Ενοίκια-“φωτιά” πνίγουν τα νοικοκυριά: Δεύτερη στην ΕΕ η Ελλάδα στην αύξηση τιμών-Αποκαλυπτικά στοιχεία
✨Το 2025, η Ελλάδα καταγράφει τη δεύτερη υψηλότερη αύξηση ενοικίων στην ΕΕ, με +10,1%, επηρεάζοντας σημαντικά το κόστος στέγασης στην Αθήνα.
✨Ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στην Αθήνα κοστίζει πάνω από το 70% του μέσου μισθού, καθιστώντας την αυτόνομη διαβίωση ιδιαίτερα δύσκολη για πολλούς πολίτες.
✨Η αύξηση των ενοικίων οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων, όπως ο τουρισμός, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, η μειωμένη προσφορά κατοικιών και οι ξένες επενδύσεις μέσω προγραμμάτων όπως η «Golden Visa».
✨Η στεγαστική κρίση επιβαρύνει κυρίως όσους δεν έχουν ιδιόκτητη κατοικία, δυσχεραίνοντας την πρόσβαση στην αγορά και εντείνοντας κοινωνικές και διαγενεακές ανισότητες στην Ελλάδα.
Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα αποτυπώνεται πλέον με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο στους αριθμούς. Το 2025, η χώρα μας καταγράφει τη δεύτερη υψηλότερη ετήσια αύξηση ενοικίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αγγίζοντας το +10,1% και ακολουθώντας μόνο την Κροατία.
Την ίδια στιγμή, στην Αθήνα, το κόστος στέγασης έχει εκτοξευθεί σε επίπεδα που ξεπερνούν τα όρια της οικονομικής αντοχής των πολιτών: ένα διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο απορροφά πλέον πάνω από τα δύο τρίτα του μέσου μηνιαίου εισοδήματος, ενώ για ένα μεγαλύτερο σπίτι το ποσοστό πλησιάζει σχεδόν το σύνολό του.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αυτόνομη διαβίωση μετατρέπεται σε δύσκολη εξίσωση για χιλιάδες νέους εργαζομένους, ζευγάρια και οικογένειες, αναδεικνύοντας τη στέγαση σε ένα από τα πιο πιεστικά κοινωνικά ζητήματα της εποχής.
Αυξήσεις που αποτυπώνουν το πρόβλημα
Σύμφωνα με πρόσφατο policy brief του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), με τίτλο «Τιμές κατοικιών και ενοίκια στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση», η άνοδος του κόστους στέγασης επιβαρύνει κυρίως όσους δεν διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία, δυσχεραίνει την πρόσβαση στην αγορά ακινήτων και εντείνει τις κοινωνικές και διαγενεακές ανισότητες.
Σε επίπεδο ΕΕ-27, το 2025 οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 5,5% και τα ενοίκια κατά 3,2%. Η Ελλάδα, ωστόσο, ξεχωρίζει αρνητικά, καταγράφοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ενοικίων, με +10,1%.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων: την αυξημένη ζήτηση λόγω τουρισμού και βραχυχρόνιων μισθώσεων, τη μειωμένη προσφορά νέων κατοικιών κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, την ενίσχυση των ξένων επενδύσεων —ιδίως μέσω προγραμμάτων όπως η «Golden Visa»— καθώς και την ύπαρξη σημαντικού αποθέματος κλειστών κατοικιών.
Σύμφωνα με το νέο policy brief του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), με τίτλο «Τιμές κατοικιών και ενοίκια στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση», η αύξηση του κόστους στέγασης επιβαρύνει δυσανάλογα όσους δε διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία, καθιστά δυσχερέστερη την αγορά κατοικίας και εντείνει τις κοινωνικές και διαγενεακές ανισότητες.
Με βάση τα στοιχεία της μελέτης στην ΕΕ-27, το 2025 οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 5,5% και τα ενοίκια κατά 3,2%, με την Ελλάδα να καταγράφει δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ενοικίων στην ΕΕ, με +10,1%.

