Δικαιοσύνη “εν συνόλω”;
✨Η κυβέρνηση έθεσε το ερώτημα αν εμπιστευόμαστε τη Δικαιοσύνη εν συνόλω, λόγω της δικαστικής απόφασης για το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων.
✨Η εμπειρία δείχνει ότι δικαστικές αποφάσεις και λειτουργοί επηρεάζονται από μιντιακή ατμόσφαιρα, κομματικές αντιπαραθέσεις και προσωπικές φιλοδοξίες, δημιουργώντας ανάγκη κριτικής.
✨Δικαστικά συστήματα και διαδικασίες εκλογής ηγεσίας διαφέρουν, ενώ η αξιολόγηση και η κριτική δικαστικών αποφάσεων είναι αναγκαία και δικαιολογημένη από την κοινή λογική.
✨Παρά τις προσπάθειες κυβερνήσεων να επηρεάσουν τη Δικαιοσύνη, ο θεσμός παραμένει θεμελιώδης και αδιαμφισβήτητος, με λειτουργούς που καθοδηγούνται κυρίως από τη συνείδησή τους.
Η ερώτηση διατυπώθηκε από την κυβέρνηση εξ αφορμής της δικαστικής απόφασης για το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων αλλά εκ των πραγμάτων αποκτά γενικότερη υπόσταση: “εμπιστευόμαστε εν συνόλω τη Δικαιοσύνη”; Αμάρτημα καθοσιώσεως (κατά το εκ του ρωμαϊκού δικαίου crimen laesae majestatis) να υποστηρίξει κανείς το αντίθετο, ωστόσο στο παραπάνω ερώτημα το κομβικό σημείο είναι το “εν συνόλω”. Εν συνόλω ως θεσμός, ή (και) εν συνόλω όσον αφορά κάθε δικαστή και κάθε απόφαση δικαστηρίου;
Όσοι δεν διαθέτουμε σκευή νομικής γνώσης αλλά μόνο την εμπειρία και την κοινή λογική θα προβληματιστούμε σχετικά. Γιατί “εν συνόλω”; Φερ’ ειπείν, μία δικαστική απόφαση ή μία αγόρευση εισαγγελέα, ή, ακόμα περισσότερο, η παγκοίνως γνωστή και ομολογούμενη καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης δεν χρήζει κριτικής, ακόμα και αμφισβήτησης;
Από την δίκη της εγκληματικής οργάνωσης “Χρυσή Αυγή” έως αυτές των Λιγνάδη και Φιλιππίδη (με εκείνη την προκλητική και σεξιστική αμφισβήτηση εισαγγελικού λειτουργού για τα περί βιασμού) και της “Κιβωτού“, κι από την ανακριτική έρευνα για την τραγωδία των Τεμπών έως την πρωτόδικη απόφαση για τις υποκλοπές –και άλλα πολλά-, αθροίζεται ένα “σύνολο” που δεν είναι λογικό να γίνεται αποδεκτό ως τέτοιο άνευ δεύτερης σκέψης και κριτικής.
Στο κάτω κάτω της γραφής οι δικαστές είναι άνθρωποι, επηρεάζονται από την περιρρέουσα μιντιακή ατμόσφαιρα, τις κομματικές αντιπαραθέσεις και το κοινό αίσθημα. Κάποιοι έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους και την υπηρεσιακή τους εξέλιξη, έχουν τις δικές τους φιλοδοξίες. Αυτονόητα.
Η ιστορία του μυλωνά του Πότσδαμ και το “υπάρχουν δικαστές στο Βερολίνο” είναι καθηλωτική ως αφήγημα, πόρρω, όμως, απέχει από την πραγματικότητα. Ακόμα περισσότερο η άλλη ιστορία της εμβληματικής Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ που τόλμησε να συγκρουστεί με τον Ντόναλντ Τραμπ. Άλλα δικαιϊκά συστήματα, άλλωστε, άλλος ο τρόπος εκλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης (αυτό που επιτέλους θέλουμε να αλλάξουμε με την Συνταγματική αναθεώρηση- αλλά να δούμε πώς), άλλες πολιτικές και θεσμικές κουλτούρες.
Το ερώτημα, λοιπόν, επιστρέφει: μπορεί καθένας από εμάς να αξιολογεί, να κρίνει, ακόμα και να διαφωνεί με μία δικαστική απόφαση ή και με τις εκάστοτε παρεμβάσεις της ηγεσίας της Δικαιοσύνης;Συμπληρωματικά: ιδιαίτερα όταν η εμπειρία δείχνει ότι δεν υπήρξε καμία κυβέρνηση στη σύγχρονη ιστορία που να μην προσπάθησε να επηρεάσει (επιεικώς) την λειτουργία της.
Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική με βάση την κοινή λογική. Αλλά και όσοι πολιτικοί επικαλούνται την ανάγκη του “εν συνόλω” σεβασμού, μήπως κατά το παρελθόν, από άλλες θέσεις, έψεξαν δικαστές και δικαστικές αποφάσεις; Μην το ψάχνετε, αναμφίβολα.
Η Δικαιοσύνη είναι θεμελιακός θεσμός και οι λειτουργοί της οι θεματοφύλακες. Δεν είναι, όμως, όλοι ίδιοι και δεν υπάρχει κάποιο εγχειρίδιο ορθής λειτουργίας. Μόνο η συνείδηση…