Ο Μητσοτάκης, ο αντι-Μητσοτάκης, ο Ανδρουλάκης, ο Τσίπρας και ο… Ντουμπλάντις

✨Το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ αμφισβητούν την αξιοπιστία ορισμένων δημοσκοπήσεων, αν και αυτές συχνά επιβεβαιώνονται, όπως η πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας από το 2016.
✨Η κυβέρνηση θεωρεί εφικτή την αυτοδυναμία, βασιζόμενη σε προηγούμενες διαψεύσεις δημοσκοπήσεων και στο ενδεχόμενο επαναληπτικών εκλογών με δίλημμα σταθερότητας.
✨Η αντιπολίτευση ζητά πολιτική αλλαγή, αλλά δεν υπάρχει ακόμα πρόσωπο ικανό να αντιπαρατεθεί ουσιαστικά στον Μητσοτάκη, με τον Τσίπρα να αποτελεί τη μοναδική αξιόπιστη επιλογή.
✨Η εκλογική κατάσταση παραμένει ρευστή, με πιθανές ανακατατάξεις λόγω νέων κομμάτων, αλλά η διάσπαση της αντιπολίτευσης ενισχύει την τάση αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας.
Εσχάτως το ΠΑΣΟΚ δείχνει να αμφισβητεί την αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων. Το είχε κάνει πριν τις εκλογές του 2023 και ο ΣΥΡΙΖΑ εστιάζοντας, μάλιστα, την κριτική του σε συγκεκριμένες εταιρείες. Στο ερώτημα εάν οι δημοσκοπήσεις πέφτουν έξω η απάντηση είναι: φυσικά. Αλλά, ως επί το πλείστον, πέφτουν μέσα.
Οι δημοσκόποι θυμούνται ακόμα το “κάζο” του δημοψηφίσματος του 2015, όπως και την μεγάλη απόκλιση των προβλέψεών τους από το αποτέλεσμα της αναμέτρησης του Σεπτεμβρίου εκείνη τη χρονιά. Όμως, από την άλλη, οι δημοσκοπήσεις πολύ συχνά επιβεβαιώνονται. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι όλες οι μετρήσεις από την ανάληψη της κομματικής ηγεσίας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη (2016) επιμένουν να φέρνουν τη Ν.Δ πρώτη. Δέκα χρόνια είναι πολλά, κι αυτό αποδείχτηκε αδιάψευστο.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι ο στόχος της αυτοδυναμίας είναι εφικτός, παρά το γεγονός ότι στην Πρόθεση Ψήφου των μετρήσεων κινείται πέριξ του 24% και στην Εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος περιξ του 30% και δη, το τελευταίο διάστημα, με μικρή ανοδική τάση.
Επικαλείται, δε, την δημοσκοπική εικόνα πριν τις εκλογές του Μαϊου του 2023, όταν –και είναι ακριβές– σε όλες τις μετρήσεις προβλεπόταν εκλογικό ποσοστό μεταξύ 31% και 34% αλλά τελικά η Ν.Δ έπιασε το 40%. Τότε, οι μετρήσεις είχαν διαψευσθεί ως προς το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο έφερναν κοντά στο 26% και τελικά περιορίστηκε στο 20%- για να επέλθει η συντριβή με το 17,8% στις κάλπες του Ιουνίου.
Με αυτή την εμπειρία, λοιπόν, ο στόχος της αυτοδυναμίας (απαιτείται ποσοστό περίπου 36,5% ανάλογα με το άθροισμα των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής) δεν είναι ανέφικτος. Έτι δε περαιτέρω εάν λάβει κανείς υπόψη του ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δύο σφαίρες στη θαλάμη. Εάν δεν εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις πρώτες εκλογές μπορεί να το επιτύχει στις δεύτερες. Όταν θα εγερθεί ακόμα πιό επιτακτικά το δίλημμα σταθερότητα-ακυβερνησία το οποίο καλλιεργεί επιδέξια.
