Λιγοστεύουν οι σφαίρες στην (εκλογική) θαλάμη…
✨Το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ αποφάσισε να μη συγκυβερνήσει με τη Ν.Δ., επηρεάζοντας σημαντικά τους πολιτικούς συσχετισμούς πριν τις εκλογές.
✨Η Ν.Δ. πλέον επιδιώκει αυτοδυναμία στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση, καθώς δεν υφίσταται εναλλακτικός κυβερνητικός εταίρος μετά το "όχι" του ΠΑΣΟΚ.
✨Το ΠΑΣΟΚ προχωρά αυτόνομο, με κίνδυνο διάσπασης αν δεν επιτύχει υψηλή εκλογική θέση ή πρωτιά στις εκλογές.
✨Σε συνθήκες έντονης πόλωσης και κοινωνικών προκλήσεων, ο αντισυστημισμός μπορεί να αυξηθεί, επηρεάζοντας την πολιτική σταθερότητα μετά τις εκλογές.
Το “όχι” σε συγκυβέρνηση με τη Ν.Δ κάτω από οιαδήποτε μετεκλογική συνθήκη που αποφάσισε το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ επιδρά ήδη στους πολιτικούς συσχετισμούς στην πορεία προς τις επόμενες εκλογές. Αναμενόμενο. Μέχρι πρόσφατα και παρά τις σχετικές διεβεβαιώσεις του Νίκου Ανδρουλάκη και άλλων κορυφαίων στελεχών είχε “φωλιάσει” η υποψία ότι το κόμμα που συγκυβέρνησε με τον Αντώνη Σαμαρά θα μπορούσε να το επαναλάβει υπό τον κίνδυνο πολιτικής αστάθειας.
Τις αμφισημίες κάποιων στο ΠΑΣΟΚ εκμεταλεύτηκαν, μάλιστα, υπουργοί και γαλάζιοι βουλευτές ( Γεωργιάδης, Λαζαρίδης, Καιρίδης, Κατσαφάδος κ.ά) που μιλούσαν για τον “προτιμητέο (κυβερνητικό) εταίρο” σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας. Κάτι τέτοιο, πλέον, δεν υπάρχει ή, έστω, δεν μπορεί να το επικαλείται κανείς. Ήδη τα κυβερνητικά στελέχη πιέζουν τα αντίστοιχα του ΠΑΣΟΚ στα τηλεοπτικά πάνελ με ένα νέο (εύλογο) ερώτημα: “αφού δεν θα συγκυβερνήσετε μαζί μας, τότε θα το κάνετε με εκείνους που σας αποκαλούσαν “γερμανοτσολιάδες”, δηλαδή τον Τσίπρα, τον ΣΥΡΙΖΑ, την Κωνσταντοπούλου και τον Βελόπουλο;”.
Αν, όμως, το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ είναι με ποιούς θα συνεργαστεί εφόσον ευοδωθεί ο στόχος για νίκη “έστω και με μία ψήφο”, το πρόβλημα για τη Ν.Δ είναι πιά πώς δεν φαίνεται στον ορίζοντα κάποιος δυνητικός κυβερνητικός εταίρος σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας. Ως πιθανότητα, το γνωρίζαμε, τώρα, ωστόσο, μετά το “όχι” του ΠΑΣΟΚ, αποτελεί βεβαιότητα.
Στο Μέγαρο Μαξίμου το κατανόησαν και έσπευσαν να υιοθετήσουν τώρα την “στρατηγική της μιας κάλπης”. Πρακτικά αυτό σημαίνει πώς η αυτοδυναμία δεν είναι πιά ο κεντρικός στόχος αλλά ο μοναδικός στόχος. Κι’ όχι, μάλιστα, στόχος που υπάρχει η ευχέρεια να γίνει εφικτός έστω σε μία δεύτερη ή και τρίτη εκλογική αναμέτρηση, αλλά στην πρώτη και “φαρμακερή”.
Λογικό. Εάν η κυβέρνηση αφήσει να αιωρείται κάτι τέτοιο είναι πιθανό πολλοί δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι της Ν.Δ (περίπου ένα εκατ. από αυτούς δεν πήγαν να ψηφίσουν στις ευρωεκλογές) να σκεφτούν να στείλουν μήνυμα δυσφορίας στην πρώτη κάλπη κρατώντας τη δυνατότητα να “διορθώσουν” την επιλογή τους στην δεύτερη ή την τρίτη ανάλογα με τις εξελίξεις.
Όμως, ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη αναμέτρηση πολλά μπορεί να συμβούν. Ο πολιτικός χάρτης θα έχει διαμορφωθεί με τρόπο που δύσκολα μπορούμε σήμερα να προβλέψουμε, νέα κόμματα και νέοι συσχετισμοί θα έχουν προκύψει, πολιτικά και εξωπολιτικά κέντρα πιθανώς να μην μείνουν απλοί παρατηρητές, ακόμα και αναταράξεις στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος ενδέχεται να υπάρξουν.
Άρα, ο πρωθυπουργός έχει μία (εκλογική) σφαίρα στη θαλάμη ακόμα κι αν θεωρητικά υπάρχουν κι’ άλλες πάνω στο τραπέζι. Είναι αμφίβολο εάν μπορέσει να τις χρησιμοποιήσει.
Η Ν.Δ πορεύεται προς τις κάλπες μόνη της, χωρίς την εναλλακτική μιας κυβέρνησης συνεργασίας εφόσον το εκλογικό σώμα δείξει προς αυτή την κατεύθυνση. Μόνο του και αυτόνομο πορεύεται και το ΠΑΣΟΚ, με τον κίνδυνο, μάλιστα, εάν δεν επιτύχει αποτέλεσμα κοντά στον στόχο του για πρωτιά, ή, ακόμα περισσότερο, εάν δεν καταταγεί δεύτερο, να αγγίξει τα όρια της διάσπασης. Το δε κόμμα Τσίπρα έχει μπροστά του πολύ δρόμο για να πείσει ότι εκφράζει πράγματι κάτι νέο με εφικτή προγραμματική πρόταση διακυβέρνησης.
Σε συνθήκες, τέλος, ακραίας πόλωσης και με όσα είναι πιθανό να προκύψουν από τις μεγάλες εσωτερικές δικαστικές εκκρεμότητας (Τέμπη, παρακολουθήσεις, ΟΠΕΚΕ), αλλά και με το “τέρας” της ακρίβειας να δείχνει περισσότερο τα δόντια του, ο αντισυστημισμός ενδέχεται να διογκωθεί και να ναρκοθετήσει την επόμενη μέρα μετά τις εκλογές.