Αλέξης Χαρίτσης: Από τις ενεργειακές φαντασιώσεις στην ενεργειακή δημοκρατία

Αλέξης Χαρίτσης: Από τις ενεργειακές φαντασιώσεις στην ενεργειακή δημοκρατία
💡 AI Summary by Libre

Η ελληνική ενεργειακή πολιτική χαρακτηρίζεται από αστάθεια και μετατοπίσεις ανάλογα με τα διεθνή συμφέροντα, χωρίς σαφή και συνεκτική εθνική στρατηγική.

Οι εξορύξεις υδρογονανθράκων προβάλλονται γεωπολιτικά και οικονομικά, αλλά τα οφέλη παραμένουν αβέβαια και το περιβαλλοντικό ρίσκο δημόσιο, με μεγάλους επενδυτές να αποχωρούν.

Η Ελλάδα στοχεύει να γίνει ενεργειακός κόμβος μέσω διαμετακόμισης φυσικού αερίου, χωρίς όμως να αποκτά έλεγχο στην παραγωγή ή την ενεργειακή ασφάλεια.

Η πυρηνική ενέργεια επανέρχεται ως «συμπληρωματική» λύση, αλλά η τεχνολογία δεν είναι ώριμη ούτε άμεσα διαθέσιμη, και διατηρεί ενεργειακές εξαρτήσεις από λίγα κράτη.

Η κυβερνητική αφήγηση στην ενεργειακή πολιτική είναι ότι η Ελλάδα αναβαθμίζεται γεωπολιτικά στην Ανατολική Μεσόγειο και την Νοτιοανατολική Ευρώπη. Υπάρχει όμως πράγματι συνεκτική εθνική ενεργειακή στρατηγική ή πρόκειται για γεωπολιτική φαντασίωση με ενεργειακές προεκτάσεις;

Toυ Αλέξη Χαρίτση, βουλευτή Μεσσηνίας της Νέας Αριστεράς

6489215
Αλέξης Χαρίτσης, βουλευτής Μεσσηνίας της Νέας Αριστεράς

Η ελληνική ενεργειακή πολιτική τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζεται από μια εντυπωσιακή αστάθεια: για το ενεργειακό μείγμα που επιδιώκει η χώρα, για τους στόχους της επόμενης δεκαετίας, για τα εργαλεία υλοποίησής τους. Η ενεργειακή πολιτική μοιάζει να μεταβάλλεται κάθε φορά που αλλάζουν οι διεθνείς ισορροπίες και τα συμφέροντα που ασκούν πίεση. Από τη, χωρίς σχέδιο και κοινωνικό πρόσημο, απολιγνιτοποίηση περάσαμε στην μονομερή πριμοδότηση του φυσικού αερίου, και από τη δογματική επιβεβαίωση των επιδιώξεων του λόμπι ορυκτών καυσίμων – που αμφισβητεί ευθέως την κλιματική κρίση – στην πρόθεση για νέα εξάρτηση από την πυρηνική ενέργεια.

Αυτή η διαρκής μετατόπιση δεν συνιστά στρατηγική αλλά μια πολιτική προσαρμογής «όπου φυσάει ο άνεμος» των διεθνών συσχετισμών.

Η επαγγελία των ανεύρετων υδρογονανθράκων

Οι εξορύξεις υδρογονανθράκων επανήλθαν, μετά την επανεκλογή Τραμπ και το περίφημο «Drill, baby, drill», ως «εθνικό ενεργειακό στοίχημα». Στην ουσία πρόκειται για μια επιλογή που δεν στηρίζεται τόσο σε ενεργειακά δεδομένα όσο σε μια τριπλή πολιτική αφήγηση: γεωπολιτική, οικονομική και ιδεολογική.

Γεωπολιτικά,  οι εξορύξεις παρουσιάζονται ως εργαλείο ενίσχυσης της ελληνικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση ελπίζει ότι το ενδιαφέρον μιας αμερικανικής πετρελαϊκής πολυεθνικής θα λειτουργήσει ως έμμεση εγγύηση για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και την ΑΟΖ, η οποία αμφισβητείται ευθέως από το τουρκολιβυκό σύμφωνο. Ξένα επιχειρηματικά συμφέροντα ως υποκατάστατο εξωτερικής πολιτικής ή ως εγγύηση γεωπολιτικής ασφάλειας.

Οικονομικά, η υπόσχεση μεγάλων εσόδων για τη χώρα παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη. Ακόμη και αν βρεθούν οικονομικά αξιοποιήσιμα κοιτάσματα, τα δημόσια έσοδα καθορίζονται από το μέγεθος των κοιτασμάτων, το κόστος εξόρυξης και κυρίως τις διεθνείς τιμές ενέργειας. Δηλαδή, τα μισθώματα και οι φόροι εξαρτώνται από τη δηλούμενη κερδοφορία. Το οικονομικό όφελος είναι ασαφές, ενώ το περιβαλλοντικό ρίσκο παραμένει δημόσιο.

