Το ΠΑΣΟΚ, ως δομικό πρόβλημα του πολιτικού συστήματος

 Το ΠΑΣΟΚ, ως δομικό πρόβλημα του πολιτικού συστήματος
💡 AI Summary by Libre

Η διάλυση του διπολισμού στην Ελλάδα μετά το 2023 δημιούργησε αδυναμία εναλλακτικών κυβερνητικών επιλογών απέναντι στη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Το ΠΑΣΟΚ, παρά την ιστορία και τα ικανά στελέχη του, παραμένει σταθερό δημοσκοπικά χωρίς να καταφέρνει να προσεγγίσει τη Νέα Δημοκρατία ή να δημιουργήσει ισχυρό κεντροαριστερό πόλο.

Το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ αναμένεται να είναι πεδίο εσωτερικών συγκρούσεων και προσωπικών φιλοδοξιών, χωρίς σαφή απάντηση στα δομικά προβλήματα του κόμματος και του συστήματος.

Η αδυναμία της κεντροαριστεράς ενισχύει τα αντισυστημικά μορφώματα, ενώ το ΠΑΣΟΚ αποφεύγει ουσιαστικό διάλογο για τη στασιμότητά του και τη διχασμένη ταυτότητά του.

Παρατηρώντας την διαβρωτική εσωστρέφεια στο ΠΑΣΟΚ καταλήγει κανείς πώς ίσως το σοβαρότερο ζήτημα, που αφορά εν συνόλω το πολιτικό μας σύστημα μετά τις εκλογές του 2023 και την συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ, είναι η διάλυση του διπολισμού και η αδυναμία εναλλακτικής έκφρασης απέναντι στην συρρικνωμένη αλλά πάντως συνεκτική Ν.Δ του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Με γνώμονα την ευρωπαϊκή πολιτική γεωγραφία πρέπει να είμαστε η μοναδική χώρα που δεν μπορεί να ισορροπήσει μεταξύ δύο κυβερνητικών επιλογών και ακόμα περισσότερο δεν έχει διαμορφωθεί ενδιάμεσος χώρος που υπό προϋποθέσεις θα ήταν ικανός να προσφέρει κυβερνήσεις συνεργασίας. Κάπως έτσι στο κομματικό μας σύστημα έχει εδραιωθεί η διϋστική αντίληψη ενός πολιτικού μανιχαϊσμού, κάθε κόμμα θεωρεί εαυτόν εκπρόσωπο του φωτός και ο αντίπαλος ισοδυναμεί με το σκότος.

Αυτή η μάχη καλού-κακού προσωποποιείται. Για τον Μητσοτάκη, φερ ειπείν, ο Τσίπρας είναι ο επικίνδυνος λαϊκιστής που έριξε τη χώρα στα βράχια το 2015, για τον δεύτερο ο πρωθυπουργός είναι συνώνυμο της διαφθοράς. Παρόμοια εχθροπάθεια αναπτύσσει και ο Ανδρουλάκης για τον πρώην πρωθυπουργό παρά τις προσπάθειες του δεύτερου να υπερβεί την πόλωση των μνημονιακών χρόνων. Η αρένα της Βουλής και των τηλεοπτικών στούντιο προσφέρει αρκετά επί μέρους τέτοια “υποδείγματα” με τελευταίο την ακραία “πεζοδρομιακή” σύγκρουση της Ζωής Κωνσταντοπούλου με τον Άδωνη Γεωργιάδη.

Η υπερδεκαετής κρίση ενέτεινε αυτό το φαινόμενο και μέσα από σωρρεία λαθών όλων των κομμάτων που κυβέρνησαν φτάσαμε σήμερα στο να υπάρχει ένα μεγάλο, αν και διάσπαρτο σε περισσότερα κόμματα, τμήμα του εκλογικού σώματος που στέκεται συνολικά απέναντι στο (παλαιό) πολιτικό σύστημα χωρίς, ωστόσο, να ενδιαφέρεται για το τι επαγγέλονται όσοι το καταδικάζουν και υποτίθεται πώς εκπροσωπούν τον (δήθεν) “αντισυστημισμό”.

Σε αυτό το τοπίο, είτε λόγω ιστορίας είτε εξαιτίας της αδυναμίας οιουδήποτε άλλου να προβληθεί ως τέτοιος, το ΠΑΣΟΚ είχε τη δυνατότητα να αποκαταστήσει εν μέρει ή και περισσότερο τον διαμελισμένο διπολισμό σε συνθήκες πριν το 2023, αν και πλέον από χαμηλότερη βάση.

