“Καταλληλότητα πρωθυπουργού” και… ακαταλληλότητα

 “Καταλληλότητα πρωθυπουργού” και… ακαταλληλότητα
💡 AI Summary by Libre

Οι δημοσκοπικοί δείκτες "καταλληλότητας πρωθυπουργού" και "παράστασης νίκης" συνήθως επιβεβαιώνουν τα εκλογικά αποτελέσματα, παρά τις αμφιβολίες για την πρόθεση ψήφου.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί σαφές προβάδισμα στην καταλληλότητα έναντι της αντιπολίτευσης, με τον Αλέξη Τσίπρα να υστερεί σημαντικά, χωρίς να υπάρχει εναλλακτική προσωπικότητα.

Η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη και αδύναμη να απειλήσει τη Νέα Δημοκρατία, η οποία αναμένεται να κερδίσει με διαφορά και να διεκδικήσει τρίτη θητεία.

Η πιθανή συσπείρωση της κεντροαριστεράς θα μπορούσε να βελτιώσει τη θέση της αντιπολίτευσης, με τον Τσίπρα να εμφανίζεται πιο "καταλληλός" σε σύγκριση με άλλους αντιπάλους.

Ακόμα κι αν αρκετοί αμφισβητούν -ίσως όχι άδικα- την αναγωγή της Πρόθεσης Ψήφου στην Εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος με κατανομή των αναποφάσιστων, οι δημοσκόποι λένε ότι οι δείκτες της “καταλληλότητας πρωθυπουργού” και της “παράστασης νίκης” σπανίως διαψεύδονται. Θέσφατα δεν είναι, ωστόσο όταν επιμένει η τάση για μεγάλο χρονικό διάστημα και εάν οι διαφορές είναι χαώδεις είναι λάθος να υποτιμώνται, ακόμα κι αν στο εκλογικό σώμα υφέρπουν το αίτημα για “πολιτική αλλαγή” και δυσαρέσκεια για τους εκάστοτε κυβερνώντες.

Μία σύντομη αναδρομή στην δημοσκοπική ιστορία μάλλον το επιβεβαιώνει, παρότι ο κανόνας, όπως κάθε κανόνας, έχει μικρές εξαιρέσεις.

Λίγο πριν τις εκλογές του 2000, ορισμένες μετρήσεις (όπως της MRB και της V-PRC) έδειχναν τον Κώστα Καραμανλή να προηγείται ελαφρώς ή να ισοβαθμεί με τον Κώστα Σημίτη στην καταλληλότητα. Ο ανταγωνισμός των δύο στον δείκτη της “καταλληλότητας” επιβεβαιώθηκε στις εκλογές με το γνωστό θρίλερ που έφερνε τη Ν.Δ πρώτη, μερικές ώρες πριν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, αλλά την κάλπη να διαψεύδει ακόμα και τα exit polls.

Την περίοδο 2000-2004 ο Κώστας Σημίτης διατηρούσε συνεχώς το προβάδισμα στην “καταλληλότητα” έναντι του Κώστα Καραμανλή. Για παράδειγμα, στις μετρήσεις του Ιανουαρίου του 2002 ο τότε πρωθυπουργός –μέσα στον οίστρο της προετοιμασίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες– “έγραφε” περίπου 34% έναντι 22% του πολιτικού του αντιπάλου. Μόνο στα τέλη του 2003 η κατάταξη άλλαξε και ο Καραμανλής τον προσπέρασε, αναγκάζοντάς τον τότε, προ της βέβαιης εκλογικής ήττας, να παραδώσει την ηγεσία στον Γ. Παπανδρέου. Τελικά, η Ν.Δ νίκησε το ΠΑΣΟΚ τον Μάρτιο του 2004.

Στην πενταετία που ο Καραμανλής ήταν πρωθυπουργός είχε διαρκώς σημαντικό προβάδισμα ως “καταλληλότερος πρωθυπουργός” και μόνο τον Ιανουάριο του 2008 η διαφορά του από τον Παπανδρέου μειώθηκε στις 9 μονάδες (50%-41%). Μόνο στην τελική ευθεία για τις εκλογές του 2009, και με την κυβέρνηση Καραμανλή να καταρρέει εν μέσω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και με την Ελλάδα ένα βήμα πριν την χρεοκοπία, ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ πήρε το προβάδισμα, κάτι που καταγράφηκε στις κάλπες.