Η εμπειρία των τελευταίων ετών είναι ενδεικτική. Μεγάλοι διεθνείς ενεργειακοί όμιλοι – «στρατηγικοί επενδυτές» εγκατέλειψαν ελληνικά θαλάσσια οικόπεδα πριν καν ξεκινήσει ερευνητική δραστηριότητα. TotalEnergies και Repsol αποχώρησαν (2020-2022), διαψεύδοντας την αφήγηση ότι η Ελλάδα βρίσκεται στο κατώφλι μιας μεγάλης ενεργειακής ανακάλυψης.

Ενεργειακά, οι εξορύξεις δεν αποτελούν λύση για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας. Ακόμη και αν υπάρξουν κοιτάσματα, η Ελλάδα δεν αποκτά προνομιακή πρόσβαση σε φθηνή ενέργεια αφού οι τιμές για τους καταναλωτές δεν καθορίζονται από την εθνικότητα του κοιτάσματος αλλά από τις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Η Ελλάδα ήδη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το φυσικό αέριο, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη στις διεθνείς αυξήσεις τιμών. Οι εξορύξεις δεν μειώνουν αυτή την εξάρτηση — την επεκτείνουν.

Στην ουσία, η χώρα μένει καθηλωμένη σε ένα ενεργειακό μοντέλο, εξαρτημένο από διεθνείς κρίσεις και γεωπολιτικές εντάσεις, ασύμβατο με τις δεσμεύσεις για το κλίμα. Η αναβάθμιση των εξορύξεων σε «εθνικό στοίχημα» συνδέεται λιγότερο με μια ρεαλιστική ενεργειακή στρατηγική και περισσότερο με τη μετατόπιση του διεθνούς πολιτικού κλίματος και την ενίσχυση της επιρροής των λόμπι των ορυκτών καυσίμων, που στόχο έχουν την καθυστέρηση της ενεργειακής μετάβασης ώστε η εξάρτηση από το φυσικό αέριο να καταστεί αναπόφευκτη για τις επόμενες δεκαετίες.

Ο μύθος του «ενεργειακού κόμβου»

Ο διακηρυγμένος περιορισμός της εξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο δεν ταυτίστηκε με τον στόχο της ενεργειακής αυτονομίας, αλλά με την υποκατάσταση της εξάρτησης από αμερικανικό LNG. Η κυβέρνηση της ΝΔ είδε έναν νέο ρόλο για τη χώρα: να γίνει πύλη αμερικανικής διείσδυσης στις αγορές της Ανατολικής Ευρώπης.

Ο λεγόμενος «Κάθετος Διάδρομος», που υποτίθεται ότι θα αναβάθμιζε τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας, δεν συγκέντρωσε εμπορικό ενδιαφέρον, γεγονός που δείχνει τα πραγματικά του όρια. Ακόμα όμως και αν υπήρχε ενδιαφέρον, «ενεργειακός κόμβος» σ’ αυτή την περίπτωση δεν θα σήμαινε ενεργειακή ισχύ αλλά διαμετακόμιση. Η Ελλάδα στοχεύει ουσιαστικά να λειτουργεί ως πέρασμα μεταφοράς φυσικού αερίου, ως μεταπράτης ενέργειας δηλαδή· ένας ενδιάμεσος κρίκος στις διεθνείς ενεργειακές ροές, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο στην παραγωγή, στις τιμές ή στην ενεργειακή της ασφάλεια.

Η κυβέρνηση αναζητώντας μάταια γεωπολιτική ορατότητα, μετατοπίζει την ενεργειακή πολιτική από το βασικό ζητούμενο: φθηνή, ασφαλή και σταθερή καθαρή ενέργεια για τη χώρα.

Η ξαφνική «επιστροφή» της πυρηνικής ενέργειας

Ξαφνικά η πυρηνική ενέργεια, μια επικίνδυνα αμφίβολη επιλογή, επανεμφανίζεται στο προσκήνιο με ένα επιχείρημα παραπλανητικό.

Ο πρωθυπουργός μιλάει για «συμπληρωματική» πηγή στα κενά του ενεργειακού συστήματος, όταν οι ανανεώσιμες πηγές δεν επαρκούν.  Οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες δεν συνιστούν κατ’ αρχάς ώριμη τεχνολογία.  Ακόμη κι αν ήταν, όμως, χρειάζονται τουλάχιστον μία δεκαετία για να σχεδιαστούν, να αδειοδοτηθούν και να κατασκευαστούν. Μια τεχνολογία μη διαθέσιμη πριν το 2035, δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως λύση για την ενεργειακή μετάβαση που εξελίσσεται σήμερα.