Η υψηλή αύξηση στην Ελλάδα αποδίδεται σε συνδυασμό παραγόντων: την αυξημένη ζήτηση λόγω τουρισμού και βραχυχρόνιων μισθώσεων (Airbnb), την περιορισμένη προσφορά νέων κατοικιών, κατά την περίοδο της κρίσης, την εισροή ξένων επενδύσεων στην αγορά ακινήτων, κυρίως λόγω του προγράμματος Golden Visa, την ύπαρξη μεγάλου αριθμού κλειστών διαμερισμάτων και την ανάκαμψη της οικονομίας, που αυξάνει τη ζήτηση.
Από το 2000 έως το 2025, τα ενοίκια στην Ελλάδα ακολούθησαν έντονη διακύμανση: ισχυρή άνοδο πριν από την κρίση, βαθιά πτώση την περίοδο 2011–2018, στασιμότητα έως το 2021 και νέα έντονη άνοδο από το 2022.
Οι τιμές αγοράς κατοικιών στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Αθήνα, έχουν πλέον ξεπεράσει τα προ κρίσης επίπεδα, μετά από πολύ ταχεία ανάκαμψη, από το 2017 και μετά.
Σχεδόν όλος ο μισθός στο ενοίκιο
«Η επιβάρυνση των νοικοκυριών στην Αθήνα είναι πλέον δυσανάλογα υψηλή σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ, καθώς τα ενοίκια βρίσκονται σε ευρωπαϊκά επίπεδα, ενώ οι μισθοί παραμένουν αισθητά χαμηλότεροι», σημειώνεται χαρακτηριστικά.

Ειδικότερα, στην Αθήνα για παράδειγμα, το μέσο μηνιαίο ενοίκιο για διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο ανερχόταν σε €1.050 το 2024, ενώ για διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια ανερχόταν σε €1.400 και για αυτόνομη μονοκατοικία σε €3.050.
Οι τιμές αυτές είναι συγκρίσιμες με τον μέσο όρο των πρωτευουσών της ΕΕ, για διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου (€1.120) και 2 υπνοδωματίων (€1.514), αναδεικνύοντας ότι η αγορά ενοικίου στην Αθήνα κινείται σε επίπεδα αντίστοιχα με την ΕΕ.
Ωστόσο, η σχέση ενοικίου / εισοδήματος αποκαλύπτει δραματικές διαφορές ανά τύπο κατοικίας. Συγκεκριμένα, το 2024, στην Αθήνα, με τον μέσο μισθό στα 1,496€ και το ενοίκιο για ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στην Αθήνα να διαμορφώνεται στα 1,050€, αυτό σημαίνει ότι στο ενοίκιο πηγαίνει το 70,2% του μηνιαίου εισοδήματος. Για διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια, η αναλογία ανέρχεται στο 93,6%.

Αντίθετα, η αντίστοιχη αναλογία στον μέσο όρο των πρωτευουσών της ΕΕ είναι σημαντικά χαμηλότερη: 33,8% για 1 υπνοδωμάτιο και 45,6% για 2 υπνοδωμάτια. Αξίζει να υπογραμμισθεί ότι η διαφορά αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη συμπίεση των χαμηλών ελληνικών μισθών (μηνιαίος μισθός €1.496 έναντι €3.317 για τον μέσο όρο της ΕΕ), με τιμές ενοικίου σε επίπεδο συγκρίσιμο με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Η χρονική εξέλιξη αναδεικνύει την επιδείνωση της κατάστασης. Το 2015, η αναλογία ενοικίου προς εισόδημα για διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο στην Αθήνα ήταν 41,6% – μια αναλογία ήδη σχετικά υψηλή σε σύγκριση με την ΕΕ (23,7%). Ωστόσο, μετά την έντονη ανοδική πορεία των ενοικίων, η αναλογία αυτή εκτινάχθηκε στο 70,2% το 2024.
Σύνθετο πρόβλημα
Οι αιτίες πίσω από την επιδείνωση της κατάστασης είναι σύνθετες. Η εκρηκτική ανάπτυξη του τουρισμού και η διάδοση των βραχυχρόνιων μισθώσεων έχουν περιορίσει σημαντικά τη διαθεσιμότητα κατοικιών για μακροχρόνια ενοικίαση. Παράλληλα, η πολυετής οικονομική κρίση οδήγησε σε δραστική συρρίκνωση της οικοδομικής δραστηριότητας, δημιουργώντας έλλειμμα προσφοράς που εξακολουθεί να υφίσταται. Στην εξίσωση προστίθενται οι αυξημένες ξένες επενδύσεις στην αγορά ακινήτων, καθώς και προγράμματα όπως η «Χρυσή Βίζα», που ενισχύουν περαιτέρω τη ζήτηση.