Ως εξαίρεση θεωρείται η μάχη Σαμαρά- Τσίπρα τον Ιανουάριο του 2015, με τον πρώτο να κρατάει σχεδόν μέχρι τέλους προβάδισμα (44%-36%) στην “καταλληλότητα” αλλά να χάνει κατά κράτος τις εκλογές.

Από το 2016 –όταν ανέλαβε την ηγεσία της Ν.Δ– και μετά, ο Μητσοτάκης καταγράφεται πρώτος στον συγκεκριμένο δημοσκοπικό δείκτη, με τον Τσίπρα να υπολείπεται κατά 5 έως 10 μονάδες και τον “Κανένα” να σκαρφαλώνει πάνω από το 30%. Η τάση υπέρ του πρώτου επιβεβαιώθηκε στις εκλογές του 2019.

Ως εκ τούτου, η τάση συνήθως επιβεβαιώνεται ακόμα κι όταν η διαφορά μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου είναι μικρότερη από δέκα μονάδες.

Πάμε στα πρόσφατα: σε όλες τις μετρήσεις εδώ και μήνες, ο Μητσοτάκης είναι πρώτος στην “καταλληλότητα” και ανταγωνίζεται μόνο τον “Κανένα”. Κωνσταντοπούλου, Βελόπουλος και Ανδρουλάκης ακολουθούν με ποσοστά δραματικά υποπολλαπλάσια.

Ειδικά ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης απέχει από τον πρωθυπουργό πάνω από 25 ποσοστιαίες μονάδες. Η σύγκριση είναι χαώδης, κι αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ, περισσότερο κι από το ποσοστό του στην Εκτίμηση Ψήφου που παραμένει κολλημένο στο 13-14% σε απόσταση περίπου 15 ποσοστιαίων μονάδων από τη Ν.Δ.

Αναμφίβολα, ο Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων και δείχνει να μπορεί να αξιοποιεί ευκαιρίες, όπως έκανε με την ακαριαία αντίδρασή του να στείλει φρεγάτες και F16 στην Κύπρο μόλις ξέσπασε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Κάτι που ενθουσίασε το εκλογικό του ακροατήριο και προκάλεσε “συσπείρωση γύρω από τη σημαία” και δημοσκοπική άνοδο περίπου 2,5 μονάδες.

Από την άλλη, η αντιπολίτευση είναι κατακερματισμένη και κανένα κόμμα δεν φαίνεται να μπορεί να απειλήσει την πρωτοκαθεδρία της Ν.Δ, παρότι απέχει από ποσοστό αυτοδυναμίας και οι πολίτες δυσφορούν για την ακρίβεια και τα σκάνδαλα. Ο κατακερματισμός ενισχύεται έτι περαιτέρω επειδή δεν υπάρχει προσωπικότητα στην αντιπολίτευση που να προβάλλεται ως εναλλακτική λύση για την πρωθυπουργία.

Εφόσον αυτή η τάση συνεχιστεί το επόμενο διάστημα η Ν.Δ θα κόψει πρώτη το εκλογικό νήμα με σημαντική διαφορά από το δεύτερο κόμμα και ο Μητσοτάκης θα διεκδικήσει τρίτη θητεία.

Δεν είναι, λοιπόν, μόνο η αδυναμία της αξιωματικής αντιπολίτευσης να αυξήσει τα ποσοστά της, είναι και ότι δεν διαθέτει “υποψήφιο πρωθυπουργό”. Η σύμπηξη μετώπου της κεντροαριστεράς ίσως θα μπορούσε να απαντήσει σε αυτό το έλλειμμα λόγω της δυναμικής που θα δημιουργούσε η ένωση και όχι απαραίτητα επειδή κάποιος από τους αρχηγούς των κομμάτων που την απαρτίζουν θα στεκόταν ανταγωνιστικά δίπλα στον Μητσοτάκη.

Και κάπως έτσι μπαίνει στην εξίσωση ο Αλέξης Τσίπρας, όχι απαραίτητα επειδή το κόμμα που θα ιδρύσει μπορεί να νικήσει τη Ν.Δ -μάλλον απίθανο- αλλά διότι ο ίδιος φαίνεται να είναι ευκολότερο να σταθεί δίπλα στον πρωθυπουργό στον δείκτη της “καταλληλότητας” με μικρότερη δημοσκοπική διαφορά. Αν μη τι άλλων μεταξύ “ακατάλληλων” μοιάζει “καταλληλότερος”…

Σχετικά Άρθρα