Ναι, αλλά είναι ηχηρό το αίτημα για πολιτική αλλαγή (70% στις μετρήσεις) επικαλούνται το ΠΑΣΟΚ και άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ακριβές. Ωστόσο, στις επόμενες εκλογές -το εναρκτήριο λάκτισμα για τις οποίες έδωσε ήδη ο πρωθυπουργός- δεν θα αναμετρηθεί ο Μητσοτάκης με καθέναν από τους επτά στους δέκα ψηφοφόρους που δηλώνουν ότι επιθυμούν άλλη διακυβέρνηση, αλλά ο Μητσοτάκης με τον αντί-Μητσοτάκη.
Και είτε αμφισβητούν στο ΠΑΣΟΚ τις δημοσκοπήσεις είτε όχι, αυτό το πρόσωπο σήμερα δεν υπάρχει. Εάν είναι δύσκολο να φτάσει στο όριο αυτοδυναμίας η Ν.Δ, για την αξιωματική αντιπολίτευση το να νικήσει τον Μητσοτάκη θα είναι ένα άλμα επί κοντώ που θα ζήλευε και ο Ντουμπλάντις. Επί της ουσίας είναι αδύνατο.
Βεβαίως, δεν έχουμε ακόμα μπροστά μας μία διαμορφωμένη πολιτική και εκλογική αντιπαράθεση, άρα η σημερινή δημοσκοπική εικόνα δεν μπορεί να προακαταλαμβάνει το εκλογικό αποτέλεσμα σε περίπου ένα χρόνο. Μόλις εισέλθουν επίσημα στους πίνακες των μετρήσεων τα κόμματα του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού θα επέλθουν ανακατατάξεις τέτοιες που μπορεί να αλλάξει η σημερινή σειρά. Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να παραμείνει δεύτερο, το πιθανότερο, όμως, είναι να πέσει στην τρίτη ή και στην τέταρτη θέση.
Ακόμα κι έτσι, ωστόσο, ο κατακερματισμός στην αντιπολίτευση θα συνεχίσει να ισχύει και το αίτημα περί πολιτικής αλλαγής θα επιμερίζεται. Εκτός εάν σταθεί εφικτό να αποκτήσει συγκεκριμένη και αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης και πρόσωπο που θα μπορεί να αντιπαρατεθεί ως υποψήφιος πρωθυπουργός στον Μητσοτάκη.
Ο Ανδρουλάκης δεν είναι αυτό το πρόσωπο. Στη λίστα “καταλληλότητας για πρωθυπουργός” βρίσκεται πίσω από την Κωνσταντοπούλου και τον Βελόπουλο. Η Καρυστιανού θα συσπειρώσει, αναμφίβολα, το μπλοκ της διαμαρτυρίας και του λεγόμενου “αντισυστημισμού”, όμως την κρίσιμη ώρα είναι μάλλον απίθανο να προκριθεί ως πρόσωπο που μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα.
Εκ των πραγμάτων, μόνο ο Τσίπρας, ως πρώην πρωθυπουργός, διαθέτει ακόμα το κεφάλαιο και τα χαρακτηριστικά να σταθεί απέναντι στον Μητσοτάκη. Ανήκει, βεβαίως, στη σφαίρα του φανταστικού (με βάση τις μετρήσεις και την πολιτική λογική) η πρόβλεψη να τον νικήσει, δεν είναι απίθανο, από την άλλη, να αναγκάσει μεγάλο τμήμα της κατακερματισμένης (κεντροαριστερής) αντιπολίτευσης που θα προκύψει από τις πρώτες κάλπες να σταθούν δίπλα του στην τελική μάχη για τις δεύτερες. Μάλλον αυτός είναι και ο πραγματικός στόχος του.
Εφόσον κάτι τέτοιο δεν σταθεί εφικτό, ακόμα περισσότερο εάν προκύψουν μικρές ή μεγαλύτερες διασπάσεις -π.χ στο ΠΑΣΟΚ-, ο Μητσοτάκης θα κερδίσει τελικά την αυτοδυναμία. Μέχρι τώρα αυτή είναι η τάση…