Επιπρόσθετα, η πυρηνική ενέργεια δεν μειώνει την ενεργειακή εξάρτηση μιας χώρας· απλώς τη μεταφέρει. Απαιτεί εξειδικευμένη τεχνολογία που ελέγχεται από περιορισμένο αριθμό κρατών και βιομηχανιών, πυρηνικά καύσιμα που εξορύσσονται σε λίγες περιοχές του κόσμου και μακροχρόνιες συμβάσεις τεχνολογικής και βιομηχανικής εξάρτησης από χώρες όπως η Γαλλία, που επιδιώκουν να δημιουργήσουν νέες αγορές για τις τεχνολογίες τους.

Γιατί, λοιπόν, μια χώρα με ένα από τα υψηλότερα επίπεδα ηλιακού και αιολικού δυναμικού στην Ευρώπη συζητά την εισαγωγή μιας από τις πιο ακριβές και τεχνολογικά εξαρτημένες μορφές ενέργειας; Η απάντηση βρίσκεται στην απουσία  ενεργειακής στρατηγικής.

Τα πραγματικά προβλήματα της ενεργειακής μετάβασης

Η μεταβλητότητα των ΑΠΕ είναι πλέον διαχειρίσιμη με έξυπνα δίκτυα, αποθήκευση ενέργειας και ψηφιακά εργαλεία. Τα πραγματικά εμπόδια της ενεργειακής μετάβασης στην Ελλάδα δεν είναι τεχνολογικά, αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών:

Απαρχαιωμένο δίκτυο. Η αναβάθμιση του δικτύου δεν έγινε ποτέ επενδυτική προτεραιότητα (πχ. στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης) ενώ η υπογειοποίηση προχωρά με πολύ αργούς ρυθμούς, με  αποτέλεσμα σημαντικές ποσότητες καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας να χάνονται επειδή το δίκτυο δεν μπορεί να τις απορροφήσει ή να τις μεταφέρει εκεί όπου υπάρχει ζήτηση.

Χαμηλή έμφαση στην αποθήκευση. Η φθηνή ενέργεια που παράγεται σε περιόδους υψηλής παραγωγής δεν μπορεί να αξιοποιείται αργότερα, διατηρώντας την εξάρτηση από μονάδες φυσικού αερίου.

Απουσία σύγχρονου χωροταξικού πλαισίου για τις ΑΠΕ ώστε η ανάπτυξη έργων να μην είναι αποσπασματική, περιβαλλοντικά κακοποιητική και σε συγκρούσεις με τοπικές κοινωνίες. Η περιφέρεια πληρώνει με κατεστραμμένο τοπίο και ενεργειακή φτώχεια, ενώ τα κέρδη συγκεντρώνονται αλλού.

Η ενεργειακή παραγωγή είναι πρωτίστως ζήτημα εξουσίας: ποιος παράγει την ενέργεια και ποιος ελέγχει τα οφέλη της.

Στην εποχή της ενεργειακής πολιτειότητας (energy citizenship), που oι πολίτες δεν είναι απλώς καταναλωτές αλλά συμμετέχουν στην παραγωγή,  στην Ελλάδα η πρόσβαση των ενεργειακών κοινοτήτων στο δίκτυο και στην αγορά παραμένει περιορισμένη. Η χωρητικότητα των δικτύων δεσμεύεται από πέντε μεγάλους ενεργειακούς ομίλους. Γι’ αυτό η ενεργειακή μετάβαση παραμένει διαδικασία συγκέντρωσης ισχύος αντί για διαδικασία εκδημοκρατισμού και αποκέντρωσης της παραγωγής προς το συμφέρον της κοινωνίας.

Από τις ενεργειακές φαντασιώσεις στην ενεργειακή στρατηγική

Η στιγμή δεν είναι ουδέτερη. Βρισκόμαστε μπροστά σε επιλογές ζωτικής σημασίας για τη χώρα, τόσο στην ενέργεια όσο και στη γεωπολιτική. Και η κυβέρνηση φαίνεται να επιλέγει το πιο επικίνδυνο μονοπάτι: ενεργειακή εξάρτηση και γεωπολιτική υποτέλεια.

Καμία από αυτές τις επιλογές δεν απαντά στο βασικό πρόβλημα της χώρας, την ανάγκη για φθηνή, σταθερή και ασφαλή  καθαρή ενέργεια. Η πραγματική ενεργειακή στρατηγική, η ενεργειακή ασφάλεια και μια πραγματικά βιώσιμη ενεργειακή μετάβαση βρίσκονται αλλού: στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στα σύγχρονα δίκτυα, στην αποθήκευση ενέργειας και στην ενεργειακή δημοκρατία.

Σχετικά Άρθρα