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και να αναλάβει πρωτοβουλίες ενώ επεσήμανε την ανάγκη του διαλόγου και της συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

«Μπορούμε να προωθήσουμε μια εξωτερική πολιτική την οποία δεν την αποδέχεται η ελληνική κοινωνία, ή κάποια κόμματα τη μετατρέπουν σε εθνικολαϊκιστικό επιχείρημα; Σε επιχείρημα που ευτελίζει την έννοια του πατριωτισμού γιατί ο πατριωτισμός θέλει συγκεκριμένα αποτελέσματα τα οποία να αφορούν τη χώρα την ιστορία της την ασφάλειά της τον συσχετισμό των δυνάμεων την οικονομική της ισχύ. Ποιος θα είχε την ευθύνη να διοργανώσει τον διάλογο αυτό να επιδιώξει συναινέσεις να εγγυηθεί στην αντιπολίτευση ότι συζητάνε σοβαρά και με αλληλοκατανόηση, συζήτηση που θα δημιουργήσει εθνική συναίνεση για να πορευτούμε σε συσχετισμούς οι οποίοι είναι άγνωστοι;» διερωτήθηκε για να δώσει ο ίδιος την απάντηση.

Άσκησε επίσης κριτική στη λογική προσωποκεντρικής διαχείρισης κρίσεων, λέγοντας ότι «δεν πρέπει να καλλιεργείται μια αλαζονική και ανιστόρητη αντίληψη σύμφωνα με την οποία όλα κρίνονται από ένα πρόσωπο που θα σηκώσει το τηλέφωνο». Και έθεσε το ερώτημα: «Ποιον θα πάρει τηλέφωνο ο έλληνας πρωθυπουργός; Ποιο θα είναι το πρώτο δικό του τηλεφώνημα σε περίπτωση κρίσης;»

Σχετικά Άρθρα