Μετά τον αποδεκατισμό του στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, το ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να σταθεί ξανά στα πόδια του. Τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς συγκέντρωσε 6,3% (μαζί με την ΔΗΜΑ), το 2019 (ως ΚΙΝΑΛ) 8,1%, το 2023 11,85% και στις ευρωεκλογές του 2024 12,8% .

Έκτοτε κινείται με κολλημένη την (δημοσκοπική) βελόνα και ο διατυπωμένος στόχος να νικήσει τη Ν.Δ προσλαμβάνει ανεκδοτολογικά χαρακτηριστικά. Συνοπτικά:

  • Αδυνατεί να υπερβεί τον κατακερματισμό της κεντροαριστεράς, να τον ενσωματώσει ως η μεγαλύτερη δύναμη του χώρου, ή, έστω, να αναλάβει πρωτοβουλίες προγραμματικού διαλόγου για την συγκρότηση εναλλακτικού πόλου απέναντι στη Ν.Δ,
  • Δεν κεφαλαιοποιεί την κατά γενική ομολογία παραγωγική αντιπολίτευση που ασκεί και την δραστήρια κοινοβουλευτική του παρουσία,
  • Δεν πείθει για την διακηρυγμένη αυτονομία του: ένα τμήμα της εκλογικής του βάσης τείνει υπέρ της συγκυβέρνησης με τη Ν.Δ (με τις μνήμες εκείνης των Σαμαρά- Βενιζέλου) και εχθρεύεται την αριστερά, το άλλο εμφορείται από αντιδεξιά αντανακλαστικά,
  • Στέκεται αμήχανο έναντι της επιστροφής Τσίπρα, κόβει εκ προοιμίου κάθε γέφυρα επικοινωνίας και τον αντιμετωπίζει με εχθροπάθεια- πόσο πειστικό μπορεί, όμως, να είναι όταν συνεργάζεται ad hoc και επικοινωνεί σταθερά και με τα δύο κόμματα που αποτέλεσαν τον ενιαίο ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα;
  • Αποφεύγει κάθε συζήτηση για τις αιτίες της δημοσκοπικής του στασιμότητας: φταίει ο αρχηγός του, φταίει η αμφισβήτηση του αρχηγού, φταίει η διχασμένη πολιτική του ταυτότητα;
  • Δεν δείχνει να μπορεί να υπερβεί την απορία και να εξηγήσει γιατί πλειάδα κορυφαίων στελεχών της σημιτικής περιόδου έχουν αναλάβει κυβερνητικούς ρόλους στη Ν.Δ του Μητσοτάκη και άλλα του “παπανδρεϊκού” ΠΑΣΟΚ (όπως δύο πρώην γραμματείς του) βρίσκονται στον ΣΥΡΙΖΑ.

Έτσι, ενώ και κυβερνητικό DNA διαθέτει και αρκετά ικανά στελέχη θα μπορούσε να πρωταγωνιστήσει, οδεύει προς έναν εκλογικό ύφαλο με τον κίνδυνο να προσαράξει. Κατά τα φαινόμενα, το συνέδριό του στα τέλη Μαρτίου θα μετατραπεί σε πεδίο μηχανισμών, υπολογισμών, προσωπικών φιλοδοξιών και σκοπιμοτήτων και είναι αμφίβολο εάν μπορέσει να απαντήσει σε όλα τα παραπάνω.

Θα συνεχίσει πιθανώς να πορεύεται μεταξύ της διακήρυξης πώς δεν θα συγκυβερνήσει με τη Ν.Δ και όλων εκείνων που δεν την πιστεύουν. Γίνεται έτσι ένα δομικό πρόβλημα του πολιτικού συστήματος εκεί όπου θα μπορούσε να δώσει μία κάποια λύση, αναλαμβάνοντας το κόστος τώρα μιας ελεγχόμενης διάσπασης με αποχώρηση κάποιων στελεχών του παρά μιας μεγάλης διάσπασης αμέσως μετά τις επόμενες εκλογές. Και προσφέρει το ίδιο την ευκαιρία στον Αλέξη Τσίπρα να επιχειρήσει εκείνος την ανασύνθεση του χώρου σε εντελώς νέα βάση.

Και παράλληλα, αυτή η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ και γενικότερα της κεντροαριστεράς είναι που μπορεί εν τέλει να καταστήσει τα μορφώματα του “αντισυστημισμού” ρυθμιστές της επόμενης μέρας και την Βουλή που θα προκύψει μετά από τις πρώτες ή τις δεύτερες εκλογές την πλέον δυστοπική των τελευταίων δεκαετιών.

Σχετικά Άρθρα